Ένα σοβαρό επεισόδιο ήρθε να επιβαρύνει τις ήδη εύθραυστες σχέσεις ανάμεσα στην Ομοσπονδία Εργοδοτών και Βιομηχάνων (ΟΕΒ) και το Κυπριακό Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο (ΚΕΒΕ), με αφορμή ανάρτηση του γενικού διευθυντή της ΟΕΒ, Μιχάλη Αντωνίου, σε Μέσα Κοινωνικά Δικτύωσης με την οποία αναφέρεται στην ΟΕΒ ως «τη μεγαλύτερη και πραγματικά ανεξάρτητη εργοδοτική οργάνωση της χώρας». Αποτελεί κοινό μυστικό στην επιχειρηματική κοινότητα της Κύπρου ότι οι σχέσεις των δύο φορέων δεν είναι πάντα αγαστές. Η τελευταία κρίση, που δεν είδε το φως της δημοσιότητας, αφορούσε το ζήτημα της ΑΤΑ. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της νέας κρίσης είναι ότι υπάρχουν έγγραφα, τα οποία κατέχει ο «Π», έγγραφα που αποτυπώνουν ένα πολεμικό κλίμα.
Η επιστολή Σταύρου
Ο πρόεδρος του ΚΕΒΕ, Σταύρου Σταύρου, απέστειλε εκτενή, εσωτερική -και με τη σήμανση «εμπιστευτική»- επιστολή προς συνεργάτες και μέλη του Επιμελητηρίου, πολλά από τα οποία είναι ταυτόχρονα και μέλη της ΟΕΒ, με θέμα «... και πραγματικά ανεξάρτητη εργοδοτική οργάνωση της χώρας...». Η επιλογή του θέματος δείχνει τι ενόχλησε τον πρόεδρο του ΚΕΒΕ.
Στην επιστολή του, ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου 2026, ο κ. Σταύρου αναφέρει ότι το τελευταίο διάστημα δέχεται «πάρα πολλά τηλεφωνήματα» από μέλη του ΚΕΒΕ, τα οποία τον ρωτούν «τι πραγματικά συμβαίνει» με αναρτήσεις του γενικού διευθυντή της ΟΕΒ στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης.
«Με ρωτάτε και δικαιολογημένα θα έλεγα, τι εννοεί ο κ. Αντωνίου με το 'πραγματικά ανεξάρτητη' και αν αφήνει οποιαδήποτε υπονοούμενα για το ΚΕΒΕ. Αν δηλαδή υπονοεί ότι το ΚΕΒΕ δεν είναι ανεξάρτητος οργανισμός και αν οι αποφάσεις μας δεν είναι ανεξάρτητες», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Ο πρόεδρος του ΚΕΒΕ, για να δώσει απάντηση στο ερώτημα που θέτει, προβαίνει σε μια εκτενή ανάλυση για το ζήτημα της ανεξαρτησίας και της ηθικής στην ηγεσία οργανισμών «κοινού συμφέροντος», στους οποίους κατατάσσει και τις εργοδοτικές οργανώσεις.
Τέτοιοι οργανισμοί, σχολιάζει, «πρέπει να είναι ανεξάρτητοι, πρέπει να δρουν ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συμφέροντα και να παίρνουν τις αποφάσεις τους με κοινό γνώμονα το κοινό συμφέρον των μελών τους και της κοινωνίας».
Στη συνέχεια αναφέρεται στη σύγκρουση συμφερόντων και του ασυμβίβαστου, σημειώνοντας ότι οι οργανισμοί «είναι τόσο ανεξάρτητοι όσο ανεξάρτητα είναι και τα ανώτερα και ανώτατα στελέχη τους που τους επανδρώνουν».
Αφού περιγράφει το πλαίσιο, ο πρόεδρος του ΚΕΒΕ τονίζει ότι «θέλω να σας διαβεβαιώσω ότι ο οργανισμός μας, ο οργανισμός του οποίου εγώ προεδρεύω, είναι πραγματικά ανεξάρτητος». Δεν σταμάτα, όμως, σε αυτό το σημείο.
Σε μια αποστροφή με προφανή αιχμή προς την ΟΕΒ, προσθέτει:
«Το ποιοι άλλοι οργανισμοί μπορούν να αυτοκαλέσουν τον εαυτό τους 'πραγματικά ανεξάρτητους'… το αφήνω σε αυτούς να αποφασίσουν και σε εσάς να το κρίνετε. Δεν χρειάζεται δα και κάποια εξειδικευμένη έρευνα για να δούμε πού υπάρχουν ασυμβίβαστες σχέσεις, μεταξύ αξιωματούχων τέτοιων οργανισμών και τη σύγκρουση συμφερόντων που μπορεί να υπάρχει στην εξάσκηση των καθηκόντων τέτοιων αξιωματούχων και ποιοι είναι πραγματικά ανεξάρτητοι και ποιοι όχι». Το υπονοούμενο είναι βαρύ.
Η αντεπίθεση Παντελίδη
Η μακροσκελής επιστολή Σταύρου προκάλεσε την αντίδραση του προέδρου της ΟΕΒ, Γιώργου Παντελίδη, ο οποίος απάντησε με δικό του σημείωμα προς τα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής του ΚΕΒΕ. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο κ. Παντελίδης ήταν εκ των παραληπτών της επιστολής Σταύρου.
