Το τίμημα της οικονομικής πολιτικής

ΠΟΛΙΤΗΣ NEWS

Header Image

Η αγοραστική δύναμη συνήθως συνδέεται με τον πραγματικό μισθό - η πτώση των πραγματικών μισθών συνδέεται με μείωση της αγοραστικής δύναμης, ενώ η αύξηση των πραγματικών μισθών συνδέεται με αύξηση της αγοραστικής δύναμης

*Νεκτάριος Μιχαήλ

Ας ξεκινήσουμε με μια ιστορική αναδρομή: μετά από το «υψηλό» του 0,75% στα μέσα του 2011, η ΕΚΤ συνέχισε να μειώνει τα επιτόκια της έως ότου το επιτόκιο της διευκόλυνσης καταθέσεων φτάσει στο μηδέν, ακριβώς ένα χρόνο αργότερα. Στη συνέχεια, με μια άνευ προηγουμένου κίνηση, μείωσε το επιτόκιο κάτω από το μηδέν περίπου δύο χρόνια μετά (Ιούνιος 2014). Οι λόγοι που επικαλέστηκαν για να δικαιολογηθεί αυτή η κίνηση ήταν η μείωση του κόστους δανεισμού και η επακόλουθη ενθάρρυνση των επενδύσεων και των δαπανών. Όμως, σε τελική ανάλυση επρόκειτο για μια προσπάθεια ενίσχυσης του πληθωρισμού και καταπολέμησης των αποπληθωριστικών πιέσεων (ΕΚΤ).

Οι λόγοι για τον χαμηλότερο πληθωρισμό εκείνη την εποχή, καθώς και καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου των αρνητικών επιτοκίων του 2014-2019 (εξαιρούμε την περίοδο της πανδημίας του Covid-19 προς το παρόν), μπορούν να αποδοθούν σε δύο παράγοντες: πρώτον, στη σταθεροποίηση των τιμών του πετρελαίου με πολύ χαμηλή μεταβλητότητα σε σύγκριση με τα ιστορικά δεδομένα, καθώς οι τιμές διακυμάνθηκαν μεταξύ 50 και 70 δολαρίων ανά βαρέλι καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου. Αυτό συνέβαλε επίσης στη σταθεροποίηση των τιμών των τροφίμων, οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις τιμές των λιπασμάτων, τα οποία παράγονται με τη χρήση πετρελαϊκών προϊόντων. Ο δεύτερος παράγοντας ήταν η σταθεροποίηση των τιμών των μη ενεργειακών βιομηχανικών αγαθών (NEIG), η οποία οφείλεται στην εντυπωσιακή σταθερότητα των τιμών εισαγωγής κατά την περίοδο 2010-2019: ο σχετικός δείκτης τιμών εισαγωγής στη βιομηχανία κατέγραψε συνολική αύξηση μόλις 3,7% κατά την περίοδο 2010-2019, ενώ παρέμεινε σταθερός κατά την περίοδο 2014-2019. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ένα χαμηλό ποσοστό πληθωρισμού, όπως δείχνουν τα σχετικά στοιχεία στον Πίνακα 1.

Σε μια προσπάθεια να ωθήσει τις τιμές προς τα πάνω, η ΕΚΤ επέλεξε να δοκιμάσει τα όρια της νομισματικής πολιτικής. Τον Ιούνιο του 2014 επιβλήθηκαν αρνητικά επιτόκια, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, ενώ η ΕΚΤ μείωσε περαιτέρω το επιτόκιο πολιτικής τρεις ακόμη φορές έως το 2016, ορίζοντάς το στο -0,40%. Μια περαιτέρω μείωση πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2019, τοποθετώντας το επιτόκιο πολιτικής στο -0,50%.

