Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή έχει συμπληρώσει τέσσερις εβδομάδες, χωρίς να φαίνεται στον ορίζοντα το τέλος του και με την αβεβαιότητα να εντείνεται από τις δημόσιες τοποθετήσεις του Προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. Παρά την προσπάθεια του κ. Τραμπ να δείξει ότι υπάρχει σε εξέλιξη μια διαδικασία διαπραγμάτευσης με το Ιράν η συγκλίνουσα εκτίμηση είναι ότι απέχουμε τόσο από τον τερματισμό του πολέμου, όσο κυρίως από μια νέα κατάσταση πραγμάτων που θα εξασφαλίζει τη σταθερότητα στην περιοχή. Και η σταθερότητα στην περιοχή της Μέσης Ανατολής συνδέεται με τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας.
Οι επιπτώσεις του πολέμου στην οικονομία είναι ήδη εμφανείς στα πρατήρια καυσίμων και αναμένεται μια αλυσίδα αυξήσεων σε οτιδήποτε συνδέεται με τα προϊόντα διυλιστηρίου: από τις φιάλες του γκαζιού, μέχρι τα λιπάσματα και τα αεροπορικά εισιτήρια. Σε αυτό το περιβάλλον η κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα πακέτο μέτρων με στόχο τον περιορισμό των επιπτώσεων από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Δεν αποκλείεται να χρειαστεί και ένα νέο πακέτο μέτρων ή παράταση στην εφαρμογή των νέων μέτρων, καθώς η ασάφεια παραμένει. Με τις ανακοινώσεις της περασμένης Πέμπτης ο λογαριασμός των μέτρων φτάνει περίπου 250 εκατ. ευρώ, συνυπολογίζοντας και την απώλεια χρημάτων από το Ταμείο Ανάκαμψης αν επιμείνει η κυβέρνηση στη μη εφαρμογή της πράσινης φορολογίας στα καύσιμα.
Η Κεντρική Τράπεζα, στις μακροοικονομικές προβλέψεις για την κυπριακή οικονομία τις οποίες δημοσίευσε στις 24 Μαρτίου προειδοποιεί ότι «λόγω του υπό εξέλιξη πολέμου στη Μέση Ανατολή, η σημαντική αύξηση, τόσο στην τιμή του πετρελαίου, όσο και στη γεωπολιτική αβεβαιότητα στην εν λόγω περιοχή, αναμένεται να έχουν άμεση αρνητική επίδραση στην κυπριακή οικονομία, κυρίως βραχυπρόθεσμα. Οι επιπτώσεις αυτές αφορούν ιδιαίτερα τον τομέα του τουρισμού, της ναυτιλίας, καθώς και τον κατασκευαστικό και τον κτηματομεσιτικό τομέα, τομείς που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων».
Παράλληλα, η Κεντρική Τράπεζα εκτιμά ότι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή θα έχει έμμεση αρνητική επίδραση στις εξαγωγές υπηρεσιών λόγω της αναμενόμενης μείωσης της εξωτερικής ζήτησης ως αποτέλεσμα της διεθνούς γεωπολιτικής και γεωοικονομικής αβεβαιότητας, καθώς και της αύξησης των τιμών της ενέργειας. Οι εξελίξεις αυτές αναμένεται να επηρεάσουν αρνητικά όλους τους συντελεστές των δαπανών του ΑΕΠ, δηλαδή, την ιδιωτική κατανάλωση, τις επενδύσεις και τις καθαρές εξαγωγές.
Οι μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις στην κυπριακή οικονομία θα εξαρτηθούν από τη διάρκεια και την ένταση του πολέμου. Το βασικό σενάριο υιοθετεί την υπόθεση εργασίας ότι η σύρραξη θα έχει διάρκεια περίπου δύο μήνες και υψηλή ένταση, και εν συνεχεία σταδιακή αποκλιμάκωση.
Η Κεντρική προβλέπει επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ το 2026 στο 2,7%, σε σχέση με 3,8% για το 2025.
