O ευρωπαϊκός οίκος αξιολόγησης Scope Ratings σε πρόσφατη ανάλυσή του προειδοποιεί ότι ο κλιματικός κίνδυνος εξελίσσεται σε ολοένα σημαντικότερο παράγοντα κατά την πιστοληπτική αξιολόγηση των τραπεζών, ακόμη κι αν μέχρι σήμερα οι άμεσες ζημιές στα ευρωπαϊκά χαρτοφυλάκια παραμένουν περιορισμένες.
Η μελέτη με τίτλο "Ο κλιματικός κίνδυνος στις αξιολογήσεις των τραπεζών: Διαδρομές μετάδοσης και μεθοδολογικές επιπτώσεις" αντιμετωπίζει τον κλιματικό κίνδυνο ως παράγοντα που διαπερνά και επηρεάζει οριζόντια το λειτουργικό περιβάλλον, το επιχειρηματικό μοντέλο, την κερδοφορία, την ποιότητα ενεργητικού, το κεφάλαιο και τη ρευστότητα.
Για τον κυπριακό τραπεζικό κλάδο, που δραστηριοποιείται σε μια μικρή, κλιματικά ευάλωτη οικονομία, με ιστορικό υψηλού επιπέδου μη εξυπηρετούμενων δανείων και ένα πλαίσιο εκποιήσεων υπό διαρκή δοκιμασία, η κλιματική διάσταση προσθέτει περισσότερο ρίσκο στον πιστωτικό κίνδυνο σε σύγκριση με άλλες χώρες με ταχύτερες διαδικασίες ανάκτησης εξασφαλίσεων. Αυτό προσθέτει ακόμη ένα σκαλί δυσκολίας στη δανειοδότηση επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Αν όχι σήμερα, πιθανότατα τα επόμενα χρόνια.
Ο Scope περιγράφει τον κλιματικό κίνδυνο ως «πολλαπλασιαστή» υπαρχόντων κινδύνων – δεν δημιουργεί νέα κατηγορία, αλλά ενισχύει τον πιστωτικό, τον μακροοικονομικό, τον κίνδυνο αγοράς και ρευστότητας. Βραχυπρόθεσμα, η μετάδοση γίνεται κυρίως μέσω αυστηρότερων εποπτικών απαιτήσεων, κινδύνου φήμης και οξέων φυσικών καταστροφών (πλημμύρες, πυρκαγιές, καύσωνες) που πλήττουν δανειολήπτες και εξασφαλίσεις.
Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, ο Scope χαρτογραφεί πώς οι φυσικοί και μεταβατικοί κίνδυνοι επηρεάζουν το μακροοικονομικό προφίλ μιας χώρας, τη δομή των κλάδων, τη συγκέντρωση σε ευάλωτες δραστηριότητες, τις αξίες των ακινήτων-εξασφαλίσεων, τις ανάγκες κεφαλαίου και τη σταθερότητα της χρηματοδότησης. Στο πλαίσιο της μεθοδολογίας FI, αυτό ενσωματώνεται στις αξιολογήσεις του λειτουργικού περιβάλλοντος, του επιχειρηματικού μοντέλου, της κερδοφορίας και της έκθεσης σε κινδύνους.
Τι σημαίνει για την Κύπρο
Η αξιολόγηση του λειτουργικού περιβάλλοντος του οίκου της Scope στηρίζεται στην οικονομική ισχύ, στη απόδοση του τραπεζικού τομέα και στις δομικές συνθήκες. Σε όλους, ο κλιματικός παράγοντας μπορεί σταδιακά να λειτουργήσει ως παράγοντας αποδυνάμωσης.
Η Κύπρος, με υψηλή έκθεση σε θερμότητα, ξηρασία, πυρκαγιές και άνοδο της στάθμης της θάλασσας στην Ανατολική Μεσόγειο, βρίσκεται αντικειμενικά σε πιο ευάλωτη θέση από οικονομίες της Βόρειας Ευρώπης.
Τυχόν μακροχρόνια επίδραση στην παραγωγικότητα – ιδίως σε τουρισμό, ακίνητα και γεωργία – μπορεί να συμπιέσει το δυνητικό ΑΕΠ, να αυξήσει τη μεταβλητότητα των εισοδημάτων και να επιβαρύνει την κυκλικότητα των τραπεζικών κερδών. Ο Scope επισημαίνει ότι τέτοιου τύπου επιδείνωση στο λειτουργικό περιβάλλον, είναι δύσκολο να αντισταθμιστεί από τις ίδιες τις τράπεζες, όταν δραστηριοποιούνται κυρίως σε μία χώρα.
Σύνδεση με πιστωτικό κίνδυνο και ΜΕΔ
Ο Scope περιγράφει δύο βασικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων ο κλιματικός κίνδυνος μεταφράζεται σε πιστωτικό κίνδυνο: αύξηση της πιθανότητας αθέτησης (PD) και αύξηση της ζημιάς σε περίπτωση αθέτησης (LGD). Ακίνητα σε περιοχές υψηλού φυσικού κινδύνου – παράκτιες ζώνες, περιοχές με συχνές πυρκαγιές ή πλημμύρες – κινδυνεύουν από υποτίμηση, οδηγώντας σε χαμηλότερες αξίες εξασφαλίσεων και υψηλότερο LGD για τις τράπεζες.
