Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα στον δημόσιο διάλογο είναι συχνά το σημείο εκκίνησης. Αν ξεκινήσεις από τη λάθος ερώτηση, είναι πολύ πιθανό να καταλήξεις και στη λάθος απάντηση.
Πάρτε για παράδειγμα το Bitcoin. Η συζήτηση πολλές φορές ξεκινά με το ερώτημα αν αποτελεί κουμάρι... ουπς, συγνώμη, καλή επένδυση εννοούσα. Αν κάποιος εκφράσει επιφυλάξεις, εύκολα μπορεί να κατηγορηθεί ότι είναι εναντίον των ψηφιακών νομισμάτων, της τεχνολογίας ή ακόμη και της προόδου.
Μόνο που αυτή δεν ήταν η αρχική ερώτηση. Άλλο το αν κάποιος πιστεύει στις δυνατότητες των ψηφιακών νομισμάτων και άλλο το αν θεωρεί ότι το συγκεκριμένο ψηφιακό νόμισμα αποτελεί καλή επένδυση. Το Bitcoin έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, κινδύνους και πλεονεκτήματα, που δεν χαρακτηρίζουν κατ' ανάγκη κάθε ψηφιακό νόμισμα. Άρα μπορεί να είναι μια πολύ καλή ή πολύ άσχημη επιλογή, αναλόγως των δικών του χαρακτηριστικών.
Ακριβώς την ίδια διάκριση θεωρώ ότι πρέπει να κάνουμε και στη συζήτηση για την ηλεκτρική διασύνδεση της Κύπρου.
Το πρώτο ερώτημα είναι στρατηγικό. Είναι προς το συμφέρον της Κύπρου να πάψει να αποτελεί ενεργειακά απομονωμένο σύστημα και να συνδεθεί ηλεκτρικά με άλλες χώρες; Θα επιτρέψει τη μείωση του κόστους της ενέργειας για επιχειρήσεις και νοικοκυριά;
Το δεύτερο είναι πολύ πιο συγκεκριμένο. Είναι Ο Great Sea Interconnector, με τη συγκεκριμένη διαδρομή, το συγκεκριμένο κόστος, τους συγκεκριμένους τεχνικούς και γεωπολιτικούς κινδύνους και τους συγκεκριμένους όρους χρηματοδότησης, η καλύτερη διαθέσιμη επιλογή για την Κύπρο;
Η θετική απάντηση στο πρώτο ερώτημα δεν συνεπάγεται αυτομάτως θετική απάντηση και στο δεύτερο.
Δεν είμαι γνώστης των τεχνικών και οικονομικών δεδομένων του έργου, ούτε πολιτικός ή γεωστρατηγικός αναλυτής, και επομένως δεν θα επιχειρήσω να αποφανθώ κατά πόσο το GSI πρέπει ή όχι να προχωρήσει. Με προβληματίζει, όμως, ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται η συζήτηση και, ιδιαίτερα, η προσπάθεια που τουλάχιστον αρχικά έγινε από ελληνικής πλευράς να δημιουργηθεί πίεση προς την Κύπρο με έναν μάλλον παράδοξο τρόπο.
Για ένα έργο τέτοιας κλίμακας, οι αριθμοί δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι μέρος της στρατηγικής. Ένα οικονομικά μη βιώσιμο έργο δεν μετατρέπεται σε βιώσιμο επειδή εξυπηρετεί έναν στρατηγικό στόχο. Αντίθετα, μπορεί μακροπρόθεσμα να μετατρέψει μια στρατηγική συνεργασία σε πηγή διαφωνιών και αποσταθεροποίησης.
Γι’ αυτό χρειάζεται πλήρης εικόνα. Ποιο είναι το πραγματικό κόστος του GSI; Ποιος αναλαμβάνει τον κίνδυνο υπερβάσεων, καθυστερήσεων ή μη ολοκλήρωσης; Ποιο θα είναι το όφελος για τον Κύπριο καταναλωτή; Και, κυρίως, ποιες είναι οι εναλλακτικές; Θα μπορούσε να υπάρξει διαφορετική διαδρομή, διαφορετική τεχνολογία ή διασύνδεση με άλλα γειτονικά κράτη; Θα μπορούσε να γίνει με άλλη δομή ή μορφή συνεργασίας; Ποιο θα ήταν το κόστος, το όφελος και ο γεωπολιτικός κίνδυνος κάθε επιλογής;
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, λοιπόν, η σωστή προσέγγιση δεν είναι να αποφασίσουμε αν είμαστε «υπέρ ή κατά της διασύνδεσης». Είναι να αποφασίσουμε αν, και ποια διασύνδεση εξυπηρετεί καλύτερα τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της Κύπρου.
Γιατί, τελικά, πριν συμφωνήσουμε ή διαφωνήσουμε με μια επιλογή, πρέπει πρώτα να βεβαιωθούμε ότι θέσαμε τη σωστή ερώτηση.






