Τα δεδομένα δείχνουν ότι η κυπριακή οικονομία καταγράφει ισχυρή ανάπτυξη και το τραπεζικό σύστημα διαθέτει άφθονη ρευστότητα. Ωστόσο, αυτή η ρευστότητα δεν φτάνει εύκολα στις μικρομεσαίες και καινοτόμες επιχειρήσεις. Οι τράπεζες αποτελούν πρακτικά τον μοναδικό δρόμο χρηματοδότησης στην Κύπρο. Καλύπτουν περίπου το 45% των συνολικών χρηματοδοτικών αναγκών των επιχειρήσεων (μη χρηματοδοτικών εταιρειών). Το νούμερο αυτό είναι ιδιαίτερα υψηλό αν συγκριθεί με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος βρίσκεται μόλις στο 27%.
Τα επίσημα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου αποτυπώνουν με ακρίβεια το μέγεθος αυτής της εξάρτησης. Οι συνολικές χορηγήσεις προς μη χρηματοδοτικές εταιρείες ανέρχονται στα €13,3 δισ. Από αυτό το ποσό, τα €8,3 δισ. κατευθύνονται σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ). Το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων στις επιχειρήσεις διαμορφώνεται στο 2,4%.
Την ίδια στιγμή, οι εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης είναι πρακτικά ανύπαρκτες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τονίζει ότι η κεφαλαιαγορά της Κύπρου παραμένει ανεπαρκώς αναπτυγμένη. Η χρηματοδότηση που αντλείται μέσω των αγορών κεφαλαίου αντιστοιχεί μόλις στο 9,5% του ΑΕΠ, όταν στην ΕΕ το αντίστοιχο ποσοστό αγγίζει το 50%. Αυτό σημαίνει ότι εταιρείες που αναζητούν εναλλακτικούς τρόπους επένδυσης –όπως μετοχικό κεφάλαιο, ομόλογα ή στρατηγικούς επενδυτές– αντιμετωπίζουν σοβαρούς περιορισμούς.
«Μολονότι η δανειοδότηση εγκατεστημένων μη χρηματοδοτικών εταιρειών αναμένεται να παραμείνει ισχυρή, δεδομένης της άφθονης ρευστότητας του τραπεζικού τομέα της Κύπρου (η υψηλότερη στη ζώνη του ευρώ), οι προοπτικές εξασφάλισης χρηματοδότησης για νέες επιχειρήσεις αναμένεται να παραμείνουν υποτονικές», σχολιάζει έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που συνοδεύει τις συστάσεις σχετικά με την οικονομική, κοινωνική, διαρθρωτική και δημοσιονομική πολιτική και την πολιτική απασχόλησης της Κύπρου.
Οι υπηρεσίες της επιτροπής διαπιστώνουν ότι «η ανεπαρκής αξιοποίηση εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης αποτελεί ένδειξη διαρθρωτικής αδυναμίας στο πλαίσιο του επιχειρηματικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος της Κύπρου, για τη δημιουργία κατάλληλων δεσμών με εγχώρια και ξένα χρηματοδοτικά μέσα για όλες τις κατηγορίες νεοφυών επιχειρήσεων, καινοτόμων ή μη».
«Η έλλειψη», προστίθεται, «επιλογών χρηματοδότησης επιδεινώνεται από την περιορισμένη συμμετοχή των νοικοκυριών και την περιορισμένη θεσμική συμμετοχή σε ιδιωτικές επενδύσεις. Ελλείψει εδραιωμένης επενδυτικής νοοτροπίας και αξιόπιστων επενδυτικών εναλλακτικών λύσεων, τα νοικοκυριά προτιμούν να επενδύουν σε ακίνητα ή να διατηρούν τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά τους στοιχεία σε αποταμιεύσεις και όχι σε άλλα είδη επενδύσεων, καθώς μόνο το 3% επενδύει τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία του σε επενδυτικά κεφάλαια, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ (10%). Από την άλλη πλευρά, τα συνταξιοδοτικά και τα ασφαλιστικά ταμεία της Κύπρου είναι κατακερματισμένα, κατάσταση που παρακωλύει την αποτελεσματική διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων και, κατά συνέπεια, περιορίζει τις επιλογές χρηματοδότησης για τις μικρές επιχειρήσεις».
