Σε τροχιά υλοποίησης εισέρχεται πλέον το σκέλος Κύπρου–Ισραήλ του Great Sea Interconnector (GSI), με δύο σημαντικές εξελίξεις μέσα σε διάστημα λίγων ημερών να αλλάζουν αισθητά το τοπίο γύρω από το πολυσυζητημένο έργο.
Η κατάθεση από τον ΑΔΜΗΕ του επενδυτικού αιτήματος προς τις Ρυθμιστικές Αρχές Κύπρου και Ισραήλ ήρθε να προστεθεί στην είσοδο της γαλλικής Meridiam στο επενδυτικό σχήμα του GSI, προσδίδοντας στο έργο σύμφωνα με εκτιμήσεις, όχι μόνο μεγαλύτερο οικονομικό βάρος αλλά και ισχυρότερη γεωπολιτική θωράκιση.
Η εικόνα που διαμορφώνεται πλέον είναι ενός έργου που, ύστερα από μήνες αβεβαιότητας, αντιπαραθέσεων και ερωτημάτων για τη βιωσιμότητα και τους γεωπολιτικούς κινδύνους, περνά σταδιακά από τις εξαγγελίες σε συγκεκριμένα βήματα.
Μιλώντας στον «Π», ο πρώην υπουργός Ενέργειας Γιώργος Παπαναστασίου εκτίμησε ότι οι τελευταίες κινήσεις δεν συνιστούν απλώς ένα «ξεπάγωμα» του έργου, αλλά δημιουργούν τις προϋποθέσεις για να προχωρήσει προς την υλοποίηση, κυρίως μέσω της διαχείρισης του μεγαλύτερου κινδύνου που το συνοδεύει: του γεωπολιτικού.
«Το βλέπω να πηγαίνει προς την υλοποίηση», ανέφερε χαρακτηριστικά, εκτιμώντας ότι η συμμετοχή της Meridiam και η ενεργότερη εμπλοκή του Ισραήλ δημιουργούν ένα ευρύτερο πλέγμα οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων γύρω από τη διασύνδεση.
Κατά τον ίδιο, «το έργο άρχισε να διασφαλίζεται από τους γεωπολιτικούς κινδύνους και από τις φωνές που ακούμε από την Τουρκία».
Καλώδιο 324 χιλιομέτρων
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του ΑΔΜΗΕ, το σκέλος Κύπρου–Ισραήλ προβλέπεται να έχει υπεράκτιο μήκος περίπου 324 χιλιομέτρων, ενώ το καλώδιο θα ποντιστεί σε βάθη μεταξύ 2.200 και 2.400 μέτρων. Ο σχεδιασμός προβλέπει ονομαστική μεταφορική ικανότητα 1.000 MW, με διπολικό σύστημα συνεχούς ρεύματος υψηλής τάσης 500 kV.
Στην Κύπρο ο σταθμός μετατροπής θα βρίσκεται στην Κοφίνου και στην ισραηλινή πλευρά στην περιοχή της Χαντέρα. Η ροή ηλεκτρισμού θα μπορεί να γίνεται και προς τις δύο κατευθύνσεις, γεγονός που επιτρέπει τόσο εισαγωγές όσο και εξαγωγές ενέργειας ανάλογα με τις ανάγκες και τις τιμές στις δύο αγορές.
Το επόμενο βήμα προς την επένδυση
Η νέα κίνηση του ΑΔΜΗΕ αφορά την υποβολή του λεγόμενου investment request στις Ρυθμιστικές Αρχές Κύπρου και Ισραήλ, μετά την ολοκλήρωση της μελέτης κόστους-οφέλους και της πρότασης για τον διασυνοριακό επιμερισμό του κόστους.
Πρόκειται για το απαραίτητο ρυθμιστικό βήμα προκειμένου οι δύο χώρες να συμφωνήσουν ποιο μέρος του κόστους θα αναλάβει η κάθε πλευρά. Μετά την ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας θα μπορεί να ληφθεί η τελική επενδυτική απόφαση (FID), η οποία θα ανοίξει τον δρόμο για τη χρηματοδότηση και την κατασκευαστική φάση.
