Τον κώδωνα του κινδύνου για την αλματώδη άνοδο της Τεχνητής Νοημοσύνης κρούει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
Μια διόρθωση της αγοράς λόγω της ευφορίας των μετοχών τεχνολογίας στις ΗΠΑ είναι πιθανή και θα μπορούσε να έχει εκτεταμένες συνέπειες για την ευρωζώνη, αναφέρεται σε blog της ΕΚΤ το οποίο υπογράφουν οι Malin Andersson, Johannes Breckenfelder, Stefano Corradin, Kalin Nikolov and Maria Antonietta Viola.
Οι επενδυτές έχουν στραφεί σε τεχνολογικές μετοχές στοιχηματίζοντας ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη θα αλλάξει ριζικά την παγκόσμια οικονομία, και οι αποτιμήσεις για τις κορυφαίες εταιρείες τεχνολογίας είναι πλέον πολύ πάνω από τους ιστορικούς μέσους όρους.
Η ανάλυση των οικονομολόγων της ΕΚΤ επισημαίνει ότι οι υψηλές αποτιμήσεις στην αγορά τεχνολογικών μετοχών, οι οποίες θυμίζουν τη φούσκα των dot-com, καθιστούν πιθανή μια χρηματιστηριακή διόρθωση, με κίνδυνο μετάδοσης και στην Ευρωζώνη.
Ακόμα κι αν η τεχνολογία επιτύχει και τα κέρδη αυξηθούν, οι μετοχές ενδέχεται να εξακολουθούν να υποχωρούν επειδή είναι δύσκολο να εκπληρωθούν τα υπερβολικά αισιόδοξα στοιχήματα των αγορών για αύξηση των κερδών, προστίθεται.
Οι ψυχολογικές τάσεις υποδεικνύουν επίσης μια διόρθωση, σημειώνεται. Οι υπερβολικά αισιόδοξοι επενδυτές τείνουν να ανεβάζουν τις τιμές πέρα από τα θεμελιώδη μεγέθη. Στη συνέχεια, όταν η αισιοδοξία εξασθενεί, οι τιμές τείνουν να πέφτουν ακόμη πιο απότομα από ό,τι στο λογικό σενάριο.
Για την Ευρώπη, μια διόρθωση της αγοράς των ΗΠΑ θα ήταν ζήτημα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, καθώς τα νοικοκυριά έχουν έκθεση 440 δισεκατομμυρίων ευρώ στις λεγόμενες μετοχές των «Magnificent Seven» - Alphabet, Amazon, Apple, Meta Platforms, Microsoft, Nvidia και Tesla - ενώ η έκθεση των συνταξιοδοτικών και ασφαλιστικών εταιρειών είναι περίπου η ίδια.
«Το πιο σοβαρό σενάριο δεν είναι η διόρθωση των μετοχών από μόνη της, αλλά μια διόρθωση που συμπίπτει με την ευρύτερη αστάθεια της αγοράς την οποία οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής δεν μπορούν εύκολα να ηρεμήσουν: σε αντίθεση με το επεισόδιο dot-com, το σημερινό σημείο εκκίνησης αφήνει σημαντικά λιγότερο περιθώριο για μείωση των επιτοκίων ή χρήση δημοσιονομικής πολιτικής για την άμβλυνση των επιπτώσεων», τονίζεται.






