Το εποπτικό πλαίσιο που διέπει τη δραστηριότητα των ασφαλιστικών εταιρειών, τη συλλογή και αξιολόγηση στοιχείων αναφορικά με τις πρακτικές σύναψης, ανανέωσης και τιμολόγησης ασφαλίσεων μηχανοκίνητων οχημάτων, καθώς και τη διαδικασία διαχείρισης παραπόνων πολιτών σε σχέση με ασφαλιστικά συμβόλαια, σκιαγραφεί έρευνα του Τομέα Ερευνών και Μελετών της Υπηρεσίας Ερευνών, Μελετών και Εκδόσεων της Βουλής.
Η έρευνα που ζήτησε η πρώην βουλευτής εκλογικής περιφέρειας Λευκωσίας, Αλεξάνδρα Ατταλίδου, αποσκοπεί στην καταγραφή, ανάλυση και συγκριτική αξιολόγηση των σχετικών πρακτικών με απώτερο στόχο τη βελτίωση του εποπτικού πλαισίου στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Στο πλαίσιο της έρευνας, στάλθηκε σχετικό αίτημα στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Κοινοβουλευτικής Έρευνας και Τεκμηρίωσης (ECPRD), με το ακόλουθο ερώτημα:
Ποιο είναι το ισχύον εποπτικό πλαίσιο στη χώρα σας αναφορικά με:
1. τον έλεγχο της δραστηριότητας των ασφαλιστικών εταιρειών,
2. τη συλλογή και αξιολόγηση στοιχείων που αφορούν τις πρακτικές σύναψης, ανανέωσης και τιμολόγησης ασφαλίσεων μηχανοκίνητων οχημάτων, ιδίως ως προς τον δείκτη ζημιών, τη συχνότητα ζημιών και το μέσο κόστος ζημιάς κατά ηλικιακή ομάδα και
3. τη διαδικασία διαχείρισης παραπόνων από πολίτες σε σχέση με ασφαλιστικά συμβόλαια.
Τι ισχύει στην Κύπρο
Όπως αναφέρεται, στην Κυπριακή Δημοκρατία, αρμόδια εποπτική αρχή του ασφαλιστικού τομέα είναι ο Έφορος Ασφαλίσεων, ο οποίος ασκεί τις εξουσίες που του παρέχονται από τον περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμο του 2016 [Ν. 38(Ι)/2016], όπως εκάστοτε τροποποιείται.
Η εν λόγω νομοθεσία ρυθμίζει την ανάληψη, άσκηση και εποπτεία ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών εργασιών, καθώς και τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων. Ο Έφορος προΐσταται της Υπηρεσίας Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών, η οποία διαθέτει επί συνεχούς βάσης όλα τα μέσα για την εφαρμογή του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένου του αναγκαίου έμπειρου και ικανού προσωπικού σε όλες τις αναγκαίες βαθμίδες και ειδικότητες και ενεργεί εξ ονόματος και κατ’ εντολή του. Η εποπτεία βασίζεται σε προβλεπτική και αναλογική προσέγγιση, επικεντρώνεται στους κινδύνους των επιχειρήσεων και περιλαμβάνει συνδυασμό ελέγχων εκτός χώρων (offsite) και επιτόπιων ελέγχων (onsite). Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του, ο Έφορος χορηγεί, αναστέλλει ή ανακαλεί άδειες, εποπτεύει τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων προς το νομοθετικό πλαίσιο, επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις και λαμβάνει μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης.
Ο Έφορος Ασφαλίσεων απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις την υποβολή πληροφοριών που είναι αναγκαίες για τους σκοπούς της εποπτείας και προβαίνει στη συλλογή, ανάλυση και αξιολόγησή τους.
Στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικής εξέτασης, αξιολογούνται οι στρατηγικές, οι διεργασίες και οι διαδικασίες πληροφόρησης των επιχειρήσεων, καθώς και οι μέθοδοι διαχείρισης κινδύνων τους, με βάση ποσοτικές και ποιοτικές αναφορές, στατιστικά στοιχεία, αποτελέσματα ελέγχων και άλλες εποπτικές πληροφορίες.