Όπως όμως δείχνει ο παραπάνω πίνακας, οι προσπάθειες της ΕΚΤ δεν στέφθηκαν με επιτυχία. Ο πληθωρισμός παρέμεινε επίμονα χαμηλός, με μέσο όρο μόλις 0,89% κατά την περίοδο 2014-2019, λόγω των χαμηλών τιμών ενέργειας και NEIG. Αυτές οι δύο κατηγορίες δεν μπορούν να επηρεαστούν ουσιαστικά από τις μεταβολές των επιτοκίων, δεδομένης της εξάρτησής τους από τις διεθνείς τιμές (συμπεριλαμβανομένων των βασικών εμπορευμάτων). Επιπλέον, η κορύφωση της φάσης της παγκοσμιοποίησης σημειώθηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου, με εταιρείες να μεταφέρουν την παραγωγή τους σε χώρες με χαμηλούς μισθούς, όπως η Κίνα, η Ινδία και το Βιετνάμ, κρατώντας χαμηλά τις τιμές εισαγωγών, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Όπως έχει επίσης προαναφερθεί, οι τιμές ενέργειας παρέμειναν χαμηλές, ανάμεσα στα 50 με 70 δολάρια ανά βαρέλι, και οι τιμές τροφίμων παρέμειναν εξίσου χαμηλές.

Η μόνη κατηγορία που θα μπορούσε ενδεχομένως να επηρεαστεί από τη νομισματική πολιτική ήταν αυτή του πληθωρισμού των υπηρεσιών, η οποία επίσης παρουσίαζε χαμηλούς ρυθμούς αύξησης και, στην πραγματικότητα, δεν παρουσίασε καμία μεταβολή κατά τη διάρκεια της περιόδου. Αυτή ήταν ακριβώς η κατηγορία στην οποία στόχευε η ΕΚΤ, με τη μείωση των επιτοκίων να αποσκοπεί στην τόνωση της δανειοδότησης μέσω της χαλάρωσης του κόστους των δανεισμού, κάτι που (θεωρητικά) θα ενίσχυε επίσης τις επενδύσεις.

Ωστόσο, αυτό που συνέβη στην πράξη ήταν μια αργή αλλά σταθερή μείωση της αγοραστικής δύναμης, αν και όχι με τα συνήθη μέσα. Η αγοραστική δύναμη συνήθως συνδέεται με τον πραγματικό μισθό – η πτώση των πραγματικών μισθών συνδέεται με μείωση της αγοραστικής δύναμης, ενώ η αύξηση των πραγματικών μισθών συνδέεται με αύξηση της αγοραστικής δύναμης. Άρα, μπορεί κανείς να υπολογίσει το σωρευτικό αποτέλεσμα συγκρίνοντας τη συνολική μεταβολή των μισθών με τη συνολική μεταβολή του πληθωρισμού. Κατά την περίοδο 2014-2019, οι μισθοί πράγματι αυξήθηκαν συγκριτικά περισσότερο από τον πληθωρισμό, αλλά σε μικρό βαθμό. Η μέση διαφορά των μισθών έναντι του πληθωρισμού ήταν μόλις 1% ετησίως κατά την περίοδο 2014-2019, τόσο για τη ζώνη του ευρώ όσο και για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρά το μικρό μέγεθος της διαφοράς, θεωρητικά, οι καταναλωτές ευνοήθηκαν, άρα θα έπρεπε να είναι ικανοποιημένοι. Ωστόσο, υπάρχει και μια άλλη σημαντική πτυχή.

Πίνακας 2: Συνολική Ψαλίδα Αύξησης Τιμών Κατοικιών και Μισθών (2014-2021)

Πηγή: Eurostat, υπολογισμοί συγγραφέα.

