Μετά από μια έντονη περίοδο, η δημόσια συζήτηση για το ζήτημα των εκποιήσεων φαίνεται να εισέρχεται σε μια νέα φάση. Προηγήθηκαν διαδοχικές νομοθετικές πρωτοβουλίες, πολιτικές αντιπαραθέσεις, η παρέμβαση της κυβέρνησης με την αναπομπή στη Βουλή και την αναφορά στο Ανώτατο Δικαστήριο ρυθμίσεων που θεωρούνται αντισυνταγματικές και την απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών να επαναφέρει το Σχέδιο «Ενοίκιο έναντι Δόσης». Σχετική δήλωση για την επαναφορά του σχεδίου έκανε στον «Π» ο υπουργός Οικονομικών, Μάκης Κεραυνός.
Όλη αυτή η κινητικότητα, όμως, αφήνει την αίσθηση ότι η εστίαση κοινής γνώμης και νομοθετικής εξουσίας έχει απομακρυνθεί από τον πυρήνα του προβλήματος.
Σημαντικό μέρος της συζήτησης επικεντρώθηκε σε καταγγελίες δανειοληπτών για καταχρηστικές χρεώσεις, υπερχρεώσεις και αδιαφανείς πρακτικές από πλευράς τραπεζών και εταιρειών εξαγοράς πιστώσεων. Πάνω σε αυτό το αφήγημα στηρίζεται όλη η πίεση για να αναστέλλεται η διαδικασία της εκποίησης μέχρι να επαληθευτεί το ύψος της οφειλής. Να σημειώσουμε ότι ο δανειολήπτης μπορεί να υποβάλει αγωγή για την επαλήθευση του χρέους. Και τα δικαστήρια της Κύπρου έχουν παράγει έργο, εκδικάζοντας εκατοντάδες αγωγές με το ερώτημα της ύπαρξης καταχρηστικών χρεώσεων και η συντριπτική πλειοψηφία απορρίφθηκε.
Η ανάδειξη των ζητημάτων των χρεώσεων επί των δανείων ως βασικού άξονα του δημόσιου διαλόγου επισκιάζει μια πιο θεμελιώδη πραγματικότητα. Δυστυχώς σε μεγάλο αριθμό περιπτώσεων το πρόβλημα δεν είναι μόνο –ή κυρίως– το ύψος των χρεώσεων, αλλά η ίδια η αδυναμία αποπληρωμής των δανείων. Δηλαδή, η μη βιωσιμότητα των δανειοληπτών. Σύμφωνα με στελέχη της αγοράς ακόμη και αν υποθέσουμε ότι υπάρχουν υπερχρεώσεις και αφαιρεθούν από τα υπόλοιπα των δανείων, αυτό δεν σημαίνει ότι τα δάνεια θα καταστούν εξυπηρετούμενα.
Η αδράνεια που δείχνει ένας μεγάλος αριθμός δανειοληπτών έχει ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση τόκων, αυξάνοντας τα υπόλοιπα των δανείων. Από την άλλη, αυξάνεται η ηλικία των δανειοληπτών, περιορίζοντας το χρόνο μιας αποπληρωμής σε δόσεις, αν υποθέσουμε ότι υπάρχουν εισοδήματα.
Στην αδράνεια έχει παίξει ρόλο και η ανά τακτά χρονικά διαστήματα ανακίνηση του θέματος των εκποιήσεων. Η προσδοκία για μια καλύτερη λύση (ποια μπορεί να είναι αυτή άραγε;) δεν αποτελεί κίνητρο για την αναζήτηση μιας λύσης σήμερα. Δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη η αδιαφορία των δανειοληπτών και η μη ευρεία χρήση της δυνατότητας επαλήθευσης χρέους μέσω του Γραφείου του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου, όπως και η μη αξιοποίηση της δυνατότητας που παρείχε η Themis (με δικά της έξοδα) για επαλήθευση των υπολοίπων από ελεγκτικές εταιρείες.
Υπό αυτό το πρίσμα, η συζήτηση μετατοπίζεται από το «αν το χρέος είναι δίκαιο» στο «αν το χρέος μπορεί να πληρωθεί». Και η απάντηση, σε αρκετές περιπτώσεις, είναι αρνητική, με τη ρευστοποίηση της εξασφάλισης να είναι η μοναδική επιλογή. Αυτό σημαίνει ότι, ανεξάρτητα από τις καθυστερήσεις, τις αναστολές ή τις πολιτικές παρεμβάσεις, η διαδικασία οδηγεί σε ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, την ικανοποίηση της απαίτησης μέσω της εξασφάλισης.
