Καμπανάκι για την εκρηκτική αύξηση του κρατικού μισθολογίου και το κόστος της ΑΤΑ κρούει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο Κύπρου (ΔΣΚ), το οποίο εισηγείται αλλαγή του τρόπου παραχώρησής της και περιορισμό των οριζόντιων μισθολογικών αυξήσεων στο Δημόσιο.
Στην ενδιάμεση έκθεσή του που δημοσιοποίησε σήμερα, σημειώνει ότι η μισθολογική δαπάνη της Γενικής Κυβέρνησης αυξήθηκε από €3,17 δισ. το 2022 σε €4,16 δισ. το 2025, καταγράφοντας σωρευτική αύξηση περίπου 38%. Ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκε από 10,7% το 2022, σε 11,4% το 2025 και παραμένει μία από τις σημαντικότερες και πιο ανελαστικές κατηγορίες δημόσιων δαπανών.
«Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι η άνοδος του μισθολογίου έχει μόνιμα χαρακτηριστικά και υπογραμμίζει την ανάγκη συγκράτησης των οριζόντιων μισθολογικών αυξήσεων, καθώς και στενής παρακολούθησης της επίδρασης της ΑΤΑ και της αύξησης της δημόσιας απασχόλησης στα δημόσια οικονομικά από μακροπρόθεσμη οπτική», τονίζει.
Το ΔΣΚ επισημαίνει ότι η Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (ΑΤΑ), όπως εφαρμόζεται σήμερα, αποτελεί παράγοντα ακαμψίας του κρατικού μισθολογίου.
Η δαπάνη για ΑΤΑ αυξήθηκε από €42 εκατ. το 2022 σε €199 εκατ. το 2025, δηλαδή από 3,5% σε 15,3% των βασικών μισθών του κρατικού προσωπικού. Η δυναμική αυτή αναμένεται να ενισχυθεί.
Σύμφωνα με την Εγκύκλιο του ΥΠΟΙΚ, το ποσοστό καταβολής της ΑΤΑ αυξάνεται από 66,7% μέχρι το τέλος του 2025 σε 80% κατά την περίοδο Ιανουαρίου–Ιουνίου 2026 και σε 90% κατά την περίοδο Ιουλίου 2026–Ιουνίου 2027.
« Η μετάβαση αυτή περιορίζει την ευελιξία των μισθών, περιλαμβανομένου του δημόσιου τομέα, όπου οι απολαβές βρίσκονται ήδη σε υψηλότερο επίπεδο από τον ιδιωτικό τομέα, ιδιαίτερα για ορισμένες κατηγορίες ανειδίκευτου προσωπικού», σημειώνεται.
Το Συμβούλιο αναγνωρίζει τη σημασία της ΑΤΑ ως μηχανισμού αναπλήρωσης της αγοραστικής δύναμης, ιδίως για τους χαμηλόμισθους εργαζομένους.
Ταυτόχρονα, όμως τονίζει, η τρέχουσα μορφή της, ως οριζόντιου ποσοστού επί των απολαβών, αποδίδει μεγαλύτερα απόλυτα ποσά στα υψηλότερα κλιμάκια και ενισχύει την ακαμψία του μισθολογίου. Στο πλαίσιο αυτό, εισηγείται τη μετεξέλιξη του μηχανισμού, ώστε η αναπροσαρμογή να αποδίδεται ως ενιαίο ποσό με ανώτατο όριο αντί ποσοστού, ενώ το υπόλοιπο μέρος των μισθολογικών αυξήσεων να συνδεθεί με την εξέλιξη της παραγωγικότητας, κατόπιν ειδικής μελέτης, δεδομένου ότι στον δημόσιο τομέα η επιμέτρηση της παραγωγικότητας παρουσιάζει εγγενείς δυσχέρειες.






