Τα επιτόκια καταθέσεων στην Κύπρο διαμορφώνονται στο χαμηλότερο επίπεδο της Ευρωζώνης, ενώ τα επιτόκια των νέων δανείων είναι συγκρίσιμα με τον διάμεσο της Ευρωζώνης, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε την Πέμπτη η Κεντρική Τράπεζα.
Όπως σημειώνει, αυτό ενδέχεται να οφείλεται στη μεγάλη ρευστότητα των κυπριακών τραπεζών, η οποία βρίσκεται ανάμεσα στις υψηλότερες της Ευρωζώνης, με τον Δείκτη Κάλυψης Ρευστότητας (Liquidity Coverage Ratio – LCR) στην Κύπρο τον Μάρτιο του 2026 να διαμορφώνεται στο 315%, σε σύγκριση με τον διάμεσο 186% και τον μέσο όρο 163% στην Ευρωπαϊκή Ένωση τον Δεκέμβριο 2025 (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία), καθώς και στη μικρή εμβέλεια της τραπεζικής αγοράς της Κύπρου.
Η Κεντρική Τράπεζα δημοσίευσε την Πέμπτη τα στατιστικά στοιχεία των μέσων επιτοκίων των νομισματικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (ΝΧΙ) της Κύπρου για καταθέσεις και δάνεια κατοίκων της ευρωζώνης σε ευρώ, καθώς και στοιχεία για ποσά νέων δανείων προς κατοίκους της ευρωζώνης σε ευρώ για τον μήνα αναφοράς Μάρτιο 2026.
Επιτόκια καταθέσεων
Το επιτόκιο για καταθέσεις προθεσμίας έως ενός έτους από νοικοκυριά σημείωσε οριακή μείωση στο 1,18%, σε σύγκριση με 1,19% τον προηγούμενο μήνα. Το αντίστοιχο επιτόκιο για καταθέσεις από μη χρηματοοικονομικές εταιρείες παρουσίασε αύξηση στο 1,39%, σε σύγκριση με 1,19% τον προηγούμενο μήνα.
Επιτόκια δανείων
Το επιτόκιο που αφορά καταναλωτικά δάνεια σημείωσε μείωση στο 6,79%, σε σύγκριση με 7,12% τον προηγούμενο μήνα.
Το επιτόκιο που αφορά δάνεια για αγορά κατοικίας αυξήθηκε στο 3,86%, σε σύγκριση με 3,45% τον προηγούμενο μήνα.
Η Κεντρική σημειώνει ότι το χαρτοφυλάκιο των στεγαστικών δανείων αποτελείται από διάφορα είδη τέτοιων δανείων, όπως π.χ. δάνεια για πρώτη κατοικία, για εξοχικό κλπ., τα οποία φέρουν διαφορετικό ρίσκο και επιτόκιο. Η σύσταση του εν λόγω χαρτοφυλακίου μεταβάλλεται από μήνα σε μήνα, με αποτέλεσμα το ύψος του σταθμικού μέσου επιτοκίου να επηρεάζεται από την πιο πάνω μεταβολή, ανεξαρτήτως από τις αυξήσεις ή τις μειώσεις των επιτοκίων.
Το επιτόκιο που αφορά δάνεια προς μη χρηματοοικονομικές εταιρείες για ποσά μέχρι €1 εκατ. αυξήθηκε στο 4,40%, σε σύγκριση με 4,22% τον προηγούμενο μήνα. Το επιτόκιο που αφορά δάνεια προς μη χρηματοοικονομικές εταιρείες για ποσά άνω του €1 εκατ. κατέγραψε μείωση στο 4,10%, σε σύγκριση με 4,15% τον προηγούμενο μήνα.
Ποσά καθαρών νέων δανείων
Τον Μάρτιο του 2026 τα καθαρά νέα δάνεια παρουσίασαν αύξηση και έφτασαν στα €495,3 εκατ., (από σύνολο €730,4 εκατ. νέων δανείων) σε σύγκριση με €328,7 εκατ. (από σύνολο €435,1 εκατ. νέων δανείων) τον προηγούμενο μήνα. Οι κυριότερες κατηγορίες νέων δανείων αναλύονται πιο κάτω:
Τα καθαρά νέα καταναλωτικά δάνεια αυξήθηκαν στα €24,6 εκατ. (από σύνολο €26 εκατ. νέων δανείων), σε σύγκριση με €20,1 εκατ. τον προηγούμενο μήνα (από σύνολο €21,1 εκατ. νέων δανείων).