Παράλληλα, κλάδοι με υψηλές εκπομπές ή ενεργοβόρα μοντέλα (τουρισμός με ενεργειακά αναποτελεσματικές υποδομές, βιομηχανίες με υψηλό ενεργειακό κόστος) μπορεί να δουν τα περιθώρια κέρδους να διαβρώνονται από αυστηρότερους κανόνες, υψηλότερες τιμές ενέργειας και ανάγκες συμμόρφωσης. Αυτό αυξάνει τον κίνδυνο τα δάνεια προς αυτές τις επιχειρήσεις να καταστούν μη εξυπηρετούμενα, ιδίως σε οικονομίες με μεγάλη κλαδική συγκέντρωση όπως η κυπριακή.
Το κυπριακό τραπεζικό σύστημα παραμένει έντονα εγχώριο, με μεγάλο μέρος του δανειακού χαρτοφυλακίου σε ακίνητα και μικρομεσαίες επιχειρήσεις στους τομείς των υπηρεσιών και του τουρισμού. Αυτοί οι κλάδοι είναι από τους πιο εκτεθειμένους σε φυσικούς κινδύνους (καύσωνες, πυρκαγιές, στρες υδάτινων πόρων) καθώς και σε μελλοντικά πρότυπα «πράσινων» επενδύσεων και προδιαγραφών.
Σε μια οικονομία όπως η κυπριακή, ο κλιματικός κίνδυνος αυξάνει την πιθανότητα δημιουργίας νέων ΜΕΔ μέσω τριών «οδών».
Πρώτον, μέσω της επιδείνωσης εισοδημάτων σε ευάλωτους κλάδους (τουρισμός, ακίνητα, γεωργία) όταν κλιματικά επεισόδια πλήττουν την οικονομική δραστηριότητα.
Δεύτερον, μέσω σταδιακής υποτίμησης εξασφαλίσεων σε περιοχές υψηλού κινδύνου, που κάνει κάθε αθέτηση ακριβότερη για τις τράπεζες.
Τρίτον, μέσω μεταβατικού κινδύνου για επιχειρήσεις που καθυστερούν να προσαρμοστούν σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών – κάτι που ήδη αποτυπώνεται σε stress tests και σενάρια κλιματικών κινδύνων που διενεργούν οι ίδιες οι τράπεζες. Ο Scope σημειώνει ότι όσο βελτιώνονται τα δεδομένα και τα μοντέλα, η επίδραση του κλιματικού κινδύνου στα οικονομικά μεγέθη των τραπεζών θα γίνεται πιο ορατή και συγκρίσιμη και θα ενσωματωθεί σε αξιολογήσεις και κεφαλαιακές απαιτήσεις.
Εδώ παρεμβάλλεται ένα καθαρά κυπριακό πρόβλημα, η αδυναμία του θεσμικού πλαισίου να στηρίξει γρήγορη αναδιάρθρωση και ανάκτηση μη εξυπηρετούμενων δανείων. Το ΔΝΤ και άλλοι θεσμοί έχουν επανειλημμένα επισημάνει ότι οι καθυστερήσεις στη δικαιοσύνη και οι παρεμβάσεις στο πλαίσιο εκποιήσεων υπονομεύουν την κουλτούρα πληρωμών και κρατούν ψηλά το δομικό απόθεμα ΜΕΔ.
Η πρόσφατη προειδοποίηση της ΕΚΤ για τις τροποποιήσεις στο πλαίσιο εκποιήσεων είναι ενδεικτική. Υπενθυμίζεται ότι η κεντρική τράπεζα εκτιμά ότι μια γενικευμένη αναστολή εκποιήσεων ενθαρρύνει στρατηγικούς κακοπληρωτές, αυξάνει τη νομική αβεβαιότητα γύρω από την ανάκτηση και μπορεί να οδηγήσει σε αυστηρότερη χορήγηση νέων δανείων και υψηλότερα επιτόκια. Με άλλα λόγια, αποδυναμώνει ακριβώς τα εργαλεία που χρειάζονται οι τράπεζες για να διαχειριστούν μια νέα γενιά ΜΕΔ που μπορεί να πυροδοτήσει η κλιματική κρίση.
Η ανάλυση του Scope τονίζει ότι ο κλιματικός κίνδυνος πρέπει να ενσωματώνεται στα υφιστάμενα κεφάλαια της διαχείρισης κινδύνων. Για τις κυπριακές τράπεζες αυτό συνεπάγεται πιο λεπτομερή γεωγραφική χαρτογράφηση κινδύνων στα χαρτοφυλάκια ακινήτων, αυστηρότερες πολιτικές εξασφαλίσεων σε παράκτιες και δασικές περιοχές και στοχευμένα προϊόντα «πράσινης μετάβασης» για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Ταυτόχρονα, προκαλεί πίεση στον κύπριο νομοθέτη να σταθεροποιήσει το πλαίσιο των εκποιήσεων και να επιταχύνει την απονομή της δικαιοσύνης.






