Η αύξηση των μισθών στο δημόσιο τομέα δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τον δείκτη της ΑΤΑ και θα πρέπει να αποφεύγονται ευρύτερες αυξήσεις μισθών για να αποφευχθεί η διεύρυνση του χάσματος μισθών μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, τονίζει το Διεθνές Νομισματικό Ταμειο.
Όπως αναφέρεται στην έκθεση του ΔΝΤ στο πλαίσιο της διαβούλευσης του Άρθρου IV για την Κύπρο, το 2025, οι κυπριακές αρχές συμφώνησαν να αυξήσουν σταδιακά την ΑΤΑ από τα δύο τρίτα του πληθωρισμού στο 100% έως τον Ιούλιο του 2027. «Αυτό θα καταστήσει τους μισθούς λιγότερο ευέλικτους, συμπεριλαμβανομένου του δημόσιου τομέα όπου οι μισθοί είναι πολύ υψηλότεροι από τον ιδιωτικό τομέα», σημειώνεται.
Στο μέλλον, τονίζεται, η προσαρμογή των μισθών θα πρέπει να καθοδηγείται μόνο από την ΑΤΑ, χωρίς πρόσθετες διακριτικές αυξήσεις που θα αύξαναν περαιτέρω τους μισθούς του δημόσιου τομέα.
Πιο ευάλωτοι οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα
Όπως τονίζει το ΔΝΤ, οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα είναι πιο ευάλωτοι στην απώλεια θέσεων εργασίας από ό,τι στον δημόσιο τομέα. Περίπου το 27% του εργατικού δυναμικού του ιδιωτικού τομέα στην Κύπρο αντιμετωπίζει κίνδυνο απώλειας θέσεων εργασίας, σε αντίθεση με μόνο το 10% του εργατικού δυναμικού του δημόσιου τομέα.
«Οι θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα που διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο είναι οι Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνιών (ΤΠΕ), τα χρηματοοικονομικά και οι ασφάλειες, οι επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες», τονίζεται.
Από την άλλη πλευρά, οι εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα έχουν πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες να επωφεληθούν από την υιοθέτηση της Τεχνητής Νοημοσύνης (περίπου 60%) σε σύγκριση με τον ιδιωτικό τομέα (περίπου 25%).
Τα δημόσια επαγγέλματα που μπορούν να επωφεληθούν περισσότερο είναι η εκπαίδευση, η υγεία και οι κοινωνικές υπηρεσίες.
Στοχευμένα μέτρα
Παράλληλα, αναφέρεται ότι η στήριξη για την προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών από τις κρίσεις στις τιμές της ενέργειας θα πρέπει να βασίζεται σε καλά στοχευμένες και προσωρινές μεταβιβάσεις, αποφεύγοντας μέτρα ευρείας βάσης ή στρεβλωτικά, όπως μειώσεις ΦΠΑ, μειώσεις στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης καυσίμων ή ευρείες επιδοτήσεις.
Θα πρέπει επίσης να αποφεύγονται οι οριζόντιες προσαρμογές των μισθών, καθώς υπάρχει κίνδυνος να τροφοδοτήσουν δευτερογενείς πληθωριστικές επιπτώσεις·, τονίζεται.
Η αντισταθμιστική στήριξη, τονίζει το ΔΝΤ, θα πρέπει να παρέχεται μέσω των υφιστάμενων προγραμμάτων κοινωνικής βοήθειας, να είναι προσωρινή και καλά στοχευμένη και να καταργείται σταδιακά καθώς υποχωρούν οι πληθωριστικές πιέσεις.
Στο 4% του ΑΕΠ οι δαπάνες
Στην έκθεση το ΔΝΤ, αναφέρει ότι μεταξύ 2030-50, οι πρόσθετες δαπάνες εκτιμώνται σε περίπου 4% του ΑΕΠ, πάνω από τον μέσο όρο των προηγμένων ευρωπαϊκών οικονομιών.