Ας περάσουμε τώρα στη σωρευτική διαφορά μεταξύ της αύξησης των τιμών των κατοικιών και της αύξησης των μισθών. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω εξαετούς περιόδου, η ψαλίδα μεταξύ της αύξησης των τιμών των κατοικιών και της αύξησης των μισθών άνοιξε σημαντικά, με τις τιμές των κατοικιών να αυξάνονται κατά περίπου 9,5% περισσότερο σε σύγκριση με τους μισθούς (μέσοι όροι ΕΕ και Ζώνης του Ευρώ). Η κατάσταση γίνεται ακόμη χειρότερη αν συμπεριλάβουμε την περίοδο της πανδημίας του Covid (διάγραμμα πιο πάνω), όπου η μέση διαφορά μεταξύ της αύξησης των τιμών των κατοικιών και της αύξησης των μισθών στην ΕΕ και τη Ζώνη του Ευρώ ανήλθε σε περίπου 22%. Πρόσφατες έρευνες για αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες καταλήγουν σε παρόμοια αποτελέσματα.

Συνέβαλαν σε αυτό τα επιτόκια; Εν μέρει. Πρέπει να θυμόμαστε ότι τα επιτόκια δεν είναι η ρίζα όλων των κακών, αλλά ούτε και πανάκεια. Τα υψηλότερα επιτόκια μπορούν να περιορίσουν την αύξηση των τιμών των κατοικιών, αλλά είναι λιγότερο αποτελεσματικά στην περίπτωση του πληθωρισμού που οφείλεται στην προσφορά (όπως οι διακυμάνσεις των τιμών του πετρελαίου). Ταυτόχρονα, εάν το υποκείμενο οικονομικό περιβάλλον δεν είναι ευοίωνο, οι τράπεζες ενδέχεται να είναι λιγότερο πρόθυμες να χορηγήσουν δάνεια, εμποδίζοντας έτσι την αύξηση των δανείων.

Τα παραδείγματα αυτά υποδηλώνουν ότι τα επιτόκια αποτελούν ένα εργαλείο που επηρεάζει τις αποφάσεις για επενδύσεις και αποταμίευση. Ωστόσο, δεν είναι όλες οι επενδύσεις ίδιες. Εάν η πλειοψηφία των επενδύσεων κατευθύνεται είτε σε αναπτύξεις ακινήτων είτε στη χρηματιστηριακή αγορά (ο δείκτης DAX σημείωσε άνοδο 50% την περίοδο 2014-2019), τότε είναι απίθανο τα κεφάλαια αυτά να φτάσουν στον μέσο καταναλωτή, ο οποίος δεν θα δει καμία ουσιαστική αύξηση στους μισθούς του – ειδικά αν πολλά από τα δομικά υλικά είναι εισαγόμενα. Μόνο όταν οι επενδύσεις κατευθύνονται σε παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία αυξάνεται ο πληθωρισμός, κάτι που δε συνέβη στη ζώνη του ευρώ κατά την προηγούμενη δεκαετία.

Αυτό φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με την κοινή αντίληψη για τον πληθωρισμό· όμως, πρόκειται  απλά για μια παρερμηνεία της φύσης των τιμών. Τόσο κατά την περίοδο 2014-2019 όσο και κατά τη διάρκεια της πανδημίας του Covid και της περιόδου 2022-2025, όλες οι πληθωριστικές διαταραχές ήταν εξωτερικές: στις δύο πρώτες περιόδους (2014-2019 και Covid), ο χαμηλότερος πληθωρισμός έπληξε τους μισθούς· στη δεύτερη (2022-2025), τους ενίσχυσε. Ομοίως, τα χαμηλότερα επιτόκια στις δύο πρώτες περιόδους συνέβαλαν στην αύξηση των τιμών των κατοικιών, ενώ τα υψηλότερα επιτόκια κατά την περίοδο 2022-2025 εμπόδισαν την αύξηση των τιμών των κατοικιών. Μετά την αύξηση των επιτοκίων το 2022, ως αντίδραση στον υψηλότερο πληθωρισμό, η σωρευτική διαφορά μεταξύ της αύξησης των τιμών κατοικιών και των μισθών μειώθηκε σε περίπου 19,5% έως το 2025, λόγω της υψηλότερης αύξησης των μισθών σε σύγκριση με την αύξηση των τιμών των κατοικιών. Φυσικά, και στις δύο περιπτώσεις, το γεγονός ότι η οικονομία της ζώνης του ευρώ συνέχισε να αναπτύσσεται επέτρεψε σε αυτές τις δυνάμεις να εκδηλωθούν και δεν έθεσε σε κίνδυνο καμία από τις προαναφερθείσες δυναμικές.