Τα καθαρά νέα δάνεια για αγορά κατοικίας παρουσίασαν αύξηση στα €142,8 εκατ. (από σύνολο €189,1 εκατ. νέων δανείων), σε σύγκριση με €115,1 εκατ. τον προηγούμενο μήνα (από σύνολο €151,6 εκατ. νέων δανείων).
Τα καθαρά νέα δάνεια προς μη χρηματοοικονομικές εταιρείες για ποσά μέχρι €1 εκατ. σημείωσαν αύξηση στα €54,7 εκατ. (από σύνολο €72,5 εκατ. νέων δανείων), σε σύγκριση με €47,5 εκατ. τον προηγούμενο μήνα (από σύνολο €60,4 εκατ. νέων δανείων).
Τα καθαρά νέα δάνεια προς μη χρηματοοικονομικές εταιρείες για ποσά άνω του €1 εκατ. κατέγραψαν αύξηση στα €266,9 εκατ. (από σύνολο €436,3 εκατ. νέων δανείων), σε σύγκριση με €137,3 εκατ. τον προηγούμενο μήνα (από σύνολο €191,6 εκατ. νέων δανείων).
Σε σύγκριση με την Ευρωζώνη, το ύψος των επιτοκίων δανείων σε υφιστάμενα υπόλοιπα στην Κύπρο πλησιάζουν τον αντίστοιχο διάμεσο της Ευρωζώνης, με το περιθώριο να είναι εκμηδενισμένο (0,0%) για τα νοικοκυριά και να περιορίζεται στο 0,4% για τις μη χρηματοοικονομικές εταιρείες.
Η συσχέτιση του ρυθμού μετάδοσης της νομισματικής χαλάρωσης και σύσφιξης στην Κύπρο, είναι ευθυγραμμισμένη με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης στα υφιστάμενα δάνεια, τόσο των νοικοκυριών όσο και των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών.
Πιο συγκεκριμένα, η συσχέτιση της μείωσης που παρατηρείται στα δανειστικά επιτόκια κατά την περίοδο της νομισματικής χαλάρωσης (ήτοι, κατά την περίοδο Ιουνίου 2024 – Μαρτίου 2026) με την αντίστοιχη αύξηση κατά την περίοδο της νομισματικής σύσφιξης (Ιουνίου 2022 – Δεκεμβρίου 2023) συγκρίνεται ευνοϊκά με τις λοιπές χώρες της Ευρωζώνης.
Όσον αφορά το ύψος των επιτοκίων των νέων δανείων στην Κύπρο είναι συγκρίσιμο με τον διάμεσο της Ευρωζώνης. Συγκεκριμένα, το περιθώριο του σταθμικού μέσου επιτοκίου για τα νέα δάνεια προς νοικοκυριά για αγορά κατοικίας είναι στο -0,2% (δηλ. χαμηλότερα από το διάμεσο της Ευρωζώνης), ενώ για τις μη χρηματοοικονομικές εταιρείες το αντίστοιχο περιθώριο ανέρχεται στο 0,4%.
Η συσχέτιση μετακύλισης (pass-through) του ρυθμού μετάδοσης της νομισματικής χαλάρωσης και σύσφιξης στην Κύπρο, είναι ευθυγραμμισμένη με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης στα νέα δάνεια προς νοικοκυριά για αγορά κατοικίας. Σε σχέση με τα νέα δάνεια προς μη χρηματοοικονομικές εταιρείες, διαφαίνεται ασθενέστερη μετακύλιση στην Κύπρο, τόσο κατά την περίοδο της νομισματικής σύσφιξης (δηλ. αύξησης επιτοκίων) όσο και της νομισματικής χαλάρωσης (δηλ. μείωσης επιτοκίων).
Παρ’ όλα αυτά, η Κεντρική αναφέρει ότι παρατηρείται ότι ο μέσος ρυθμός μετακύλισης (pass-through) στην Ευρωζώνη κατά την περίοδο της νομισματικής σύσφιξης (δηλ. αύξησης επιτοκίων) ήταν ψηλότερος στα νέα δάνεια προς νοικοκυριά για αγορά κατοικίας και μη χρηματοοικονομικές εταιρείες κατά 28,3% και 15,5% αντίστοιχα, σε σχέση με τον ρυθμό της νομισματικής χαλάρωσης (δηλ. μείωσης επιτοκίων). Στην Κύπρο ο ρυθμός μετακύλισης κατά τη νομισματική σύσφιξη ήταν υψηλότερος από τον αντίστοιχο της νομισματικής χαλάρωσης μόνο κατά 4% για τα νοικοκυριά, ενώ για τις μη χρηματοοικονομικές εταιρείες ήταν μικρότερος κατά 6,1%.