Ειδικότερα, για την ασφάλιση αστικής ευθύνης μηχανοκίνητων οχημάτων σημειώνεται ότι στην Κύπρο τα ασφάλιστρα δεν υπόκεινται σε νομοθετική ρύθμιση και οι ασφαλιστικές εταιρείες λειτουργούν σε καθεστώς ελεύθερης τιμολόγησης. Η εφαρμογή συστημάτων, όπως το «bonus malus», καθώς και η αξιοποίηση ιστορικού μη αξιώσεων, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της κάθε ασφαλιστικής εταιρείας.
Με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες, ο Έφορος διαθέτει γενικές εξουσίες συλλογής και αξιολόγησης δεδομένων για εποπτικούς σκοπούς. Οι εξουσίες αυτές περιλαμβάνουν την αξιολόγηση της φερεγγυότητας, της διακυβέρνησης και της διαχείρισης κινδύνων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και της συμμόρφωσής τους με το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο (άρθρα 38 και 39 του Ν. 38(Ι)/2016). Οι εξουσίες αυτές εξειδικεύονται περαιτέρω στο άρθρο 38 του Ν. 38(Ι)/2016, σύμφωνα με το οποίο ο Έφορος δύναται να καθορίζει τη φύση, την έκταση και τον μορφότυπο των πληροφοριών που υποβάλλονται, καθώς και τη συχνότητα υποβολής τους, είτε σε τακτική βάση είτε σε περίπτωση συγκεκριμένων γεγονότων ή στο πλαίσιο ερευνών.
Επιπλέον, δύναται να συλλέγει πληροφορίες που αφορούν συμβάσεις μέσω διαμεσολαβητών ή τρίτων, καθώς και να ζητεί στοιχεία από εξωτερικούς εμπειρογνώμονες, όπως ελεγκτές και αναλογιστές.
Ο Έφορος Ασφαλίσεων δεν έχει αρμοδιότητα να ενεργεί ως δικαστής ή να επιλύει ιδιωτικές διαφορές μεταξύ ασφαλισμένων και ασφαλιστικών επιχειρήσεων ούτε να επιβάλλει καταβολή αποζημίωσης ή να ερμηνεύει όρους ασφαλιστικών συμβάσεων. Η αρμοδιότητα αυτή ανήκει στα αρμόδια δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Οι καταναλωτές οφείλουν αρχικά να υποβάλουν το παράπονό τους στην ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία υποχρεούται να απαντήσει εντός 15 εργάσιμων ημερών ή, το αργότερο, εντός 45 ημερών, όπου αυτό δικαιολογείται από τη φύση του παραπόνου. Σε περίπτωση μη έγκαιρης ή μη ικανοποιητικής απάντησης, δύναται να υποβληθεί καταγγελία στον Έφορο Ασφαλίσεων, η οποία αξιολογείται στο πλαίσιο των εποπτικών του αρμοδιοτήτων. Περαιτέρω, εφόσον η διαφορά δεν επιλυθεί, οι πολίτες μπορούν να απευθυνθούν στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο / Ενιαίο Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσης ή να προσφύγουν ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων.
Σύγκριση με ΕΕ
Έλεγχος ασφαλιστικών εταιρειών
Από τη συγκριτική μελέτη προκύπτει ότι τα εξεταζόμενα κράτη συγκλίνουν σε μεγάλο βαθμό ως προς τη βασική φιλοσοφία της ασφαλιστικής εποπτείας.
Σχεδόν σε όλες τις χώρες, η εποπτεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων είναι προληπτική, προοπτική και βασισμένη στον κίνδυνο, συνδέεται με το πλαίσιο Solvency II και αποσκοπεί κυρίως στη διασφάλιση της φερεγγυότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, της κεφαλαιακής τους επάρκειας, της ορθής διακυβέρνησης, της αποτελεσματικής διαχείρισης κινδύνων και της προστασίας των ασφαλισμένων.
