Την ώρα που η δημόσια συζήτηση γύρω από το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας - Κύπρου, Great Sea Interconnector (GSI) επικεντρώνεται κυρίως στο οικονομικό σκέλος, η μεγαλύτερη πρόκληση για την υλοποίησή του παραμένει η γεωπολιτική διάσταση και ειδικότερα η στάση της Τουρκίας. Η καθοριστική εξέλιξη για τα επόμενα βήματα του έργου είναι η έκδοση NAVTEX για την ολοκλήρωση των ερευνών βυθού στην περιοχή του Αιγαίου, μια διαδικασία απαραίτητη για την πόντιση του υποθαλάσσιου καλωδίου.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο υπουργός Ενέργειας, Μιχάλης Δαμιανός, ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ενέργειας, η σχετική NAVTEX αναμένεται να εκδοθεί από τις ελληνικές αρχές τις επόμενες εβδομάδες και εντός του 2026. Οι έρευνες κρίνονται αναγκαίες προκειμένου να χαρτογραφηθεί με ακρίβεια ο βυθός και να καθοριστεί η τελική όδευση του καλωδίου, καθώς στην περιοχή υπάρχουν ήδη υποδομές, μεταξύ των οποίων και τηλεπικοινωνιακά καλώδια.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς έρχεται σε μια περίοδο έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Το καλοκαίρι του 2025, η πραγματοποίηση αντίστοιχων ερευνών στα ανοιχτά της Κάσου είχε διακοπεί μετά την εμφάνιση τουρκικών πολεμικών πλοίων στην περιοχή, σε ένα επεισόδιο που προκάλεσε πολιτικές και διπλωματικές αντιδράσεις. Στην Αθήνα ασκήθηκε κριτική προς την ελληνική κυβέρνηση ότι δεν είχε εκτιμήσει επαρκώς το εύρος της τουρκικής αντίδρασης και ότι δεν έλαβε μέτρα για να ολοκληρωθούν οι έρευνες.
Η Άγκυρα προβάλλει τη θέση ότι διαθέτει δικαιώματα στην ευρύτερη περιοχή και ότι θα πρέπει να ενημερώνεται για τις εργασίες που πραγματοποιούνται. Επίσης διατυπώνει την άποψη ότι απαιτείται και η δική της έγκριση. Ωστόσο, η διεθνής πρακτική και το νομικό πλαίσιο που διέπει τις υποθαλάσσιες διασυνδέσεις δεν προϋποθέτουν αδειοδότηση από παράκτια κράτη για έργα αυτού του είδους, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ο GSI είναι ένα έργο που δεν θέλει κρατική αδειοδότηση, πέραν από αυτές που έχει λάβει από τις ρυθμιιστικές αρχές Κύπρου και Ελλάδας.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η επανέναρξη των ερευνών βυθού για τον GSI αναμένεται να αποτελέσει ένα κρίσιμο τεστ επί του πεδίου για το επίπεδο αντίδρασης και αντιπαράθεσης που θα επιλέξει η Τουρκία, σε μια περίοδο κατά την οποία επαναφέρει με ιδιαίτερη ένταση το σύνολο σχεδόν των διεκδικήσεών της σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο. Την ίδια στιγμή, στην Αθήνα θεωρείται δεδομένο ότι δεν θα επαναληφθούν οι χειρισμοί που ακολουθήθηκαν το 2025 στην περιοχή της Κάσου, με την ελληνική πλευρά να εμφανίζεται αποφασισμένη να πράξει ότι απαιτείται, και επί του πεδίου στη θάλασσα, για την ολοκλήρωση του έργου.
Η μελέτη της ΕΤΕπ
Η συζήτηση την Τρίτη στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ενέργειας, περιστράφηκε γύρω από το κόστος του έργου και τη στάση της κυβέρνησης.
Τόσο ο υπουργός Οικονομικών, Μάκης Κεραυνός, όσο και ο υπουργός Ενέργειας, Μιχάλης Δαμιανός, παρέπεμψαν στην επικαιροποιημένη μελέτη βιωσιμότητας που εκπονεί η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, τα αποτελέσματα της οποίας αναμένονται πριν από το τέλος του έτους. Και οι δύο εμφανίστηκαν με κοινή γραμμή και δεν τροφοδότησαν τα περί δύο αντίθετων στρατοπέδων εντός της κυβέρνησης για το έργο.
Η συζήτηση έβγαλε ως ειδήσεις την ισχυρή πιθανότητα, αν όχι βεβαιότητα, ότι το κόστος του έργου θα ξεπεράσει το €1,9 δισ. και την κοινή επιστολή των ρυθμιστικών αρχών Ελλάδας και Κύπρου προς τον ΑΔΜΗΕ, με την οποία θέτουν σειρά ερωτημάτων για τη συναλλαγή με τη Meridiam. Υπενθυμίζεται ότι ο γαλλικός επενδυτικός κολοσσός είναι πλέον πλειοψηφών μέτοχος της εταιρείας του Great Sea Interconnector.
Ειδικότερα, ο κ. Κεραυνός ανέφερε ότι το ποσό των €1,9 δισ., το οποίο αναφέρεται ως κόστος του έργου, αφορά κυρίως την κατασκευή του καλωδίου και όχι το σύνολο των δαπανών που θα απαιτηθούν. Όπως σημείωσε, στην τελική εξίσωση θα πρέπει να συνυπολογιστούν πρόσθετες κατασκευαστικές εργασίες, ασφαλιστικές καλύψεις, υποδομές υποστήριξης και το μακροχρόνιο κόστος λειτουργίας και συντήρησης.
Από την πλευρά του, ο υπουργός Ενέργειας ξεκαθάρισε ότι οι αποφάσεις για το ύψος και τη μορφή της συμμετοχής της Κυπριακής Δημοκρατίας, θα ληφθούν μόνο όταν παραδοθεί η μελέτη της ΕΤΕπ και αποτυπωθεί με σαφήνεια το αναθεωρημένο κόστος, το χρηματοδοτικό σχήμα και οι αναμενόμενες αποδόσεις του έργου.
Κατά τη συζήτηση εκφράστηκαν επίσης προβληματισμοί από βουλευτές και εκπροσώπους της ΡΑΕΚ για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του έργου μετά την είσοδο της Meridiam, για το κατά πόσο θα υπάρχει ουσιαστική κυπριακή συμμετοχή στη διαχείρισή του, αλλά και για τις πιθανές επιπτώσεις στους καταναλωτές.






