Ο κυπριακός τραπεζικός τομέας είναι από τους καλύτερα κεφαλαιοποιημένους στην Ευρώπη, με υψηλή ρευστότητα. Προσφέρει ένα «μαξιλάρι» ανθεκτικότητας στη χώρα, αλλά επιβαρύνεται και από ένα σοβαρό έλλειμμα δυναμισμού. Η ύπαρξη μεγάλου αριθμού μη εξυπηρετούμενων δανείων εκτός ισολογισμών των τραπεζών και ένα σύστημα απονομής δικαιοσύνης που εξακολουθεί να λειτουργεί ως τροχοπέδη για την αναδιάρθρωση των ΜΕΔ, αποτελούν την κυρία αιτία που δεν επιτρέπει στον τομέα να έχει ένα ισχυρότερο αποτύπωμα στην κυπριακή οικονομία. Αυτό αποτελεί το κεντρικό συμπέρασμα για τον χρηματοπιστωτικό τομέα της έκθεσης του προσωπικού του ΔΝΤ για τα αποτελέσματα της αξιολόγησης της κυπριακής οικονομίας για το 2026 στο πλαίσιο του άρθρου IV του καταστατικού του Ταμείου.
«Ο τραπεζικός τομέας παρουσιάζει ανθεκτικότητα, με ισχυρά αποθέματα κεφαλαίου και ρευστότητας και βελτιούμενη ποιότητα ενεργητικού. Αν και οι κίνδυνοι φαίνονται υπό έλεγχο, οι σημαντικές διασυνδέσεις με τον τομέα των ακινήτων επιβάλλουν τη διατήρηση της επαγρύπνησης. Σε πιο διαρθρωτικό επίπεδο, τα ιστορικά μη εξυπηρετούμενα δάνεια εκτός του τραπεζικού συστήματος παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, ενώ η τραπεζική διαμεσολάβηση εξακολουθεί να είναι περιορισμένη σε ένα σύστημα με υψηλό βαθμό συγκέντρωσης», τονίζεται.
Σύμφωνα με την έκθεση, ο συνολικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας έχει φτάσει κοντά στο 30%, ενώ τα ποσοστά ρευστότητας και άμεσα ρευστοποιήσιμων στοιχείων ενεργητικού παραμένουν από τα υψηλότερα στην ΕΕ. Ο δείκτης ΜΕΔ εντός του τραπεζικού συστήματος έπεσε στο περίπου 3,2% στο τέλος του 2025, από σχεδόν 50% το 2016, με σημαντική αύξηση της κάλυψης από προβλέψεις - πάνω από 77% των μη εξυπηρετούμενων δανείων καλύπτονται πλέον από προβλέψεις. Ταυτόχρονα, η κερδοφορία παραμένει υψηλή, με αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων (ROE) που συγκαταλέγονται στις υψηλότερες της Ευρώπης.
Ωστόσο, πίσω από την «ισχυρή» εικόνα των ισολογισμών, το ΔΝΤ βλέπει έναν κλάδο που «δείχνει περιορισμένη δυναμική». Ο λόγος δανείων προς καταθέσεις κινείται γύρω στο 50%, έναντι άνω του 100% στον μέσο όρο της ΕΕ, ένδειξη ότι οι τράπεζες δανείζουν πολύ λιγότερο από ό,τι θα μπορούσαν δεδομένης της ρευστότητας που διαθέτουν. Η συνεχής απομόχλευση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, τα χαμηλά συνολικά επίπεδα πίστωσης και η απροθυμία καταθετών και τραπεζών να αναλάβουν κίνδυνο μετά την κρίση του 2013, συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο ο τραπεζικός τομέας λειτουργεί περισσότερο ως «αποθήκη» ρευστότητας παρά ως μηχανή χρηματοδότησης της οικονομίας.
ΜΕΔ και δικαιοσύνη
Σε ό,τι αφορά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια υπάρχει ανησυχία. Στα μέσα του 2025, τα ΜΕΔ εκτός τραπεζών ανέρχονταν περίπου στα 18,5 δισ. ευρώ, ή γύρω στο 51% του ΑΕΠ, με πάνω από το 30% του χρέους νοικοκυριών και επιχειρήσεων να βρίσκεται στα χέρια αυτών των εταιρειών εξαγοράς πιστώσεων. Παρότι αυτό επέτρεψε στις τράπεζες να καθαρίσουν τους ισολογισμούς τους και να βελτιώσουν τους δείκτες φερεγγυότητας, η πραγματική οικονομία συνεχίζει να κουβαλά ένα πολύ βαρύ φορτίο ιδιωτικού χρέους.
Το ΔΝΤ σχολιάζει ότι οι μεγάλες εκκρεμότητες στα ΜΕΔ και η αργή απονομή δικαιοσύνης αποτελούν έναν από τους βασικούς λόγους που η κυπριακή τραπεζική αγορά παραμένει επιφυλακτική σε ό,τι αφορά τον δανεισμό νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Η μακρά διάρκεια εκδίκασης υποθέσεων, οι μεγάλες καθυστερήσεις, η περιορισμένη εξειδίκευση των δικαστηρίων και η ελλιπής ψηφιοποίηση αποτελούν δυσκολεύουν την έγκαιρη εκτέλεση εξασφαλίσεων, τις διαδικασίες αφερεγγυότητας και, τελικά, την επίλυση των ΜΕΔ.
