«Ο κυπριακός τραπεζικός τομέας αποτελεί πυλώνα ανθεκτικότητας και παράγοντα ανάπτυξης. Ο δείκτης κοινών μετοχικών κεφαλαίων της κατηγορίας 1 (CET1) είναι περίπου δέκα ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερος από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ενώ η ρευστότητα συγκαταλέγεται μεταξύ των ισχυρότερων στην Ευρώπη».
Τα παραπάνω ανέφερε ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, Χριστόδουλος Πατσαλίδης, μιλώντας στο «13th Banking, Payments & Fintech Forum και EXPO».
Ο ορίζοντας μοιάζει καθαρός με τον τραπεζικό τομέα να είναι σήμερα σε θέση να επιτελέσει την κύρια αποστολή του, τη χρηματοδότηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Ο ορίζοντας έγινε καθαρός μετά από μια επίπονη προσπάθεια. Ο κυπριακός τραπεζικός τομέας μεταμορφώθηκε. Μετά την τραπεζική κρίση του 2013, ακολουθήθηκε μια στοχευμένη στρατηγική που έφερε εντυπωσιακά αποτελέσματα. Η μεταβίβαση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) σε εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων αποδείχθηκε καθοριστική, μειώνοντας δραστικά το ποσοστό των ΜΕΔ από περίπου 50% το 2014 σε λιγότερο από 4% στις τράπεζες σήμερα.
Ειδικότερα, στo τέλος Οκτωβρίου 2025, o δείκτης ΜΕΔ του κυπριακού τραπεζικού τομέα, εξαιρουμένων των δανείων και προκαταβολών προς κεντρικές τράπεζες και πιστωτικά ιδρύματα, μειώθηκε σε 4,2%, σε σύγκριση με 4,5% στο τέλος Σεπτεμβρίου 2025. Ο δείκτης ΜΕΔ σύμφωνα με τη μεθοδολογία που εφαρμόζεται στον Πίνακα Κινδύνων της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ), δηλαδή συμπεριλαμβανομένων των δανείων και προκαταβολών προς κεντρικές τράπεζες και πιστωτικά ιδρύματα, μειώθηκε σε 2,1%, στο τέλος Οκτωβρίου 2025, σε σύγκριση με 2,3% στο τέλος Σεπτεμβρίου 2025.
Ο δείκτης κάλυψης των ΜΕΔ με προβλέψεις επισφάλειας αυξήθηκε σε 70,7% στο τέλος Οκτωβρίου 2025, σε σύγκριση με 68,5% τέλος Σεπτεμβρίου 2025. Οι συνολικές χορηγήσεις που έτυχαν αναδιάρθρωσης ανέρχονταν στο τέλος Οκτωβρίου 2025 στα €1,1 δισ., από τις οποίες χορηγήσεις €0,5 δισ. εξακολουθούν να περιλαμβάνονται στις ΜΕΔ.
Ο συνδυασμός ρυθμιστικών μεταρρυθμίσεων στην εποπτεία και στη διαχείριση δανείων και η δραστηριοποίηση εταιρειών εξαγοράς πιστώσεων, επέτρεψε στις τράπεζες να ελευθερωθούν από το βάρος των τοξικών χαρτοφυλακίων και να εστιάσουν στην υγιή χρηματοδότηση της οικονομίας.
Ωστόσο, το πρόβλημα δεν έχει εξαλειφθεί πλήρως. Το μεγαλύτερο μέρος των ΜΕΔ παραμένει μη εξυπηρετούμενο και βρίσκεται στα χέρια των εταιρειών εξαγοράς πιστώσεων, δημιουργώντας ένα υποκείμενο βάρος για την οικονομία.
Μια αναβίωση της ρητορικής για τον κίνδυνο μαζικών εκποιήσεων, που δεν επαληθεύτηκε στην πράξη και τίποτα δεν δείχνει ότι θα συμβεί, και η εισαγωγή περιορισμών στη διαχείριση των προβληματικών δανείων θα αποτελούσε ένα αχρείαστο πισωγύρισμα με σοβαρές συνέπειες για τη σταθερότητα του συστήματος.
Από την κρίση στην ανάκαμψη
Η στρατηγική της Κύπρου βασίστηκε σε τρεις πυλώνες: την ταχεία μεταβίβαση ΜΕΔ, την ενίσχυση της εποπτείας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και τη μεταρρύθμιση της διαδικασίας διαχείρισης δανείων. Οι πωλήσεις δανείων μείωσαν το ρίσκο ισολογισμών, βελτίωσαν τα κεφαλαιακά μαξιλάρια και επέτρεψαν το δανεισμό επιχειρήσεων και νοικοκυριών, ο οποίος το 2025 ξεπερνά τα 4 δισ. ευρώ όπως προκύπτει από τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία.
Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποιεί η Κεντρική Τράπεζα, το πρώτο εξάμηνο του 2025 οι εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων κατείχαν δάνεια ύψους 19,7 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 18,5 δισ. ευρώ μη εξυπηρετούμενα και 1,16 δισ. ευρώ εξυπηρετούμενα. Ο συνολικός αριθμός των δανειοληπτών ήταν 69.494.
Το εξάμηνο του 2024 οι εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων κατείχαν δάνεια ύψους 20,97 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 19,663 δισ. ευρώ μη εξυπηρετούμενα και 1,31 δισ. ευρώ εξυπηρετούμενα. Ο συνολικός αριθμός των δανειοληπτών ήταν 73.815.
Το υποκείμενο βάρος
Παρά την πρόοδο, €18,5 δισ. σε δάνεια παραμένουν μη εξυπηρετούμενα. Αυτό το χαρτοφυλάκιο αντιπροσωπεύει ένα «κρυφό» βάρος για την οικονομία.
Η κυπριακή στρατηγική απέδειξε την αποτελεσματικότητά της, αλλά απαιτεί συνέχεια. Το βάρος των ΜΕΔ εκτός τραπεζών παραμένει πρόκληση, ενώ ένα πισωγύρισμα σε μη αποδεδειγμένες πρακτικές θα έθετε σε κίνδυνο την ανάκαμψη. Το υφιστάμενο απόθεμα των ΜΕΔ είναι «βάρος», αλλά μπορεί να μετατραπεί και σε ευκαιρία ανάπτυξης, όπως έχει συμβεί σε άλλες χώρες.
Η Κεντρική Τράπεζα και η ΕΚΤ προκρίνουν την αναδιάρθρωση του προβληματικού χρέους μέσω των διαχειριστών δανείων (servicers) η οποία και εγγυάται ότι η εκποίηση είναι η τελευταία και όχι η πρώτη επιλογή.
Επιστρέφοντας στην αναφορά του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, η στρατηγική διαχείρισης των ΜΕΔ λειτουργεί, επέτρεψε την ανάταξη του τραπεζικού τομέα, αλλά απαιτείται προσοχή και συνέπεια.