«Η αλληλεπίδραση των ήδη αυξημένων δημόσιων συντάξεων, των αυξανόμενων δαπανών για την υγειονομική περίθαλψη και της επιδείνωσης των δημογραφικών στοιχείων μπορεί να οδηγήσει σε ακόμη πιο έντονες μεσοπρόθεσμες έως μακροπρόθεσμες ανάγκες προσαρμογής», τονίζεται.
«Η τιμαριθμική αναπροσαρμογή και άλλοι ενσωματωμένοι μηχανισμοί (εγγυημένες ελάχιστες συντάξεις και επιδόματα) ενδέχεται να εμποδίσουν την προσαρμογή. Για να βοηθηθεί στην εμπροσθοβαρή αντιμετώπιση μελλοντικών πιέσεων, η πρόταση για την έναρξη της δημιουργίας χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων είναι ευπρόσδεκτη», τονίζεται.
Προτεραιότητα οι επενδύσεις
Σύμφωνα με το ΔΝΤ, οι δημοσιονομικές πολιτικές θα πρέπει να επικεντρωθούν στις επενδύσεις που ενισχύουν την ανάπτυξη και στην αποτελεσματική δαπάνη και φορολογία.
Οι νέες δαπάνες ή οι χαμηλότεροι φόροι θα πρέπει να επικεντρωθούν στην υποστήριξη της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης.
«Θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα σε δημόσιες επενδύσεις υψηλής ποιότητας στην ενέργεια, την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, τις ψηφιακές υποδομές και τις βιώσιμες μεταφορές, όλες υποστηριζόμενες από ισχυρή διαχείριση δημόσιων επενδύσεων», σημειώνεται.
Οι μηδενικοί και μειωμένοι συντελεστές ΦΠΑ, οι μειώσεις των ειδικών φόρων κατανάλωσης και άλλα μέτρα που βασίζονται στις τιμές για τον μετριασμό του πληθωρισμού που σχετίζεται με την ενέργεια είναι δαπανηρά, κακώς στοχευμένα και στρεβλωτικά και θα πρέπει να καταργηθούν, τονίζει.
Αντ' αυτού, υποδεικνύει, οι στοχευμένες και προσωρινές μεταβιβάσεις σε συνδυασμό με μέτρα για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και των υποδομών είναι οι πιο αποτελεσματικοί τρόποι για την προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών. Η πρόσφατη ολοκληρωμένη φορολογική μεταρρύθμιση είναι ευπρόσδεκτη και παρέχει μια σταθερή βάση για περαιτέρω βελτιώσεις στο δημοσιονομικό πλαίσιο.
Σε καλή θέση η Κύπρος
Όσον αφορά την τρέχουσα κρίση, αναφέρεται ότι η Κύπρος βρίσκεται σε καλή θέση για να αντέξει το σοκ χάρη σε ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη, επιτρέποντας στις πολιτικές να επικεντρωθούν στη διατήρηση της ανάπτυξης και την προστασία των ευάλωτων ομάδων.
«Η Κύπρος εισέρχεται σε αυτό το σοκ από θέση ισχύος, με ισχυρή ανάπτυξη, χαμηλό πληθωρισμό, υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα και έναν χρηματοπιστωτικό τομέα που χαρακτηρίζεται από άφθονα κεφαλαιακά αποθέματα και αποθέματα ρευστότητας», αναφέρεται.
«Η βασική πολιτική συμβουλή παραμένει αμετάβλητη: επιδίωξη σταδιακής, υψηλής ποιότητας δημοσιονομικής χαλάρωσης για την υποστήριξη της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης, διατηρώντας παράλληλα τη δημοσιονομική βιωσιμότητα· διατήρηση μακροπροληπτικών μέτρων για την προστασία της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας· και προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ιδίως στον τομέα της ενέργειας, για την ενίσχυση της μακροπρόθεσμης ανθεκτικότητας και ανταγωνιστικότητας», τονίζεται.
Το ΔΝΤ εκτιμά ότι η ανάπτυξη στην Κύπρο θα επιβραδυνθεί στο 2,6% το 2026 ενώ ο πληθωρισμός θα επιταχυνθεί στο 3,5%.






