Η απόφαση του οίκου Scope Ratings να αναβαθμίσει την Κύπρο σε «A» από «A-» με σταθερή προοπτική εκπληρώνει ακόμη ένα νέο ορόσημο για την κυπριακή οικονομία, που πλέον πατά πιο γερά στην επενδυτική βαθμίδα. Η αναβάθμιση στηρίζεται σε δύο πυλώνες. Πρώτον, στη θεαματική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και δεύτερο τη σταθερή, αλλά ακόμη όχι πλήρως ολοκληρωμένη, εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, με αιχμή τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ).
Δημόσιο χρέος
Σε λιγότερο από μία πενταετία η Κύπρος πέρασε από το άλμα του 2020 (λόγω πανδημίας), όταν το δημόσιο χρέος εκτινάχθηκε στο 113,6% του ΑΕΠ, σε μια από τις ταχύτερες μειώσεις χρέους διεθνώς. Ο οίκος Scope εκτιμά ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ υποχώρησε στο 55,4% το 2025, δηλαδή μείωση 58,2 ποσοστιαίων μονάδων μέσα σε πέντε χρόνια, και προβλέπει περαιτέρω αποκλιμάκωση κάτω από το 40% έως το 2030.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την πορεία είχαν τα διαδοχικά πρωτογενή πλεονάσματα και οι ισχυροί ρυθμοί ανάπτυξης, με πλεόνασμα 4,1% του ΑΕΠ το 2024 και εκτιμώμενο 3,3% το 2025, παρά τις δαπάνες για πυρκαγιές, επιδοτήσεις και το Ταμείο Αλληλεγγύης (πληρωμές σε κουρεμένους). Ταυτόχρονα, τα ταμειακά διαθέσιμα γύρω στο 10% του ΑΕΠ, ο μέσος χρόνος λήξης του χρέους άνω των επτά ετών και περιορισμένες δανειακές ανάγκες κρατούν το κόστος εξυπηρέτησης σε χαμηλά επίπεδα, γύρω στο 1,2% του ΑΕΠ ώς το 2030.
Για τους οίκους αξιολόγησης, αυτή η εικόνα δεν σημαίνει απλώς «λιγότερο χρέος», αλλά αυξημένη ανθεκτικότητα απέναντι σε μελλοντικά σοκ. Δίνει στον εκάστοτε υπουργό Οικονομικών το περιθώριο να αντιδράσει σε κρίσεις χωρίς να τίθεται άμεσα υπό αμφισβήτηση η επενδυτική βαθμίδα της χώρας.
Ο τραπεζικός τομέας
Εξίσου σημαντικός λόγος για την αναβάθμιση, όπως υπογραμμίζει ο Scope, είναι η «συνεχιζόμενη ενίσχυση του τραπεζικού συστήματος». Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, που άλλοτε αποτελούσαν τη βασική πηγή ανησυχίας για τους επενδυτές, ακολουθούν σταθερή πτωτική πορεία, αλλά παραμένουν σε επίπεδα που εξακολουθούν να επηρεάζουν την εικόνα της χώρας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται ο οίκος, ο δείκτης ΜΕΔ υποχώρησε στο 4,2% τον Οκτώβριο του 2025, από 6,2% στο τέλος του 2024, πλησιάζοντας σταδιακά τον μέσο όρο της ευρωζώνης γύρω στο 2%. Παράλληλα, ο δείκτης κάλυψης ΜΕΔ εκτινάχθηκε στο 71%, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην ΕΕ, γεγονός που αντανακλά επιθετική πολιτική προβλέψεων και βελτιωμένη ικανότητα απορρόφησης ζημιών από τις τράπεζες.
Οι κυπριακές τράπεζες εμφανίζουν επίσης ισχυρή κεφαλαιακή θέση, με τον δείκτη Common Equity Tier 1 να βρίσκεται περίπου δέκα ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ενώ και οι δείκτες ρευστότητας παραμένουν υψηλοί. Αυτή η εικόνα δεν είναι μια δευτερεύουσα λεπτομέρεια για τους αναλυτές, καθώς μεταφράζεται σε μειωμένο κίνδυνο για τον ίδιο τον κυπριακό δημόσιο τομέα και περιορίζονται οι πιθανότητες να χρειαστεί να στηρίξει ξανά το τραπεζικό σύστημα.
Αγκάθι παραμένει το ζήτημα των ΜΕΔ. Στις μεγάλες συστημικές τράπεζες, μεγάλο μέρος των ΜΕΔ έχει μεταφερθεί εκτός ισολογισμού σε εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων, ενώ στα μικρότερα ιδρύματα οι δείκτες καθυστερήσεων παραμένουν αισθητά υψηλότεροι. Ο Scope επισημαίνει ότι αυτή η κληρονομιά περιορίζει ακόμη την απομόχλευση του ιδιωτικού τομέα, ενώ η υψηλή συγκέντρωση του συστήματος σε λίγες μεγάλες τράπεζες διατηρεί σημαντικό βαθμό δυνητικών έμμεσων υποχρεώσεων για το κράτος.
Τα «κόκκινα» δάνεια
Η αναβάθμιση της Κύπρου έρχεται τη στιγμή που ο οίκος αναγνωρίζει πως, παρά την πρόοδο, τα ΜΕΔ παραμένουν μια «κληρονομιά» και συνεχίζουν να βαραίνουν, έστω λιγότερο, τόσο τις τράπεζες όσο και τη συνολική πιστοληπτική εικόνα της χώρας. Δεν είναι τυχαίο ότι στα ποιοτικά κριτήρια του Scope, η «απόδοση του τραπεζικού τομέα» και οι «χρηματοοικονομικές ανισορροπίες» καταγράφονται ως σχετικές αδυναμίες, συνεισφέροντας σε αρνητική προσαρμογή δύο βαθμίδων από το αμιγώς ποσοτικό αποτέλεσμα.
