Αυτή τη στιγμή η διεθνής κοινότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με δυο «Αμερικές», για να το θέσουμε όσο απλά γίνεται, παρά τον κίνδυνο να το υπεραπλουστεύσουμε. Από τη μια έχουμε ένα θεσμικό «στυλοβάτη» του δυτικού συστήματος. Μια δυναμική οικονομία υψηλής τεχνολογικής έντασης, παραγωγής γνώσης και κεφαλαίου, με στρατιωτικές δυνατότητες που ξεπερνούν πολλαπλώς και πολύπλευρα οποιαδήποτε άλλη υπερδύναμη, και με πολιτιστικό αποτύπωμα που μεταφράζεται σε μια πλειάδα εργαλείων μαλακής ισχύος.
Αυτή η Αμερική είναι ακόμα άρρηκτα συνδεδεμένη με το άλλο έτερο δυτικό προπύργιο δημοκρατίας, πλουραλισμού και οικονομικής ανάπτυξης, αυτό της Ευρώπης. Είναι η Αμερική που λειτουργεί ως αξιόπιστη, δρώντας στο δυτικό σύστημα ασφαλείας, που συνεργάζεται με τους συμμάχους της καθημερινά και «επί του εδάφους», που συμπράττει και συναλλάσσεται παραγωγικά και που μεθοδικά προγραμματίζει τις κινήσεις της με μια εκάστη τις χώρες τις οποίες αντιλαμβάνεται και προσμετρά ως σημαντικές στους όποιους συγκεκριμένους σχεδιασμούς της στη βάση της γεωπολιτικής αξίας και των δυνατοτήτων των τελευταίων. Είναι η Αμερική που συναντούμε στα εμπορικά επιμελητήρια και στα πεδία των στρατιωτικών ασκήσεων.
Από την άλλη, μια «άλλη» Αμερική κάνει ότι περνά από το χέρι της για να αναθεωρήσει αξιακά το δυτικό σύστημα. Εκφράζεται λαϊκίστικα, προκαλεί πολιτικά και εμπορικά τους παραδοσιακούς της συνεργάτες, προσβάλλει λεκτικά και απροκάλυπτα τους φίλους της, παρενοχλεί τους εταίρους της, και μέσω μιας υπερφίαλης αφηγηματικής, υποδαυλίζει την προβλεψιμότητα που τόσο μεγάλη ανάγκη έχει η διεθνής κοινότητα. Ως άλλος Ιανός, το πρόσωπο της δεύτερης Αμερικής όλο και περισσότερο βρίσκεται μπροστά μας.
Τόσο στην Ουάσιγκτον όσο και στο εξωτερικό, οι εκπρόσωποι της πρώτης, της «θετικής» Αμερικής, ποδηγετούνται από τους «προϊσταμένους» τους, της δεύτερης, της «αρνητικής» Αμερικής που δεν περνά, αν όχι ημέρα, σίγουρα βδομάδα που δεν θα πουν ή δεν θα κάνουν κάτι εμφανώς επιβλαβές για το δυτικό σύστημα. Είτε σε επίπεδο διμερών σχέσεων, είτε σε επίπεδο πολυμερών, σε εμπορικό ή σε στρατιωτικό, δεν φαίνεται να αντιλαμβάνονται τη ζημιά που προκαλούν τόσο στη χώρα τους όσο και στους συνεργάτες της.
Οι συνεργάτες, λοιπόν, της Αμερικής, βρίσκονται ενώπιον ενός μόνιμου βασανιστικού διλήμματος, ήτοι να παίρνουν τοις μετρητοίς τα όσα λένε οι επικεφαλής της «αρνητικής» Αμερικής και να συγκρούονται μαζί της, όπως έκανε πρόσφατα, για παράδειγμα, ο Καναδάς, ή να εργάζονται μεθοδικά για την παράκαμψή της, στο βαθμό του δυνατού, όπως συνέβη στην τελευταία σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Κωνσταντινούπολη. Και τούτο, επειδή η προηγούμενη προσέγγιση, εκείνη δηλαδή που ήθελε τους φίλους της Αμερικής να επιχειρούν να «διασκεδάσουν» τη στάση και συμπεριφορά της διακυβέρνησης Τραμπ απέτυχε και κατέστη όχι μόνο αντιπαραγωγική για τη σχέση των συμμάχων και συνεργατών της αλλά και για τις ηγεσίες και μηχανισμούς των δεύτερων, αφού άρχισαν να φαίνονται αναξιοπρεπείς στα μάτια των δικών τους κοινωνιών και ψηφοφόρων.
Όλοι όμως γνωρίζουν ότι κάτι πρέπει να γίνει με την Αμερική. Ειδικά όταν η προδιαγραφόμενη εσωτερική πολιτική πορεία της χώρας δεν αφήνει και πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Και τούτο, επειδή απέναντι από το MAGA και την προκλητική αισθητική και αξίες που πρεσβεύει, όπως τουλάχιστον εκφέρεται δημοσίως από τους πολιτικούς ηγέτες του και τους υποστηρικτές τους, βρίσκεται μια άλλη, εξίσου προβληματική κατάσταση, υπό εκκόλαψη. Εκείνη της πλέον κανονικοποιηθήσας εξτρεμιστικής αριστεράς που όλο και περισσότερο ενισχύει το αποτύπωμά της στο Δημοκρατικό Κόμμα.
Είναι, εμφανές, λοιπόν, πως τα πράγματα μάλλον θα γίνουν πιο άσχημα πριν γίνουν, αν ποτέ γίνουν, καλύτερα για όλους μας. Αλλά πέρα από τα κλισέ, ας έχουμε υπόψη μας την παγίωση του ιδεολογικού ριζοσπαστισμού και της πόλωσης και ας τα προσμετρήσουμε ως προς τις επιπτώσεις τους στη δική μας εσωτερική, πανευρωπαϊκή, συζήτηση γύρω από το μέλλον μας….