Ο κ. Παπαναστασίου εξήγησε ότι η μελέτη κόστους-οφέλους αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία υπολογίζεται το όφελος για κάθε χώρα και, κατ’ επέκταση, το ποσοστό του κόστους που θα κληθεί να αναλάβει ο κάθε καταναλωτής.
Ως παράδειγμα παρέπεμψε στη διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, όπου ο υφιστάμενος επιμερισμός προβλέπει 63% για την Κύπρο και 37% για την Ελλάδα, σημειώνοντας ότι ανάλογη διαπραγμάτευση θα γίνει τώρα μεταξύ Κύπρου και Ισραήλ.
Ο ίδιος προειδοποίησε πάντως ότι τέτοιες διαπραγματεύσεις δεν είναι κατ’ ανάγκη εύκολες, καθώς κάθε πλευρά επιχειρεί να περιορίσει το κόστος που θα αναλάβει, τεκμηριώνοντας παράλληλα το όφελος που αποκομίζει από το έργο.
Το Ισραήλ βλέπει πρώτα την ασφάλεια
Καθοριστικής σημασίας για την πορεία του έργου θεωρείται η στάση του Ισραήλ.
Σύμφωνα με τον πρώην υπουργό Ενέργειας, το βασικό κίνητρο του Ισραήλ δεν είναι μόνο η οικονομική απόδοση της διασύνδεσης, αλλά πρωτίστως η ασφάλεια εφοδιασμού.
Το Ισραήλ, όπως ανέφερε, αντιμετωπίζει την ενεργειακή ασφάλεια ως ζήτημα στρατηγικής σημασίας και επιδιώκει να αποκτήσει μια αξιόπιστη εναλλακτική πηγή ηλεκτρικής ενέργειας, ιδιαίτερα σε συνθήκες κρίσης ή πολεμικής σύγκρουσης.
Η Κύπρος θεωρείται, σύμφωνα με τον κ. Παπαναστασίου, μια φιλική και αξιόπιστη χώρα μέσω της οποίας το Ισραήλ θα μπορεί να αποκτήσει πρόσβαση τόσο σε κυπριακή παραγωγή , ιδιαίτερα από ΑΠΕ, όσο και, μέσω της διασύνδεσης με την Ελλάδα, στο ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα.
Για τον λόγο αυτό θεωρεί ότι το έργο δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά με στενά οικονομικά κριτήρια.
«Η ασφάλεια προμήθειας» πρέπει, όπως είπε, να αποτελεί βασικό παράγοντα αξιολόγησης, παρομοιάζοντας τη λογική των ηλεκτρικών διασυνδέσεων με εκείνη των αμυντικών δαπανών: μια χώρα δεν αγοράζει οπλικά συστήματα επειδή προσδοκά οικονομικό κέρδος, αλλά επειδή χρειάζεται ασφάλεια.
Η Κύπρος στο κέντρο των ενεργειακών ροών
Για τον Γιώργο Παπαναστασίου, το μεγάλο διακύβευμα για τη Λευκωσία υπερβαίνει την ίδια την ηλεκτρική διασύνδεση.
Εφόσον το έργο ολοκληρωθεί, η Κύπρος θα βρεθεί ανάμεσα στο Ισραήλ και την ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρισμού, αποκτώντας έναν διαφορετικό στρατηγικό ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο.
«Το να είσαι στη μέση των ηλεκτρικών ροών μεταξύ Ισραήλ και Ευρώπης σου δίνει στρατηγική θέση», ανέφερε.
Και προειδοποίησε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορεί να παραμένει θεατής σε αποφάσεις που αφορούν ένα έργο στο οποίο βρίσκεται γεωγραφικά και ενεργειακά στο κέντρο. «Αν θέλουμε να έχουμε φωνή στις αποφάσεις, θα πρέπει να είμαστε μέσα. Διαφορετικά, τα έργα αυτά θα γίνουν χωρίς εμάς», σημείωσε.