Με άλλα λόγια, αν η Κύπρος δεν κουβαλούσε ακόμη την κληρονομιά των ΜΕΔ και των εξωτερικών ανισορροπιών, θα μπορούσε -με βάση τα οικονομικά μεγέθη- να βαθμολογείται ακόμη υψηλότερα. Το μήνυμα του οίκου είναι ότι η περαιτέρω σύγκλιση του δείκτη ΜΕΔ προς τον μέσο όρο της ευρωζώνης και η οριστική διευθέτηση των «κόκκινων» δανείων, τόσο εντός όσο και εκτός τραπεζικών ισολογισμών, είναι προϋπόθεση για ένα επόμενο υψηλότερο σκαλοπάτι αξιολόγησης.
Η αυξημένη κάλυψη των ΜΕΔ παρέχει μεν «μαξιλάρι», αλλά η πραγματική δοκιμασία είναι η αποτελεσματική αναδιάρθρωση, η ανάκτηση εξασφαλίσεων και η ολοκλήρωση της διαδικασίας εκκαθάρισης, χωρίς να δημιουργούνται παράπλευρες κοινωνικές και πολιτικές πιέσεις που μπορεί να εκτροχιάσουν τη σταθερή πορεία των δημοσιονομικών. Σε ένα περιβάλλον όπου η οικονομία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε επενδυτικές ροές και σε τομείς όπως οι υπηρεσίες, η αξιοπιστία του χρηματοπιστωτικού συστήματος παραμένει κεντρικό στοιχείο της ελκυστικότητας της χώρας.
Το δίπολο δημοσιονομικών-τραπεζών
Η σημερινή αξιολόγηση της Κύπρου από τον Scope είναι προϊόν μιας λεπτής ισορροπίας. Στην πλευρά των θετικών, ο οίκος καταγράφει ισχυρό αναπτυξιακό δυναμικό γύρω στο 3%, ανθεκτική αγορά εργασίας με ανεργία 4,3% -τη χαμηλότερη σχεδόν 17ετίας- και χαμηλό πληθωρισμό 0,8% το 2025, που αναμένεται να κινηθεί προς τον στόχο του 2% ώς το 2027.
Στα δημόσια οικονομικά τα συνεχή πλεονάσματα, η ευνοϊκή διάρθρωση του χρέους και η προοπτική να παραμείνει το ισοζύγιο σε πλεόνασμα άνω του 1% του ΑΕΠ έως το 2030 συνθέτουν ένα από τα ισχυρότερα προφίλ στην ΕΕ. Στον αντίποδα, το μικρό και ανοικτό μέγεθος της οικονομίας, η εξάρτηση από τον τουρισμό, τις άμεσες ξένες επενδύσεις και τους ξένους εργαζόμενους, καθώς και τα διαχρονικά μεγάλα ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών, συνθέτουν μια εικόνα αυξημένης ευπάθειας σε εξωτερικά σοκ.
Σε αυτό το πλαίσιο, η υγεία του τραπεζικού συστήματος δεν είναι απλώς ένα ακόμη κριτήριο, αλλά λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ δημοσιονομικής σταθερότητας και εξωτερικής αξιοπιστίας. Αν οι τράπεζες παραμείνουν επαρκώς κεφαλαιοποιημένες, με σταθερή ροή χρηματοδότησης στην πραγματική οικονομία και χωρίς αναζωπύρωση των ΜΕΔ, τότε μειώνεται δραστικά ο κίνδυνος να μετατραπεί μια απευκταία τραπεζική πίεση σε δημοσιονομική κρίση.
Η επόμενη μέρα
Η σταθερή προοπτική που συνοδεύει την αναβάθμιση υποδηλώνει ότι, κατά τον Scope, οι ανοδικοί και καθοδικοί κίνδυνοι ισορροπούν για τους επόμενους 12-18 μήνες. Ο δρόμος για νέες αναβαθμίσεις περνά μέσα από ακόμη ισχυρότερη μακροοικονομική σταθερότητα και περαιτέρω μείωση του χρέους, αλλά και από τη διατήρηση της βελτίωσης στον τραπεζικό τομέα. Στους κινδύνους, που μπορούν να οδηγήσουν σε υποβαθμίσεις, ο οίκος περιλαμβάνει την επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών, την αναζωπύρωση των εξωτερικών ανισορροπιών ή επανεμφάνιση τραπεζικών ευαλωτοτήτων, συμπεριλαμβανομένης μιας νέας αύξησης ΜΕΔ. Ο οίκος συνδέει τη διαχείριση των τραπεζικών κινδύνων -και ειδικά των ΜΕΔ- με τη δυνατότητα της Κύπρου να παραμείνει και να εδραιωθεί στην επενδυτική βαθμίδα.
Η διατήρηση στην επενδυτική βαθμίδα εξαρτάται από τη συνέπεια με την οποία η χώρα θα συνεχίσει να μειώνει τα ΜΕΔ, να θωρακίζει τις τράπεζες και να διαχειρίζεται προσεκτικά τα δημόσια οικονομικά της.