Σε αυτό το περιβάλλον, η καθυστέρηση στην εξεύρεση λύσεων δεν μεταβάλλει ουσιαστικά την τελική έκβαση. Αντίθετα, επιβαρύνει περαιτέρω την κατάσταση, τόσο για τους δανειολήπτες όσο και για το σύστημα συνολικά. Για τους πρώτους, σημαίνει συσσώρευση χρέους λόγω των τόκων και παρατεταμένη αβεβαιότητα. Για τους δεύτερους, συνεπάγεται καθυστέρηση στην εξυγίανση ισολογισμών και διατήρηση ενός προβλήματος που παραμένει ενεργό στην οικονομία.
Από την πλευρά των δανειοληπτών, η πραγματικότητα αυτή διαμορφώνει ένα δύσκολο, αλλά σαφές πλαίσιο επιλογών. Το βασικό ζητούμενο δεν είναι πλέον η επ’ αόριστον αποφυγή της εκποίησης, αλλά η έγκαιρη διαχείριση μιας κατάστασης που, σε πολλές περιπτώσεις, δεν είναι αναστρέψιμη με τα υφιστάμενα δεδομένα. Η αναζήτηση λύσεων καθίσταται σημαντική για να αρθεί το βάρος για τον δανειολήπτη και να διασφαλιστούν βασικές συνθήκες διαβίωσης, όπως η στέγαση.
Από την άλλη πλευρά, οι τράπεζες και οι εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων βρίσκονται αντιμέτωπες με τη δική τους εξίσωση. Από τη μία, έχουν την υποχρέωση να διαχειριστούν αποτελεσματικά τα χαρτοφυλάκιά τους και να επιτύχουν ανακτήσεις. Από την άλλη, λειτουργούν σε ένα περιβάλλον αυξημένης κοινωνικής και πολιτικής πίεσης, όπου η διαχείριση των ευάλωτων δανειοληπτών αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επαναφορά του Σχεδίου «Ενοίκιο έναντι Δόσης» έχει σημασία. Το συγκεκριμένο εργαλείο επιχειρεί να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ της ανάγκης ανάκτησης οφειλών και της κοινωνικής ανάγκης για στέγαση. Μέσω του σχεδίου, οι δανειολήπτες μπορούν να παραμείνουν στην κατοικία τους ως ενοικιαστές, ενώ η ιδιοκτησία μεταβιβάζεται στο κράτος. Πρόκειται για μια λύση που δεν είναι ανώδυνη για καμία πλευρά. Συνεπάγεται απώλεια ιδιοκτησίας για τον δανειολήπτη και αποδοχή ζημιάς για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και τις εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων. Ωστόσο, αντανακλά μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση απέναντι σε ένα πρόβλημα που δεν επιδέχεται εύκολες λύσεις.
Η εμπειρία δείχνει ότι τέτοιου είδους εργαλεία, παρά τις αδυναμίες τους, κινούνται πιο κοντά στην αντιμετώπιση της ουσίας του προβλήματος. Δηλαδή, αναγνωρίζουν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το ζητούμενο δεν είναι η πλήρης αποπληρωμή, αλλά η διαχείριση των συνεπειών της αδυναμίας πληρωμής με τρόπο κοινωνικά και οικονομικά βιώσιμο.
Καθώς η συζήτηση για τις εκποιήσεις θα συνεχιστεί, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η υιοθέτηση νέων μέτρων ή η τροποποίηση του νομικού πλαισίου. Είναι, κυρίως, η επαναφορά της εστίασης στη βασική πρόκληση, τη διαχείριση ενός ιδιωτικού χρέους που, σε σημαντικό βαθμό, δεν μπορεί να εξυπηρετηθεί με τους όρους του παρελθόντος.
Χωρίς αυτή την παραδοχή, υπάρχει ο κίνδυνος η δημόσια συζήτηση να ανακυκλώνεται γύρω από δευτερεύοντα ζητήματα, αφήνοντας άθικτο τον πυρήνα του προβλήματος. Αντίθετα, μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση –που θα συνδυάζει την οικονομική λογική με την κοινωνική ευαισθησία– μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για πιο ουσιαστικές και διατηρήσιμες λύσεις.







