Όταν ένα κράτος έχει αδύναμους κρατικούς θεσμούς και πολιτικά ευάλωτους επικεφαλής, τότε βρίσκεται διαρκώς σε δυσμενή θέση σε μια διαπραγμάτευση με τις όποιες ισχυρές διεθνείς εταιρείες και ξένα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα. Αυτή η γενική διατύπωση γίνεται πολύ συγκεκριμένη και εμφανής στην περίπτωση της Κύπρου, όσο και αν οι όποιες τέτοιες επαφές, κατά καιρούς, χαρακτηρίζονται από την όποια «διπλωματική αβρότητα» και συνοδεύονται από αντίστοιχα επικοινωνιακά μηνύματα «προόδου» και «αμοιβαία επωφελούς» συνεργασίας.
Δεν θα δώσουμε συγκεκριμένα παραδείγματα για να μην φέρουμε κανένα από εμάς ή τους ξένους συνεργάτες μας, σε δύσκολη ή αμυντική θέση, αλλά μια απλή ανάγνωση των ειδήσεων, κάθε φορά που βρίσκεται στην επικαιρότητα μια τέτοια συνάντηση με στελέχη γνωστών και μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων, αποκαλύπτει τη δυσμενή μας θέση. Για παράδειγμα, η έλλειψη ουσιαστικής προόδου σε μια σειρά από νευραλγικούς για την «αλλαγή επιπέδου» της χώρας μας σε τομείς όπως, για παράδειγμα, ο ενεργειακός, ο χρηματοοικονομικός, των μεγάλων έργων υποδομής, κοκ, φανερώνει την ανισορροπία ισχύος μεταξύ μας και τη διάσταση δυνατοτήτων επιρροής.
Αντίστοιχα, μια ανάγνωση «πίσω από τις γραμμές» των τοποθετήσεων κάποιων μεγάλων και με διεθνές αποτύπωμα οργανισμών ή ακόμα και ιδιωτών, επίσης δείχνει ποιος έχει το «πάνω χέρι» και ποιος πραγματικά «κάνει παιχνίδι», και εμφανέστατα αυτός δεν είναι το κράτος μας.
Ενώ η χώρα μας δεν είναι, ευτυχώς, κάποια «τριτοκοσμική», και οι κρατικές υπηρεσίες της στελεχώνονται από ικανό και περήφανο ανθρώπινο δυναμικό, εν τούτοις η πολιτική της τάξη δεν ανήλθε ακόμα σε εκείνο το επίπεδο εξωστρεφούς αυτοπεποίθησης και «κοσμοπολιτισμού» που θα την καθιστούσαν επαρκώς ικανή να ασκήσει πλήρως την εξουσία που τυπικά και κανονιστικά απολαμβάνει. Με απλά λόγια, το να κάθεται κανείς σε μια «καρέκλα πολιτικής ισχύος» και να απολαμβάνει τις εξουσίες που θεσμικά κατέχει δεν αρκεί για να τις ασκήσει με τον τρόπο που ίσως να καλείται να το πράξει. Δηλαδή, η ράβδος της εξουσίας, όσο «χρυσοποίκιλτη» και να φαντάζει στο εσωτερικό ακροατήριο, δεν αρκεί για να επιβάλλει τη θέληση της απέναντι στους ισχυρούς εξωτερικούς δρώντες, αν τα χέρια μας δεν είναι αντιστοίχως ισχυρά σε θεσμικό επίπεδο. Και αν δεν είναι θεσμικά ισχυρά τα μπράτσα της πολιτικής και κρατικής εξουσίας ή αν εξαρτούνται διαρκώς από κάποια άλλη ξενόφερτη υποστήριξη, τότε αναπόδραστα καθίστανται και αδύναμα να μεταχειριστούν υπέρ του κοινού συμφέροντος την εξουσία που κατέχουν.
Επειδή κάπου εκεί είναι που φαίνεται και το «μπόι» της χώρας. Όταν, δηλαδή, κληθεί το κράτος να προστατεύσει τα συμφέροντα του απέναντι στα μεγάλα και ισχυρά, εσωτερικά και κυρίως εξωτερικά ιδιωτικά συμφέροντα, και όχι μόνο απέναντι στους πολίτες του ή στις χαμηλού προφίλ εταιρείες και οργανισμούς. Αυτό το τελευταίο, άλλωστε είναι και που καταδεικνύει τη διαφορά μεταξύ ενός υπολογίσιμου στο διεθνές στερέωμα κράτους και ενός λιγότερο υπολογίσιμου, αφού το να «ποντιφικάρεις» στο εσωτερικό, να καταπιέζεις ή να ποδηγετείς και να αναμοχλεύεις τα του «χωριού» σου, δεν είναι και πολύ δύσκολο. Το δύσκολο είναι να διεκδικήσεις με αξιώσεις τα συμφέροντα σου, απέναντι εκείνων των δρώντων που αξιοποιώντας την όποια οικονομική και πολιτική επιφάνειά τους, συνεπικουρούμενα και από τα κράτη από τα οποία προέρχονται, επιδιώκουν να σε τιθασεύσουν και να σε μεταχειριστούν κατά το δοκούν. Εκεί είναι η πραγματική «μαγκιά» του θεσμικού κράτους και των όσων τα κυβερνούν, στο διεθνές επιχειρηματικό στερέωμα και εκεί είναι που μετριέται και το μέγεθος της θεσμικής πολιτικής ισχύος του κράτους μας. Και τούτο όχι μόνο δεν κρύβεται, αλλά φαίνεται ευκρινώς τόσο στην καθημερινότητά μας όσο και στην ποιότητα των επιτευγμάτων μας.