Meridiam και Ισραήλ ως «γεωπολιτική ασπίδα»
Η είσοδος της γαλλικής Meridiam στο επενδυτικό σχήμα, ως πλειοψηφικού μετόχου στην εταιρεία Great Sea Interconnector, θεωρείται από τον κ. Παπαναστασίου εξέλιξη με σημασία πολύ μεγαλύτερη από την απλή εξασφάλιση κεφαλαίων.Σε συνδυασμό με την προώθηση του σκέλους Κύπρου–Ισραήλ, δημιουργεί γύρω από το GSI οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα χωρών με σημαντικό διεθνές αποτύπωμα.
Ο πρώην υπουργός εκτιμά ότι αυτός ακριβώς είναι ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να περιοριστεί ο γεωπολιτικός κίνδυνος που δημιουργούν οι τουρκικές αντιδράσεις. Κατά την άποψή του, η εμπλοκή του Ισραήλ ενισχύει παράλληλα τις πιθανότητες ευρύτερης αμερικανικής πολιτικής στήριξης και δυσκολεύει οποιαδήποτε προσπάθεια παρεμπόδισης του έργου.
«Θα μπορούσε να φέρει φθηνότερο ρεύμα»
Ο Γιώργος Παπαναστασίου απορρίπτει και το επιχείρημα ότι η διασύνδεση θα οδηγήσει αυτομάτως σε ακριβότερη ηλεκτρική ενέργεια για τον Κύπριο καταναλωτή. Όπως ανέφερε στον «Π», η τιμή ηλεκτρισμού στην ελληνική αγορά, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε, είναι κατά περίπου 7 σεντ ανά κιλοβατώρα χαμηλότερη από την αντίστοιχη κυπριακή.
Κατά την εκτίμησή του, εάν ανοίξουν οι ηλεκτρικές ροές από την Ελλάδα προς την Κύπρο, η χώρα θα μπορούσε να αποκτήσει πρόσβαση σε ηλεκτρική ενέργεια τουλάχιστον 20% φθηνότερη από την τοπική παραγωγή.
Πέρα όμως από τις τιμές, ο πρώην υπουργός επιμένει ότι το μεγάλο κέρδος βρίσκεται αλλού: στην έξοδο της Κύπρου από την ενεργειακή απομόνωση και στην τοποθέτησή της πάνω στον ενεργειακό άξονα Ισραήλ–Ευρώπης.
Η κατάθεση του επενδυτικού αιτήματος δεν σημαίνει ότι όλα τα εμπόδια έχουν αρθεί. Σηματοδοτεί, ωστόσο, ότι το έργο περνά πλέον σε μια νέα φάση, με τις επόμενες αποφάσεις για την κατανομή του κόστους και την τελική επενδυτική απόφαση να κρίνουν εάν η νέα δυναμική θα μετατραπεί οριστικά σε κατασκευή.
Η Τουρκία παραμένει ο «ελέφαντας στο δωμάτιο»
Ο ηλεκτρολόγος μηχανικός και σύμβουλος για θέματα ηλεκτρικής ενέργειας Χρίστος Χατζηλαού εκτιμά ότι υπάρχει πράγματι κινητικότητα που δείχνει πως το έργο αρχίζει να «ξεπαγώνει». Προειδοποιεί, όμως, ότι το βασικό πρόβλημα του GSI παραμένει υπαρκτό: το γεωπολιτικό ρίσκο και ειδικότερα η στάση της Τουρκίας.
Μιλώντας στον «Π», ο κ. Χατζηλαού εμφανίστηκε σαφώς πιο επιφυλακτικός απέναντι στην άποψη ότι η γαλλική και η ισραηλινή παρουσία αποτελούν από μόνες τους επαρκή «ασπίδα» για την υλοποίηση του έργου.
Κατά την εκτίμησή του, το ζήτημα δεν είναι απλώς να αυξηθεί ο αριθμός των ισχυρών διεθνών παικτών που συνδέονται με το καλώδιο, αλλά να υπάρχουν συγκεκριμένες και σαφείς εγγυήσεις ότι το έργο θα μπορέσει πράγματι να προχωρήσει εφόσον υπάρξει τουρκική αντίδραση.