Ο πρόεδρος της ΟΕΒ χαρακτηρίζει το περιεχόμενο του εγγράφου του προέδρου του ΚΕΒΕ «προσβλητικό για την ηγεσία της ΟΕΒ, μέρος της οποίας ανήκει ταυτόχρονα στην ηγεσία του ΚΕΒΕ».
«Την ώρα», τονίζει, «που καίγεται κυριολεκτικά η περιοχή μας με έναν περιφερειακό πόλεμο απρόβλεπτων διαστάσεων και την ώρα που αναφύονται νέοι αχαρτογράφητοι κίνδυνοι και ασύμμετρες απειλές για τις επιχειρήσεις και την οικονομία μας, προτεραιότητα του κ. Σταύρου είναι η προσβλητική επίθεση εναντίον της ΟΕΒ».
Ο πρόεδρος της ΟΕΒ κάνει λόγο για «μικροπρέπειες» στο έγγραφο Σταύρου, από τις οποίες, όπως αναφέρει, η ΟΕΒ δεν προτίθεται να παρασυρθεί.
«Το μήνυμά μου», αναφέρει, «προς εσάς είναι ότι η ΟΕΒ κι εγώ προσωπικά δεν θα ασχοληθούμε με τις μικροπρέπειες του εγγράφου του κ. Σταύρου, οι οποίες είμαστε βέβαιοι ότι ουδόλως εκφράζουν την πλειοψηφία των μελών της ηγεσίας του ΚΕΒΕ».
Παρά το αιχμηρό ύφος, ο κ. Παντελίδης επιχειρεί να εμφανιστεί ανοιχτός στη συνέχιση της συνεργασίας των δύο οργανώσεων.
«Θεωρώ καθήκον μου να σας τονίσω ότι τόσο εγώ όσο και το σύνολο της εκτελεστικής επιτροπής της ΟΕΒ, παραμένουμε προσηλωμένοι στην προσπάθεια για τη στενότερη δυνατή συνεργασία ανάμεσα στις δύο οργανώσεις μας για το καλό των επιχειρήσεων και του τόπου μας», σημειώνει.
Παράλληλα, στέλνει μήνυμα πως η σχέση ΟΕΒ - ΚΕΒΕ δεν μπορεί να είναι περιορισμένη μόνο στα εργασιακά.
«Τονίζω δε ότι η συνεργασία μας δεν μπορεί να αρχίζει και να τελειώνει στα εργασιακά θέματα. Το συμφέρον των επιχειρήσεων και της χώρας επιβάλλει ευρύτερη συνεργασία ΟΕΒ και ΚΕΒΕ χωρίς αποκλεισμούς και αποκλειστικότητες σε όλα τα επιχειρηματικά ζητήματα». Ο κ. Παντελίδης υπενθυμίζει ότι η «πρόσφατη συνεργασία» των δύο οργανώσεων έστειλε «ξεκάθαρο μήνυμα στην πολιτεία και την κοινωνία, ότι το επιχειρείν είναι ενωμένο με αποκλειστικό στόχο τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας μας», προειδοποιώντας ότι «δεν πρέπει να επιτρέψουμε οποιεσδήποτε σκοπιμότητες να αμαυρώνουν τη συνεργασία μας και πρωτίστως τη στήριξη των επιχειρήσεων».
Στην επιστολή Σταύρου υπήρξαν αντιδράσεις και από άλλους παραλήπτες της. Ο προέδρος του Κυπρο-Καναδικού Επιχειρηματικού Συνδέσμου, Παντελής Χριστοφίδης,σε επιστολή του προς τον πρόεδρο του ΚΕΒΕ, αναφέρει ότι δεν είχε «την οποιαδήποτε γνώση» για όσα αναφέρονται στην επιστολή ημερομηνίας 26 Φεβρουαρίου 2026 και ότι δεν είχε υποβάλει κανένα σχετικό ερώτημα προς το Επιμελητήριο.
Ο κ. Χριστοφίδης σημειώνει επίσης ότι ο σύνδεσμος «δεν αποτελεί Αρχή της Κυπριακής Δημοκρατίας» και δηλώνει πως, για τους λόγους αυτούς, δεν έχει κοινοποιήσει ούτε ενημερώσει οποιοδήποτε μέλος του Κυπρο-Καναδικού Επιχειρηματικού Συνδέσμου.
Η επόμενη ημέρα
Το νέο επεισόδιο φέρνει στο προσκήνιο τις εντάσεις ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οργανώσεις του κυπριακού επιχειρείν, με τις δύο πλευρές να ανταλλάσσουν αιχμηρές -έστω και «εμπιστευτικές»- επιστολές. Το παρελθόν των σχέσεων δείχνει ότι μετά την καταιγίδα ακολουθεί ηρεμία. Η ποιοτική διαφορά σε σχέση με τις εντάσεις του παρελθόντος είναι ότι αυτή τη φορά η ένταση έχει αποτυπωθεί σε έγγραφα. Δεύτερο επιβαρυντικό στοιχείο στις σχέσεις των δύο φορέων είναι ότι η διαφορά στην προσέγγιση για τον χειρισμό της ΑΤΑ άφησε πληγές που δεν έκλεισαν. Από αυτές τις πληγές προκύπτει και η ένταση για το ποιος φορέας είναι ανεξάρτητος.