Αν και τα παραπάνω φαίνεται να αποτελούν μια διερεύνηση της δυναμικής των τιμών και των επιτοκίων, στην πραγματικότητα είναι καθοριστικά για την κατανόηση της ανισότητας. Καθώς η οικονομία δεν λειτουργεί χωρίς ανθρώπους, πρέπει να κατανοήσουμε ποιος επωφελήθηκε από την αύξηση των τιμών των κατοικιών και ποιος την προκάλεσε; Όπως φαίνεται, και στις δύο περιπτώσεις η απάντηση είναι τα υψηλότερα στρώματα πλούτου σε κάθε χώρα, καθώς το ποσοστό ιδιοκατοίκησης στη Ζώνη του Ευρώ μειώθηκε από 67,5% το 2014 σε 65,1% το 2025, με μόνο λίγες χώρες να καταγράφουν ήπια αύξηση (Ιρλανδία, Ιταλία, Λετονία, Ολλανδία, Σλοβακία). Αν και ορισμένες μελέτες υποδηλώνουν ότι οι υψηλότερες τιμές των κατοικιών είναι επωφελείς για το κατώτερο 50% του πληθυσμού, αυτό εξαρτάται από το γεγονός ότι τα άτομα αυτά διαθέτουν ήδη κάποιο είδος ακινήτου. Τα πραγματικά δεδομένα, με βάση την Έρευνα για τη Χρηματοοικονομική Κατάσταση και τις Καταναλωτικές Συνήθειες των Νοικοκυριών (HFCS), υποδηλώνουν ότι ο συντελεστής Gini, το πιο διαδεδομένο μέτρο της ανισότητας καθαρού πλούτου, παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος από την έρευνα του 2014 έως εκείνη του 2021 για τη ζώνη του ευρώ (από 0,691 το 2014 σε 0,690 το 2021). Εντούτοις, ο συντελεστής Gini μειώνεται σε 0,685 στην έρευνα του 2023, καταδεικνύοντας βελτίωση της ανισότητας, μετά από μόλις ένα έτος υψηλότερων επιτοκίων και υψηλότερου πληθωρισμού, επιβεβαιώνοντας τους μηχανισμούς που έχουν επισημανθεί προηγουμένως.

Συνοψίζοντας, σε μια οικονομία όπου καταγράφονται θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης, ένα περιβάλλον υψηλότερου πληθωρισμού, σε συνδυασμό με υψηλότερα επιτόκια, είναι ευνοϊκότερο για τους καταναλωτές, δεδομένου ότι οι μισθοί είναι πιο πιθανό να αυξηθούν και οι τιμές των κατοικιών θα είναι πιο συγκρατημένες, βελτιώνοντας έτσι την ανισότητα. Από την άλλη πλευρά, σε ένα καθεστώς χαμηλού πληθωρισμού και χαμηλών επιτοκίων, παρόλο που η οικονομική ανάπτυξη μπορεί να είναι έντονη, η χαμηλότερη αύξηση των τιμών συνεπάγεται χαμηλή αύξηση των μισθών, ενώ τα χαμηλά επιτόκια παρέχουν κίνητρα για μεγαλύτερη αύξηση των τιμών των κατοικιών, πλήττοντας τον καταναλωτή και αυξάνοντας την ανισότητα.

*Επικεφαλής Οικονομολόγος, Τράπεζα Κύπρου. Οι απόψεις που εκφράζονται είναι προσωπικές. Το άρθρο αναδημοσιεύεται από το Μπλοκ της Εταιρείας Κυπριακών Οικονομικών Μελετών. (https://cypruseconomicsociety.org/blog/blog-posts/)

 

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Διαβάστε περισσότερα