H σημασία της μέλισσας δεν περιορίζεται μόνο στην παραγωγή εξαιρετικά θρεπτικών μελισσοκομικών προϊόντων, αλλά εκτείνεται και στη συμβολή της στη διατήρηση και αύξηση της βιοποικιλότητας, της περιβαλλοντικής ισορροπίας αλλά και της παραγωγικότητας των υπολοίπων κλάδων της γεωργίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι μέλισσες συμβάλλουν στην επικονίαση του 75% των φυτών του πλανήτη και στο 80-90% της παραγωγής πολλών καρποφόρων φυτών και φυτών μεγάλης καλλιέργειας. Συνεπώς, γίνεται αντιληπτό το πόσο κρίσιμα απαραίτητη είναι η παρουσία της σε μια χώρα που μαστίζεται τα τελευταία χρόνια από τις διάφορες περιβαλλοντικές πιέσεις λόγω της κλιματικής αλλαγής.
Για τις προκλήσεις του τομέα της μελισσοκομίας στην Κύπρο, μίλησε στον «Π» ο ανώτερος λειτουργός Γεωργίας, Λύσανδρος Λυσανδρίδης.
Κλιματική αλλαγή
«Οι πιέσεις στους πληθυσμούς της μέλισσας είναι ένα πολυσύνθετο φαινόμενο το οποίο παρατηρείται σε ολόκληρο τον κόσμο. Αποδίδεται κυρίως στην κλιματική αλλαγή, στην απώλεια βιοτόπων λόγω αστικοποίησης, πυρκαγιών κ.λπ., αλλά και στη μη ορθή χρήση φυτοφαρμάκων», ανέφερε. Χαρακτηριστικά είπε ότι η Βουλγαρία εκτιμάται ότι έχει ήδη απωλέσει το 90% των πληθυσμών αποικιών μέλισσας, ενώ οι ΗΠΑ αναμένεται να απωλέσουν το 70% εντός του 2025. Στην Κύπρο, όπου η ξηροθερμικές συνθήκες ήταν μια υφιστάμενη κατάσταση, η απώλεια των μελισσιών, τόνισε ο κ. Λυσανδρίδης, δεν φθάνει σε αυτά τα επίπεδα κυρίως λόγω της εμπειρίας των μελισσοκόμων να ασκούν μελισσοκομία σε τέτοιες συνθήκες, αλλά κυρίως λόγω των έντονων και κοστοβόρων προσπαθειών τους να επαναφέρουν τους αριθμούς μελισσιών που κατέχουν στα ίδια επίπεδα. Παρ' όλα αυτά, πρόσθεσε, «οι απώλειες στην παραγωγή μελιού είναι μεγάλες και εκτιμάται ότι σε χρονιές με δυσμενείς συνθήκες η μέση παραγωγή μελιού ανά κυψέλη είναι μειωμένη κατά τουλάχιστον 30%».
Αύξηση κόστους παραγωγής
Σε ερώτημα για τις ενέργειες του κράτους ώστε να συνδράμει στην αντιμετώπιση των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής από τους μελισσοκόμους, ο κ. Λυσανδρίδης αναφέρθηκε αρχικά στην ανάγκη ανάλυσης των συνεπειών αυτών, ώστε τα μέτρα που λαμβάνονται να είναι πιο στοχευμένα. «Παράγοντες όπως οι αυξημένες θερμοκρασίες σε συνδυασμό με παρατεταμένες περιόδους ξηρασίας, η αστικοποίηση και οι πυρκαγιές οδηγούν σε μια δραματική συρρίκνωση της έκτασης και της ποικιλομορφίας της άγριας βλάστησης και κατ’ επέκταση της διαθέσιμης γύρης και νέκταρ», όπως εξήγησε. Πρόσθετα, συνέχισε, παρατηρούνται μεταβολές στον βιολογικό κύκλο των ίδιων των μελισσών, με συνέπειες στην ευρωστία του μελισσιού και την εξασθένηση του αμυντικού συστήματος της μέλισσας. Αυτό καθιστά τη μέλισσα πιο ευάλωτη σε προσβολές από παθογόνα αλλά και εχθρούς της, οι πληθυσμοί των οποίων έχουν αντίθετα αυξηθεί λόγω των συνθηκών.
Ο κ. Λυσανδρίδης ανέφερε πως η δραστηριότητα αρπακτικών ειδών, όπως οι σφήκες, τα χελιδόνια, αλλά κυρίως το προστατευόμενο μεταναστευτικό είδος Merops Apiaster (μελισσοφάγος), είναι πλέον πολύ εντονότερη και μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας από προηγούμενα έτη. Όλα αυτά έχουν οδηγήσει σε μια μεγάλη αύξηση του κόστους παραγωγής, ανέφερε χαρακτηριστικά.
Μέτρα στήριξης
Αναγνωρίζοντας τις επιπτώσεις αυτές της κλιματικής αλλαγής στον τομέα της μελισσοκομίας, ο κ. Λυσανδρίδης αναφέρθηκε στα διάφορα κοινοτικά ή εθνικά μέτρα ενίσχυσης που λαμβάνονται για τη στήριξη του τομέα όπως, μεταξύ άλλων:
Το Μελισσοκομικό Πρόγραμμα (με ετήσιο συνολικό ύψος ενίσχυσης €340.000) που συγχρηματοδοτείται από την ΕΕ κατά 50% και ενισχύει τους μελισσοκόμους, μεταξύ άλλων, για την αντικατάσταση των παλαιών και φθαρμένων κυψελών, την αγορά ειδικών βάσεων με σίτα ή σωλήνες και την αγορά φαρμάκων για αντιμετώπιση της ασθένειας των μελισσών βαρρόα, τη συμμετοχή σε ημερίδες και την επίσκεψη εμπειρογνωμόνων στο μελισσοκομείο για παροχή συμβουλών, καθώς και τη διενέργεια εργαστηριακών αναλύσεων για ποιοτικά χαρακτηριστικά του μελιού και κεριού που παράγουν.