Γραμμές άμυνας
Στο ερώτημα πώς πρέπει να κινηθεί η άσκηση πολιτικής η απάντηση είναι ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο εφησυχασμού στη δημοσιονομική πολιτική και στη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ), τόσο εντός όσο και εκτός τραπεζικού συστήματος. Αυτό προκύπτει από τις αξιολογήσεις των οίκων DBRS, Capital Intelligence και S&P, που δημοσιεύτηκαν μετά την έναρξη του πολέμου και λειτουργούν ως άτυπος «οδικός χάρτης» για το πώς η Κύπρος μπορεί να παραμείνει όρθια σε αυτή κρίση.
Οι οίκοι επισημαίνουν ότι η διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας και η περαιτέρω μείωση και αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελούν τη βάση για την ικανότητα της χώρας να αντιδρά σε κρίσεις, στηρίζοντας την οικονομία και διασφαλίζοντας τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Αυτό πρακτικά σημαίνει συνέχιση της παραγωγής υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και ενεργή διαχείριση των ΜΕΔ. Και τα δύο απαιτούν αποφάσεις. Στο μέτωπο των πλεονασμάτων το ΥΠΟΙΚ καλείται να εξετάσει τις δαπάνες και στο μέτωπο των ΜΕΔ να μην αλλοιωθεί η υφιστάμενη νομοθεσία για τη διαχείρισή τους.
Ειδικότερα, η δημοσιονομική εικόνα της Κύπρου παραμένει ένα από τα ισχυρότερά της πλεονεκτήματα. Οι οίκοι αξιολόγησης επισημαίνουν ότι τα διαδοχικά πλεονάσματα των τελευταίων ετών, σε συνδυασμό με τη συνεχή μείωση του δημόσιου χρέους, δημιουργούν ένα σημαντικό απόθεμα αξιοπιστίας αλλά και ευελιξίας για την οικονομική πολιτική.
Τα δημόσια οικονομικά κατέγραψαν μέσο ετήσιο πλεόνασμα περίπου 2,8% του ΑΕΠ την περίοδο 2022-2025, ενώ η τάση αυτή εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια. Ταυτόχρονα, το δημόσιο χρέος ακολουθεί πτωτική πορεία, με προβλέψεις για περαιτέρω μείωση κάτω από το 55% του ΑΕΠ και ακόμη χαμηλότερα μεσοπρόθεσμα.
Η εικόνα αυτή, σύμφωνα με τους οίκους, επιτρέπει στην Κύπρο να διατηρεί σημαντικό «δημοσιονομικό χώρο». Δηλαδή, η χώρα έχει τη δυνατότητα να παρέμβει με μέτρα στήριξης σε περίπτωση κρίσης -είτε αυτή αφορά την ενέργεια, τον τουρισμό ή ευρύτερα την οικονομική δραστηριότητα- χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.
Ωστόσο η δημοσιονομική πειθαρχία δεν πρέπει να χαλαρώσει. Η αύξηση των δαπανών, είτε μέσω μισθολογικών αυξήσεων στο Δημόσιο είτε μέσω κοινωνικών παροχών, εάν δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση εσόδων, μπορεί να διαβρώσει τα πλεονάσματα.
Ο Capital Intelligence προειδοποιεί ότι χαλάρωση της πειθαρχίας, μέσω διόγκωσης των τρεχουσών δαπανών πέρα από τη δυναμική των εσόδων, θα μπορούσε να ανατρέψει τη θετική πορεία του χρέους και να αυξήσει τους κινδύνους υποβάθμισης. Ο DBRS εστιάζει περισσότερο στο μεσοπρόθεσμο βάρος που θα φέρουν οι δαπάνες για την κλιματική μετάβαση, αλλά και στα ρίσκα από πιθανές αλλαγές στη φορολογία εταιρειών, καθώς η Κύπρος αντλεί σημαντικό μέρος των εσόδων της από τον εταιρικό φόρο.
