Τρεις στους δέκα Κυπρίους δυσκολεύονται οικονομικά να πραγματοποιήσουν διακοπές μιας εβδομάδας, όπως δείχνουν στοιχεία που δημοσίευσε την Πέμπτη η Eurostat. Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι για ακόμα μια χρονιά σημαντικό μέρος του πληθυσμού παλεύει καθημερινά για να ανταπεξέλθει σε βασικές ανάγκες.
Οι χαμηλοί μισθοί και η ακρίβεια φρενάρουν τη δυνατότητα για ταξίδια αναψυχής, έστω και για λίγο. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 2025 το 27,6% του κυπριακού πληθυσμού ηλικίας 16 ετών και άνω δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να κάνει μια εβδομάδα ετήσιων διακοπών μακριά από το σπίτι.
Το ποσοστό κυμαίνεται κοντά στο μέσο όρο της ΕΕ, που είναι 27,5%. To ποσοστό στην ΕΕ αυξήθηκε κατά 0,5 ποσοστιαίες μονάδες (π.μ.) σε σύγκριση με το 2024, αλλά είναι σημαντικά χαμηλότερο (κατά 7,7 π.μ.) από ό,τι πριν από μια δεκαετία, το 2015.
Σε δυσκολότερη οικονομική θέση είναι ο πληθυσμός σε Ρουμανία και Ελλάδα, όπου το 61,4% και 46,6% του πληθυσμού αντίστοιχα, δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να κάνουν μια εβδομάδα ετήσιων διακοπών. Ψηλό είναι το ποσοστό και στη Βουλγαρία (39,1%), όπως επίσης και στην Ουγγαρία (επίσης 39,1%).
Τις μικρότερες οικονομικές δυσκολίες για διακοπές έχουν οι πολίτες στο Λουξεμβούργο με μόλις 10,6% και ακολουθεί η Σουηδία με 12,4% και η Ολλανδία με 12,8%.
Τις οικονομικές δυσκολίες που περιορίζουν τη δυνατότητα για διακοπές κατέγραψε τον Ιούλιο του 2025 και η Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων, με την Κύπρο να περιλαμβάνεται στα δέκα κράτη-μέλη της ΕΕ με το υψηλότερο ποσοστό «φτώχειας διακοπών».
Τα χθεσινά στοιχεία της Eurostat, αλλά και τα δεδομένα που ανακοινώθηκαν την Τετάρτη για τους μισθούς των εργαζομένων από τη Στατιστική Υπηρεσία, καταδεικνύουν μιαν οδυνηρή αλήθεια για την κυπριακή κοινωνία, ότι δεν επωφελούνται όλοι και στον ίδιο βαθμό από τους θετικούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης.
Μέχρι €1.500... ακάθαρτα για το 34%
Οι οικονομικές δυσκολίες για μερίδα του πληθυσμού, αποτυπώνονται ανάγλυφα στα στοιχεία για τις μέσες ακαθάριστες μηνιαίες απολαβές των υπαλλήλων κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026.
Μέχρι €1.500 λαμβάνει το 33,9% των υπαλλήλων, την ίδια ώρα που το 25,2% λαμβάνει μισθούς πέραν των €3.000.
Οι συνολικές απολαβές εκτιμώνται στα €2.601 σε σύγκριση με €2.508 το πρώτο τρίμηνο του 2025, σημειώνοντας αύξηση 3,7%.
Το μεγαλύτερο ποσοστό των υπαλλήλων καταγράφεται στην κατηγορία ακαθάριστων μηνιαίων απολαβών €1.500–€2.999 και ανέρχεται στο 40,9%.
Ανομοιομορφία στους μισθούς
Για την ανομοιομορφία στους μισθούς, αναφορά έκανε και η Κεντρική Τράπεζα στην ετήσια έκθεση χρηματοοικονομικής σταθερότητας που δημοσίευσε την Τρίτη.
Η ανθεκτικότητα της αγοράς εργασίας, υποστήριξε, εξακολουθεί, προς το παρόν, να στηρίζει τη συνολική αύξηση του εισοδήματος των νοικοκυριών και να περιορίζει τις ευπάθειές τους.
Αναλυτικότερα, σημείωσε, οι απολαβές των εργαζομένων συνέχισαν την ανοδική τους πορεία το 2025, με τις μέσες και διάμεσες απολαβές να αυξάνονται με ρυθμούς σημαντικά υψηλότερους του πληθωρισμού, οδηγώντας σε περαιτέρω ενίσχυση των πραγματικών αποδοχών των νοικοκυριών.
«Η εξέλιξη αυτή στήριξε την αγοραστική τους δύναμη και βελτίωσε, σε συνολικό επίπεδο, τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους τους», ανέφερε.
Εντούτοις, υπογράμμισε, η θετική αυτή εξέλιξη δεν κατανέμεται ομοιόμορφα σε όλα τα εισοδηματικά στρώματα, καθώς τα νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος φαίνεται να έχουν επωφεληθεί σε μικρότερο βαθμό από τις ευνοϊκές συνθήκες της αγοράς εργασίας.
«Συγκεκριμένα, η αύξηση των απολαβών τους ανήλθε σε 3,9%, έναντι 7,1% για τα νοικοκυριά υψηλότερου εισοδήματος, γεγονός που υποδηλώνει διαφοροποιημένη ενίσχυση της χρηματοοικονομικής τους θέσης και περιορισμένο περιθώριο βελτίωσης της ανθεκτικότητας για τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά», τόνισε.