Η Δράση του Στρατηγικού Σχεδίου 2023-2027 για τη «Διαχείριση μελισσοσμηνών με σκοπό τη διατήρηση αρμονικής συνύπαρξης με εντομοφάγα πτηνά» με την οποία ενισχύονται οι μελισσοκόμοι ώστε να διατηρούν ή αυξάνουν τα μελίσσια τους, συνεισφέροντας με αυτό τον τρόπο στη διατροφή των μελισσοφάγων.
Η Δράση του Στρατηγικού Σχεδίου 2023-2027 στα πλαίσια της προστασίας της βιοποικιλότητας, με την οποία ενισχύονται οι σιτοπαραγωγοί για τη φύτευση του 8% της έκτασης που καλλιεργούν με μελισσοκομικά φυτά.
Η Δράση του Στρατηγικού Σχεδίου 2023-2027 για ενίσχυση της βιολογικής μελισσοκομίας.
Το Εθνικό Σχέδιο Παροχής Ενίσχυσης για το πετρέλαιο κίνησης για περιορισμό του κόστους μετακίνησης των κυψελών σε περιοχές με εντονότερη ανθοφορία και
Διάφορα άλλα έκτακτα εθνικά ή κοινοτικά μέτρα ενίσχυσης της μελισσοκομίας ώστε να ανταπεξέλθει στις δυσμενείς καιρικές συνθήκες.
Νέοι οι μελισσοκόμοι
Σε ερώτημα κατά πόσο κάποιος μπορεί να είναι αισιόδοξος για τις προοπτικές του τομέα της μελισσοκομίας στην Κύπρο, ο κ. Λυσανδρίδης αναφέρθηκε αρχικά σε πρόσφατα στατιστικά δεδομένα που δείχνουν ότι το ποσοστό αυτάρκειας της Κύπρου σε μέλι είναι γύρω στο 45%, ενώ το υπόλοιπο καλύπτεται από εισαγωγές. Πρόσθετα, πέραν του 25% των μελισσοκόμων είναι νεαροί (<40 ετών), τη στιγμή που το αντίστοιχο ποσοστό σε άλλους τομείς της γεωργίας και κτηνοτροφίας περιορίζεται περίπου στο 3%, καταδεικνύοντας το ενδιαφέρον για την ενασχόληση στον τομέα, όπως είπε.
Επεσήμανε ακόμη πως η ποιοτική υπεροχή του κυπριακού μελιού, λόγω της ιδιαίτερης βλάστησης στις ξηροθερμικές συνθήκες που επικρατούν στην Κύπρο, η εμπειρία και το πάθος του Κύπριου μελισσοκόμου και οι προσπάθειες του κράτους για στοχευμένη στήριξη των μελισσοκόμων συμπληρώνουν τους βασικούς παράγοντες που προκαλούν αισιοδοξία για τις προοπτικές του τομέα της μελισσοκομίας στην Κύπρο.
Αθέμιτος ανταγωνισμός
Ο κ. Λυσανδρίδης εξέφρασε την άποψη ότι «το σημαντικότερο πρόβλημα του τομέα της μελισσοκομίας στην Κύπρο είναι ο αθέμιτος ανταγωνισμός με τα μέλια εισαγωγής».
Ενδεικτικά είπε πως η τιμή εισαγωγής του μελιού από την Κίνα στην ΕΕ - από όπου προέρχονται οι μεγαλύτερες ποσότητες μελιού - είναι σύμφωνα με στατιστικά δεδομένα της ΕΕ στα €1,39/κιλό, ενώ η μέση τιμή λιανικής πώλησης του κυπριακού μελιού κυμαίνεται στα €10/κιλό.
«Αν συνυπολογισθεί ότι», συνέχισε, «λόγω ακριβώς αυτού του αθέμιτου ανταγωνισμού, ο Κύπριος μελισσοκόμος δεν έχει εδώ και δεκαετίες προχωρήσει σε αυξήσεις στην τιμή του μελιού, ώστε να μετακυλήσει στον καταναλωτή έστω και μέρος του κόστους παραγωγής που προκύπτει από την αύξηση του κόστους των πρώτων υλών και το αυξημένο κόστος για τα μέτρα αντιμετώπισης των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής, όπως έχει γίνει και σε άλλα αγαθά και υπηρεσίες, τότε γίνεται αντιληπτό το μέγεθος του προβλήματος».
Νοθεία
Καταλήγοντας ο κ. Λυσανδρίδης επεσήμανε πως έρευνες, όπως αυτή που ολοκλήρωσε το 2023 η ΕΕ και καταδεικνύει ότι το 46% των εισαγόμενων μελιών παραβαίνουν την κοινοτική νομοθεσία για το μέλι, με κυριότερη παράβαση τη νοθεία με σιρόπια ζάχαρης, πρέπει να γνωστοποιούνται στους καταναλωτές οι περιπτώσεις νοθείας ώστε να επιλέγουν το μέλι που αγοράζουν.