Πρόσθετα, οι πρόσφατες νομοθετικές πρωτοβουλίες για αλλαγές στο πλαίσιο εκποιήσεων αντιμετωπίζονται από το ΔΝΤ ως σοβαρή οπισθοδρόμηση. Η διεύρυνση των δυνατοτήτων του δανειολήπτη να προσβάλλει και να καθυστερεί τη διαδικασία, η εισαγωγή νέων διαδικαστικών σταδίων και η ενίσχυση της δυνατότητας προσφυγής σε πολλαπλά δικαιοδοτικά επίπεδα δημιουργούν, σύμφωνα με το Ταμείο, κλίμα νομικής αβεβαιότητας. Αυτό, κατά την ανάλυση της έκθεσης, υπονομεύει την πειθαρχία πληρωμών, αποδυναμώνει τη λειτουργία του πλαισίου εκποιήσεων ως «απειλή» που ενθαρρύνει τις ρυθμίσεις και επιβραδύνει περαιτέρω την επίλυση των παλιών ΜΕΔ.
Το αποτέλεσμα είναι η δυσκολία στον δανεισμό επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Οι εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων δυσκολεύονται να διαχειριστούν τα «κόκκινα» δάνεια που κατέχουν, οι τράπεζες γνωρίζουν ότι η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεση για την είσπραξη εξασφαλίσεων και η δικαστική οδός είναι αργή και αβέβαιη, με συνέπεια να παραμένουν πολύ πιο επιφυλακτικές στη χορήγηση νέων δανείων, ειδικά προς νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Τα παραπάνω, σύμφωνα με το ΔΝΤ, εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί ο λόγος δανείων προς καταθέσεις παραμένει χαμηλός, παρά την ισχυρή κεφαλαιακή θέση του συστήματος.
Το Ταμείο καλεί τις κυπριακές αρχές να διατηρήσουν ένα «αποτελεσματικό πλαίσιο εκποιήσεων» και να αποφύγουν παρεμβάσεις που αποδυναμώνουν την αξιοπιστία του, τονίζοντας ότι αυτό δεν είναι μόνο ζήτημα πίεσης προς τους στρατηγικούς κακοπληρωτές αλλά και προϋπόθεση για την ανάκαμψη της πιστωτικής διαμεσολάβησης και των επενδύσεων. Παράλληλα, συνδέει τη μείωση των ΜΕΔ με την ευρύτερη μεταρρύθμιση της δικαιοσύνης ζητώντας περισσότερους δικαστές και υποστηρικτικό προσωπικό, πλήρη λειτουργία του Εμπορικού Δικαστηρίου, αναβάθμιση του συστήματος διαχείρισης υποθέσεων και μεγαλύτερη εξειδίκευση σε εμπορικές και χρηματοοικονομικές υποθέσεις.
Η έκθεση υπενθυμίζει ότι ο μέσος χρόνος ολοκλήρωσης αστικών και εμπορικών υποθέσεων στην Κύπρο παραμένει ο μεγαλύτερος στην ΕΕ, ενώ ο όγκος εκκρεμών υποθέσεων -αν και μειωμένος σε σχέση με το παρελθόν- εξακολουθεί να περιορίζει ουσιαστικά την ικανότητα των δικαστηρίων να ανταποκριθούν σε νέα κύματα διαφορών. Η οποιαδήποτε αλλαγή στο πλαίσιο εκποιήσεων που αυξάνει τις προσφυγές και τις διαδικασίες, χωρίς ταυτόχρονη ενίσχυση της δικαστικής ικανότητας, απλώς επιμηκύνει ακόμη περισσότερο τις καθυστερήσεις, επισημαίνει το Ταμείο.
Πώς απαντά η κυβέρνηση
Οι κυπριακές αρχές αναγνωρίζουν ότι οι αλλαγές στο πλαίσιο εκποιήσεων ενέχουν κινδύνους για την πειθαρχία πληρωμών και μπορεί να ενθαρρύνουν μακρόσυρτες δικαστικές διαδικασίες. Τονίζουν όμως ότι στόχος τους είναι η ενίσχυση της προστασίας των ευάλωτων δανειοληπτών μέσω εργαλείων όπως το σχέδιο «Ενοίκιο Έναντι Δόσης» και η νομοθεσία για τους «εγκλωβισμένους αγοραστές» και υπογραμμίζουν ότι η βελτίωση της αποδοτικότητας της δικαιοσύνης παραμένει προτεραιότητα, με ψηφιοποίηση διαδικασιών, ενίσχυση της δικαστικής υπηρεσίας και σταδιακή εξειδίκευση των δικαστηρίων.
Ταυτόχρονα, βλέπουν τον τραπεζικό τομέα ως «σημαντικό ανάχωμα» απέναντι στους εξωτερικούς κραδασμούς. Σε ό,τι αφορά την πιστωτική επέκταση αυτή έχει αρχίσει από πολύ χαμηλή βάση, θεωρούν τον ρυθμό ανάπτυξης του νέου δανεισμού ως ένδειξη δυναμισμού και εκτιμούν ότι η πιστωτική επέκταση είχε ευρεία βάση και υπόκειται σε υψηλά πρότυπα.
Τα υψηλά κεφάλαια και η ρευστότητα επιτρέπουν στο σύστημα να απορροφά σοκ χωρίς να μεταδίδει αστάθεια στην πραγματική οικονομία. Συμφωνούν όμως ότι, η βελτίωση της αποτελεσματικότητας του δικαστικού τομέα, ειδικά στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων της διαδικασίας εκποιήσεων, θα αποτελούσε σημαντικό παράγοντα για την εμβάθυνση της πιστωτικής αγοράς.