Συνεπώς, δεν περιορίζεται σε έναν τυπικό έλεγχο νομιμότητας, αλλά περιλαμβάνει ευρύτερη αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης και της λειτουργίας των ασφαλιστικών εταιρειών, καθώς και, σε αρκετές περιπτώσεις, της επιχειρηματικής τους συμπεριφοράς.
Παρά τη γενική αυτή σύγκλιση, διαφοροποιήσεις παρατηρούνται ως προς τον φορέα άσκησης της εποπτείας και τον βαθμό συγκέντρωσης των σχετικών αρμοδιοτήτων.
Σε ορισμένες χώρες η εποπτεία ασκείται από την κεντρική τράπεζα της χώρας, όπως στην Τσεχία, την Ελλάδα, την Ουγγαρία, τη Λιθουανία και τη Σλοβακία.
Σε άλλες χώρες η εποπτεία ασκείται από άλλο εποπτικό φορέα, ο οποίος μπορεί να διαθέτει είτε ειδική αρμοδιότητα στον ασφαλιστικό τομέα είτε ευρύτερη αρμοδιότητα χρηματοοικονομικής εποπτείας. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται, μεταξύ άλλων, το Ινστιτούτο Εποπτείας Ασφαλίσεων στην Ιταλία (Institute for the Supervision of Insurance – IVASS), η Ομοσπονδιακή Αρχή Χρηματοοικονομικής Εποπτείας στη Γερμανία (Bundesanstalt für Finanzdienstleistungsaufsicht - BaFin), η Αρχή Εποπτείας Ασφαλίσεων και Συνταξιοδοτικών Ταμείων στην Πορτογαλία (Autoridade de Supervisão de Seguros e Fundos de Pensões - ASF), η Αρχή Χρηματοοικονομικής Εποπτείας στη Φινλανδία (Financial Supervisory Authority - FIN-FSA), η Αρχή Χρηματοοικονομικής Εποπτείας στην Εσθονία (Financial Supervision Authority - FSA) και η Επιτροπή Ασφαλίσεων στο Λουξεμβούργο (Commissariat aux Assurances - CAA).
Στην Ισπανία η εποπτεία συνδέεται κυρίως με το Υπουργείο Οικονομίας και τη Γενική Διεύθυνση Ασφαλίσεων και Συνταξιοδοτικών Ταμείων.
Σε σχέση με την Κύπρο, παρατηρείται σύγκλιση ως προς τη γενική φιλοσοφία της εποπτείας, καθώς και στο κυπριακό πλαίσιο η εποπτεία βασίζεται σε προληπτική, προοπτική και αναλογική προσέγγιση και επικεντρώνεται στους κινδύνους των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ως προς τον φορέα άσκησης της εποπτείας, η Κύπρος διαφοροποιείται τόσο από τα κράτη στα οποία η αρμοδιότητα αυτή έχει ανατεθεί στην κεντρική τράπεζα όσο και από εκείνα στα οποία ασκείται από ανεξάρτητη χρηματοοικονομική εποπτική αρχή. Στην κυπριακή περίπτωση, αρμόδια εποπτική αρχή είναι ο Έφορος Ασφαλίσεων, ο οποίος προΐσταται της Υπηρεσίας Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών και ασκεί τις σχετικές εξουσίες βάσει του περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου του 2016 [Ν. 38(Ι)/2016].
Στοιχεία για ασφαλίσεις μηχανοκίνητων οχημάτων
Η σημαντικότερη διαφοροποίηση μεταξύ των κρατών εντοπίζεται στο πεδίο της ασφάλισης μηχανοκίνητων οχημάτων. Ο γενικός κανόνας είναι η ελεύθερη τιμολόγηση, καθώς τα ασφάλιστρα δεν καθορίζονται από το κράτος ούτε εγκρίνονται εκ των προτέρων από την εποπτική αρχή.
Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις τα διαμορφώνουν με βάση αναλογιστικά και εμπορικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη παράγοντες κινδύνου, όπως το ιστορικό ζημιών, το είδος και η χρήση του οχήματος και, σε ορισμένες χώρες, την ηλικία ή την εμπειρία του οδηγού.
Ωστόσο, ο βαθμός συλλογής, δημοσίευσης και εποπτικής αξιοποίησης στοιχείων για την ασφάλιση μηχανοκίνητων οχημάτων διαφέρει αισθητά. Ορισμένα κράτη διαθέτουν πιο εξειδικευμένα συστήματα συλλογής στατιστικών στοιχείων, βάσεις δεδομένων ζημιών ή μηχανισμούς παρακολούθησης της αγοράς, ενώ άλλα περιορίζονται σε γενικές εποπτικές αναφορές.
Σε σχέση με την Κύπρο, παρατηρείται σύγκλιση ως προς τον γενικό κανόνα της ελεύθερης τιμολόγησης, καθώς τα ασφάλιστρα αστικής ευθύνης μηχανοκίνητων οχημάτων δεν υπόκεινται σε νομοθετική ρύθμιση ούτε εγκρίνονται εκ των προτέρων από την εποπτική αρχή. Ο Έφορος Ασφαλίσεων διαθέτει γενικές εξουσίες συλλογής και αξιολόγησης πληροφοριών για εποπτικούς σκοπούς.
Ωστόσο, σε αντίθεση με ορισμένα κράτη που διαθέτουν εξειδικευμένες βάσεις δεδομένων, μηχανισμούς στατιστικής παρακολούθησης ή εργαλεία σύγκρισης της αγοράς ασφάλισης μηχανοκίνητων οχημάτων, από τα στοιχεία της έρευνας δεν προκύπτει η ύπαρξη αντίστοιχου εξειδικευμένου μηχανισμού στην Κύπρο για τη συστηματική ανάλυση δεικτών, όπως ο δείκτης ζημιών, η συχνότητα ζημιών και το μέσο κόστος ζημίας ανά ηλικιακή ομάδα ή κατηγορία οδηγών.
Διαχείριση παραπόνων πολιτών
Ως προς τη διαχείριση παραπόνων πολιτών, η εικόνα μεταξύ των χωρών είναι πιο ομοιόμορφη.
Στις περισσότερες χώρες προβλέπεται κλιμακωτό μοντέλο, στο πλαίσιο του οποίου ο πολίτης απευθύνεται αρχικά στην ασφαλιστική εταιρεία μέσω της εσωτερικής διαδικασίας παραπόνων. Εφόσον δεν ικανοποιηθεί, μπορεί, ανάλογα με τη χώρα, να προσφύγει σε εποπτική αρχή, χρηματοοικονομικό διαμεσολαβητή ή ombudsman, διαιτητή, αρχή καταναλωτικών διαφορών ή άλλο μηχανισμό εξωδικαστικής επίλυσης. Η δυνατότητα προσφυγής στα δικαστήρια διατηρείται συνήθως ως τελικό στάδιο.
Σε σχέση με την Κύπρο, παρατηρείται σύγκλιση με το κλιμακωτό μοντέλο διαχείρισης παραπόνων που εφαρμόζεται στις περισσότερες χώρες. Ο πολίτης απευθύνεται αρχικά στην ασφαλιστική επιχείρηση και, εάν δεν ικανοποιηθεί, μπορεί να υποβάλει καταγγελία στον Έφορο Ασφαλίσεων ή να προσφύγει στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο / Ενιαίο Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσης ή στα αρμόδια δικαστήρια. Συνεπώς, επισημαίνεται, το κυπριακό σύστημα ακολουθεί τις βασικές αρχές που συναντώνται στα περισσότερα από τα εξεταζόμενα κράτη, παρέχοντας διαδοχικά στάδια εξέτασης και επίλυσης διαφορών.