Η Κεντρική Τράπεζα υπογραμμίζει ότι σε αντίθεση με τα δανειστικά επιτόκια, τα επιτόκια καταθέσεων στην Κύπρο αποτελούν εξωκείμενη/αποκλίνουσα τιμή και διαμορφώνονται στο χαμηλότερο επίπεδο της Ευρωζώνης. Αυτό ενδέχεται να οφείλεται στην μεγάλη ρευστότητα των κυπριακών τραπεζών η οποία βρίσκεται ανάμεσα στις υψηλότερες της Ευρωζώνης (ενδεικτικά, ο Δείκτης Κάλυψης Ρευστότητας (Liquidity Coverage Ratio – LCR) στην Κύπρο τον Μάρτιο του 2026 διαμορφώθηκε στο 315%, σε σύγκριση με τον διάμεσο 186% και τον μέσο όρο 163% στην Ευρωπαϊκή Ένωση τον Δεκέμβριο 2025 (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία), καθώς και στην μικρή εμβέλεια της τραπεζικής αγοράς της Κύπρου.
Σημειώνεται ότι τα επιτόκια σε νέες καταθέσεις διαμορφώνονται σε παρόμοια επίπεδα με τις υφιστάμενες καταθέσεις ως οι πιθανοί λόγοι που έχουν αναφερθεί πιο πάνω.
Σύμφωνα με την ΚΤΚ, η μετακύλιση των αυξήσεων και των μειώσεων επιτοκίων στις νέες καταθέσεις στην Κύπρο παρουσιάζεται αδύναμη σε σύγκριση με σχεδόν όλες τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης, τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τις μη χρηματοοικονομικές εταιρείες.
Παρατηρείται ότι ο μέσος ρυθμός μετακύλισης (pass-through) στην Ευρωζώνη κατά την περίοδο της νομισματικής σύσφιξης (δηλ. αύξησης επιτοκίων) ήταν χαμηλότερος στο νέο καταθετικό χαρτοφυλάκιο των νοικοκυριών και των μη χρηματοοικονομικών εταιρειών κατά 0,6% και 5,6% αντίστοιχα, σε σχέση με τον ρυθμό της νομισματικής χαλάρωσης (δηλ. μείωσης επιτοκίων). Στην Κύπρο οι αντίστοιχες διαφορές των ρυθμών μετακύλισης είναι υψηλότερες και ανέρχονται στο 6,6% και 6,8% για τα νοικοκυριά και μη χρηματοοικονομικές εταιρείες αντιστοίχως.
Επίσης, σημειώνεται ότι το ποσοστό των νέων δανείων προς νοικοκυριά για αγορά κατοικίας με κυμαινόμενο επιτόκιο είναι ευθυγραμμισμένο με την Ευρωζώνη. Το εν λόγω ποσοστό ακολουθεί τα τελευταία χρόνια μία έντονα πτωτική πορεία. Από σχεδόν 100% στις αρχές του 2022, έχει υποχωρήσει τον Μάρτιο 2026 στο 12,2%, και βρίσκεται κοντά στον διάμεσο της Ευρωζώνης.
Αυτό το γεγονός ενδέχεται να επηρεάζεται εν μέρει από τις επιλογές δανειοδότησης με σταθερό επιτόκιο κατά τα πρώτα έτη (π.χ. 3-5 έτη), και τη μετέπειτα μετατροπή τους σε κυμαινόμενο επιτόκιο. Συνεπώς διαφαίνεται μια αλλαγή στη συμπεριφορά των δανειοληπτών αναφορικά με τον επιτοκιακό κίνδυνο, στοιχείο το οποίο θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στις πολιτικές διαχείρισης κινδύνων των τραπεζών.
Το ποσοστό των νέων δανείων προς νοικοκυριά και μη χρηματοοικονομικές εταιρείες που παρέχονται με κυμαινόμενο επιτόκιο συγκρίνεται ευνοϊκά με την Ευρωζώνη. Το εν λόγω ποσοστό ακολουθεί τα τελευταία χρόνια μία πτωτική πορεία. Από σχεδόν 100% στις αρχές του 2022 βρίσκεται σήμερα στο 61,5%, το οποίο είναι χαμηλότερο από το διάμεσο της Ευρωζώνης. Αυτό ενδέχεται να επηρεάζεται εν μέρει από τον παράγοντα που έχει αναφερθεί πιο πάνω και θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στις πολιτικές διαχείρισης κινδύνων των τραπεζών.
Πηγή: ΚΥΠΕ







