Η στρατηγική στροφή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε ό,τι αφορά τον τραπεζικό τομέα, όπως αναλύθηκε στους FT από το πρώην μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και ανώτερο ερευνητή στο Πανεπιστήμιο Bocconi και στο SAFE, Ignazio Angeloni, σηματοδοτεί τη σημαντικότερη αναθεώρηση της τραπεζικής πολιτικής της ΕΕ από την καθιέρωση του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (SSM) το 2014. Μετά από μία δεκαετία αυστηρής προσήλωσης αποκλειστικά στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την μείωση κινδύνων, οι Βρυξέλλες θέτουν πλέον ως βασική προτεραιότητα την ανταγωνιστικότητα και την άρση του κατακερματισμού. Στόχος είναι η δημιουργία πραγματικών πανευρωπαϊκών τραπεζικών κολοσσών μέσω ενός ενιαίου ρυθμιστικού πλαισίου («country-blind regulation»), ικανών να ανταγωνιστούν τα αμερικανικά και ασιατικά ιδρύματα.
Για ένα μικρό, περιφερειακό, αλλά στρατηγικό χρηματοπιστωτικό κέντρο όπως η Κύπρος, αυτό το νέο ευρωπαϊκό αφήγημα φέρνει στο προσκήνιο νέες ευκαιρίες, αλλά κυρίως τις βαθιά ριζωμένες στρεβλώσεις του εγχώριου οικονομικού και θεσμικού μοντέλου.
Το κυπριακό τραπεζικό σύστημα έχει ήδη διανύσει μια επώδυνη διαδρομή από την κρίση του 2013, καταγράφοντας δραστική μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), ισχυρή κεφαλαιακή επάρκεια και υψηλή κερδοφορία. Ωστόσο, παραμένει μια αγορά υψηλής συγκέντρωσης και περιορισμένου μεγέθους, που βασίζεται σε παραδοσιακές τραπεζικές εργασίες.
Η ευρωπαϊκή ώθηση για διασυνοριακές συγχωνεύσεις και «τυφλή ως προς τη χώρα» εποπτεία, ενδέχεται να επιταχύνει την περαιτέρω ενσωμάτωση του κυπριακού συστήματος σε μεγαλύτερους ομίλους (όπως ήδη διαφαίνεται με την εξαγορά της Ελληνικής Τράπεζας από τον όμιλο Eurobank). Ταυτόχρονα, η πρόταση για ενίσχυση των χρηματοπιστωτικών γεφυρών με το City του Λονδίνου, ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις παραδοσιακές επαγγελματικές και επενδυτικές σχέσεις Κύπρου – Ηνωμένου Βασιλείου στη διαχείριση κεφαλαίων και περιουσίας (wealth management).
Ωστόσο, η ικανότητα της Κύπρου να λειτουργήσει ισότιμα σε ένα πλήρως ενοποιημένο ευρωπαϊκό τραπεζικό πεδίο, προσκρούει σε δύο κρίσιμες εθνικές ιδιαιτερότητες, την πολιτική παρέμβαση και τη θεσμική δυσλειτουργία.
Πολιτικοποίηση πιστωτικού ρίσκου
Στο ευρωπαϊκό έγγραφο επισημαίνεται ότι οι εθνικοί πολιτικοί συχνά αντιμετωπίζουν τις τράπεζες ως εργαλεία άσκησης τοπικής επιρροής, εμποδίζοντας την ενοποίηση. Στην Κύπρο, η τάση αυτή αποτελεί διαχρονική παθογένεια.
Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ζήτημα του πλαισίου των εκποιήσεων. Επί σειρά ετών, η Βουλή των Αντιπροσώπων κατέφευγε σε διαδοχικές αναστολές της νομοθεσίας για τις εκποιήσεις, δημιουργώντας καθεστώς αβεβαιότητας και υπονομεύοντας την κουλτούρα πληρωμών. Η πολιτική τάση να αντιμετωπίζονται τα τραπεζικά ζητήματα με όρους βραχυπρόθεσμου εκλογικού κόστους και λαϊκισμού, αντί για όρους χρηματοπιστωτικής πειθαρχίας, λειτούργησε ως τροχοπέδη για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων και διατήρησε υψηλό το premium κινδύνου της χώρας.
Εάν οι Βρυξέλλες προχωρήσουν σε ένα αυστηρά ενιαίο ρυθμιστικό πλαίσιο, τα περιθώρια εθνικών πολιτικών ελιγμών και παρεμβάσεων θα περιοριστούν δραστικά. Οι κυπριακές πολιτικές δυνάμεις θα κληθούν να αποδεχθούν ότι το πιστωτικό σύστημα δεν μπορεί να υποκαθιστά το κράτος πρόνοιας μέσω προστατευτικών αναστολών, αλλά ότι η κοινωνική προστασία οφείλει να ασκείται με στοχευμένα δημοσιονομικά εργαλεία (όπως το σχέδιο «Ενοίκιο έναντι Δόσης»).
Η αργή απονομή δικαιοσύνης
Η δεύτερη και ίσως κρισιμότερη αδυναμία της κυπριακής αγοράς είναι η δραματική καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης. Ένα ευρωπαϊκό τραπεζικό πλαίσιο υψηλής ανταγωνιστικότητας, προϋποθέτει ταχεία εκκαθάριση διαφορών, άμεση εκτέλεση εξασφαλίσεων και ασφάλεια δικαίου για τους πιστωτές.
Στην Κύπρο, οι δικαστικές διαδικασίες για υποθέσεις ανάκτησης οφειλών ή εκτέλεσης συμβάσεων, απαιτούσαν ιστορικά από 5 έως και 10 χρόνια. Παρότι έχουν δρομολογηθεί μεταρρυθμίσεις (όπως η λειτουργία του Εμπορικού Δικαστηρίου και του Ναυτοδικείου, καθώς και η εισαγωγή των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας), η υλοποίησή τους παραμένει αργή και γεμάτη τεχνικά εμπόδια (όπως φάνηκε με τα προβλήματα στο σύστημα e-justice).
Η αδυναμία των τραπεζών και των εταιρειών εξαγοράς πιστώσεων να ανακτήσουν έγκαιρα τις εξασφαλίσεις τους, αποτελεί δομικό μειονέκτημα. Σε ένα ενοποιημένο ευρωπαϊκό περιβάλλον, όπου το κεφάλαιο θα κινείται ελεύθερα προς τις πιο αποδοτικές και ασφαλείς δικαιοδοσίες, η Κύπρος κινδυνεύει να παραμείνει ένας ακριβός πιστωτικός προορισμός, με υψηλότερα περιθώρια δανεισμού για τις τοπικές επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά, ακριβώς λόγω του αυξημένου νομικού κινδύνου.
Η ανάγκη προσαρμογής
Το νέο δόγμα των Βρυξελλών προσφέρει στην Κύπρο την ευκαιρία να αξιοποιήσει τα πλεονεκτήματά της ως ευρωπαϊκός χρηματοοικονομικός κόμβος με ισχυρούς δεσμούς με το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, η ένταξη σε μια πιο ανταγωνιστική, διασυνοριακή τραπεζική ένωση δεν θα συγχωρήσει τις τοπικές αδυναμίες.
Για να μην καταστεί η κυπριακή αγορά παθητικός παρατηρητής των ευρωπαϊκών εξελίξεων, απαιτείται ωρίμανση του πολιτικού συστήματος —με αποχή από λαϊκίστικες νομοθετικές παρεμβάσεις— και ριζική επιτάχυνση των θεσμικών μεταρρυθμίσεων στη δικαιοσύνη.