Η ενθάρρυνση των κυπριακών νοικοκυριών και θεσμικών επενδυτών να διοχετεύουν πρόσθετα κεφάλαια στην κυπριακή κεφαλαιαγορά θα μπορούσε να μειώσει την εξάρτηση των τραπεζών από τις καταθέσεις, να ενισχύσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, να τονώσει την ανταγωνιστικότητα και, τελικά, θα προωθήσει την οικονομική ανάπτυξη. Ωστόσο είμαστε ακόμη μακριά από μια τέτοια στροφή των νοικοκυριών και θεσμικών επενδυτών.
Πρόβλημα αποτελεί και το γεγονός ότι η παρουσία αυξημένων καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα δεν συνεπάγεται και μια ακμαία ιδιωτική αποταμίευση. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατά μέσο όρο, ο δείκτης καθαρής ιδιωτικής αποταμίευσης είναι μηδενικός, τιμή που δείχνει ότι οι ιδιωτικές αποταμιεύσεις επαρκούν μόνο για την κάλυψη της ανάλωσης πάγιου κεφαλαίου χωρίς εξωτερικό δανεισμό. Ωστόσο, δεν είναι επαρκείς για τη χρηματοδότηση περαιτέρω επενδύσεων μέσω των κεφαλαιαγορών, σε εγχώριο ή διεθνές επίπεδο.
Δεδομένου ότι η εγχώρια αποταμίευση από μόνη της δεν επαρκεί συστηματικά για τη χρηματοδότηση νέων επενδύσεων και τη διατήρηση της υφιστάμενης κεφαλαιακής υποδομής σε συνδυασμό με τη μεταβλητότητα της καθαρής αποταμιευτικής θέσης της κυβέρνησης, η Κύπρος παρέμεινε καθαρός δανειολήπτης από τη διεθνή κοινότητα, με μέσο όρο δανεισμού περίπου 5,1 % του ΑΕΠ.
Κριτήρια και Δικαιοσύνη
Η παραπάνω κατάσταση, με τις τράπεζες να αναλαμβάνουν ένα μονοπωλιακό ρόλο στη χρηματοδότηση, έχει παρενέργειες και δημιουργεί απαιτήσεις σε ό,τι αφορά τη διαχείριση των δανείων.
Οι τράπεζες διατηρούν εξαιρετικά αυστηρές πιστοδοτικές απαιτήσεις και δείχνουν μικρή διάθεση για ανάληψη ρίσκου. Αποτέλεσμα; Οι μικρές, οι νεοφυείς και οι ταχέως αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις βρίσκουν συχνά την πόρτα των τραπεζών κλειστή.
«Οι αυστηρές απαιτήσεις δανειοδότησης που επιβάλλονται, όπως είναι φυσικό, από τις παραδοσιακές τράπεζες, χωρίς εξειδικευμένες διευκολύνσεις για επενδύσεις υψηλότερου κινδύνου, περιορίζουν τη δυνατότητα νέων επιχειρήσεων χωρίς καθιερωμένο πιστωτικό ιστορικό να έχουν πρόσβαση σε δάνεια. Επιπλέον, η χρηματοδότηση μέσω των κεφαλαιαγορών εξακολουθεί να είναι ανεπαρκώς ανεπτυγμένη και η Κύπρος καταγράφει ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην ΕΕ», τονίζεται στο ίδιο κείμενο.
Για να γίνουν οι τράπεζες πιο ευέλικτες και να αναλάβουν υψηλότερο ρίσκο απέναντι σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά, απαιτείται ένα ταχύτερο και αποτελεσματικό πλαίσιο ανάκτησης των μη εξυπηρετούμενων οφειλών. Η σημερινή πραγματικότητα δείχνει ότι το ζήτημα της διαχείρισης των «κόκκινων» δανείων εξαρτάται άμεσα από το θεσμικό πλαίσιο και την ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης. Όσο τα δικαστήρια καθυστερούν να δώσουν λύσεις σε εμπορικές διαφορές, το περιβάλλον θα παραμένει εχθρικό για την παροχή νέων πιστώσεων και την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας.