Οι οίκοι προειδοποιούν ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τα δημόσια έσοδα, κυρίως μέσω της επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας ή της μείωσης του τουρισμού. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η διατήρηση ισχυρών δημοσιονομικών αποθεμάτων καθίσταται ακόμη πιο κρίσιμη.
Ως μαξιλάρι ασφαλείας λειτουργούν και τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα του κράτους, τα οποία επαρκούν για να καλύψουν πολλαπλά τις χρηματοδοτικές ανάγκες του κράτους για τουλάχιστον έναν χρόνο, στοιχείο που ενισχύει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και μειώνει τον κίνδυνο χρηματοδότησης.
Το διαχρονικό βάρος
Αν η δημοσιονομική σταθερότητα είναι η πρώτη γραμμή άμυνας, η διαχείριση του υφιστάμενου αποθέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί τη δεύτερη. Οι τρεις οίκοι «σηκώνουν» το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων που παραμένει ένα από τα βασικά «αγκάθια» της κυπριακής οικονομίας, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια,
Οι οίκοι αναγνωρίζουν ότι ο τραπεζικός τομέας έχει γυρίσει σελίδα σε σχέση με την κρίση του 2013, με ισχυρά κεφαλαιακά αποθέματα, ικανοποιητική ρευστότητα και θεαματική μείωση των ΜΕΔ εντός των τραπεζικών ισολογισμών.
Ωστόσο, πίσω από αυτές τις εντυπωσιακές βελτιώσεις κρύβεται μια πιο σύνθετη εικόνα. Οι οίκοι υπογραμμίζουν ότι μεγάλο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων έχει μεταφερθεί εκτός τραπεζικού συστήματος, σε εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων, όπου παραμένει υψηλό και συνεχίζει να επιβαρύνει τις αξιολογήσεις. Ο Capital Intelligence εκτιμά ότι τα ΜΕΔ που διαχειρίζονται αυτές οι εταιρείες ανέρχονται σε περίπου 19,7 δισ. ευρώ, δηλαδή πάνω από το ήμισυ του ΑΕΠ, ενώ αναφέρει ότι πάνω από το 40% του ιδιωτικού χρέους παραμένει μη εξυπηρετούμενο, παρότι τα αποθέματα αυτών των δανείων βαίνουν μειούμενα.
Η μεταφορά ΜΕΔ εκτός τραπεζών βελτιώνει τους τραπεζικούς δείκτες αλλά δεν εξαφανίζει το οικονομικό βάρος για την κοινωνία και τις επιχειρήσεις. Οι οίκοι προειδοποιούν ότι αυτά τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια εξακολουθούν να αποτελούν κίνδυνο μέσω ενδεχόμενων υποχρεώσεων και πιθανών επιπτώσεων στις τιμές ακινήτων και στις επενδύσεις. Ο DBRS αναφέρεται ρητά στον κίνδυνο υλοποίησης ενδεχόμενων υποχρεώσεων ως βασικό δημοσιονομικό ρίσκο, παρά τη σημερινή ισχυρή του θέση, ιδίως εάν απαιτηθούν παρεμβάσεις στήριξης ή προκύψουν κοινωνικές πιέσεις για λύσεις.
Παράλληλα, η ύπαρξη τόσο μεγάλου όγκου προβληματικών δανείων σημαίνει ότι νοικοκυριά και επιχειρήσεις παραμένουν δεσμευμένα σε παλιές οφειλές, περιορίζοντας τη δυνατότητά τους να επενδύσουν ή να καταναλώσουν και «φρενάροντας» την αναπτυξιακή δυναμική σε περίπτωση νέας κρίσης. Ο Capital Intelligence συνδέει άμεσα τη μελλοντική αναβάθμιση της Κύπρου με «σημαντική απομόχλευση του ιδιωτικού τομέα» και μείωση του αποθέματος αυτών των στοιχείων ενεργητικού εκτός τραπεζών.







