Τα όσα κατήγγειλε ο Μακάριος Δρουσιώτης είναι σοβαρότατα και πρέπει να απαντηθούν από τις Αρχές. Μας αφορούν όλους, αλλά κυρίως τους θύτες, τα θύματα και όσους έμμεσα ή άμεσα εμπλέκονται στις συγκεκριμένες υποθέσεις. Ωστόσο, αυτό που πρέπει να απαντηθεί από την Πολιτεία δεν είναι μόνο αν είναι αυθεντικά τα στοιχεία που παρέδωσε στις Αρχές ο δημοσιογράφος, αλλά γιατί ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας έχει ήδη καταλήξει πως όλα αυτά είναι αληθή - και πως ακόμη και αν δεν αποδειχτούν, τότε οι Αρχές θα τα έχουν «μαγειρέψει» ώστε να μην ευσταθούν.
Και όχι, η εύκολη απάντηση δεν είναι ότι γεμίσαμε συνωμοσιολόγους ή ότι τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης τροφοδοτούν τη νοσηρή μας φαντασία. Είναι που όλο και περισσότεροι συμπολίτες μας αισθάνονται πως υπάρχει μια πολιτικοοικονομική ελίτ την οποία κανείς δεν μπορεί να αγγίξει. Ισχύει δεν ισχύει αυτή η διαπίστωση μιας σημαντικής μερίδας των πολιτών, το πρόβλημα παραμένει: με τέτοια έλλειψη εμπιστοσύνης, όχι απλά δουλειές δεν μπορείς να κάνεις, αλλά ούτε ως δημοκρατικό κράτος δεν μπορείς να υπάρξεις.
Για την οικονομία και την επιχειρηματικότητα, είναι απαραίτητο να υπάρχει εμπιστοσύνη στις Αρχές και τους θεσμούς. Αν, όπως φαίνεται στην περίπτωση της Κύπρου, οι πολίτες θεωρούν πως μια διεφθαρμένη ελίτ μπορεί να ελέγχει τις εξουσίες και αισθάνεται άτρωτη, η οικονομία χάνει το «μέρισμα» του δημοκρατικού πολιτεύματος. Χάνει, δηλαδή, την ώθηση που δίνει στην αγορά μια σειρά θεσμικών και κοινωνικών μηχανισμών που προάγουν τη σταθερότητα και την ανάπτυξη, με σημαντικότερο το Κράτος Δικαίου, το οποίο διασφαλίζει την τήρηση των συμβάσεων και την προστασία των δικαιωμάτων.
Ένα ανεξάρτητο δικαστικό σύστημα οφείλει να δημιουργεί ένα περιβάλλον ασφάλειας που ευνοεί τις επενδύσεις, την καινοτομία και τη δημιουργικότητα. Αν ένα κομμάτι της κοινωνίας αισθάνεται πως αυτά δεν ισχύουν σε ικανοποιητικό βαθμό, η συντεταγμένη πολιτεία θα πρέπει να απαντήσει σε αυτές τις ανησυχίες. Και αυτό θα γίνει μόνο μέσα από έργα και πράξεις, όχι από δηλώσεις της Αστυνομίας, των δικαστών ή των πολιτικών.
Είτε αρέσει στους ανθρώπους που ασκούν εξουσία είτε όχι, οι εποχές είναι τοξικές, η αμφισβήτηση εύκολη και ο αλγόριθμος των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης εξαιρετικά αποτελεσματικός. Συμπεριφορές που κάποτε περνούσαν απαρατήρητες, βίντεο που μπορούσαν να χαθούν ή ηχητικά που θα άκουγε μόνο ο ανακριτής, τώρα είναι παντού, τα ακούνε όλοι, όσες φορές το αντέχουν. Όσοι ασκούν εξουσία θα πρέπει να το αποδεχτούν και να δουν με ποιον τρόπο μπορούν να προστατεύσουν τους θεσμούς που υπηρετούν.
Και όχι, αυτό δεν θα γίνει με διαψεύσεις, ειρωνεία και διαρροές στον Τύπο. Απαιτείται εκσυγχρονισμός των θεσμών, ξεκινώντας από τα πιο απλά -όπως το πλαίσιο και οι εντολές διερεύνησης της Αστυνομίας- και φτάνοντας μέχρι τους χρόνους εκδίκασης των υποθέσεων, τη σύνθεση των δικαστηρίων και τις αρμοδιότητες της Γενικής Εισαγγελίας. Το επιχείρημα «τα πράγματα γίνονται έτσι γιατί έτσι γίνονταν πάντα» δεν μπορεί να σταθεί, αν θέλουμε να συνεχίσουμε να έχουμε δημοκρατία και να απολαμβάνουμε το «μέρισμα» που αυτή προσφέρει στην οικονομία.
Διαφορετικά, μπορούμε απλά να το «κλείσουμε το μαγαζί». Να απαξιώσουμε τις εκλογές με αποχή, να βρεθούμε εκτός χρηματοδοτήσεων από την ΕΕ για παραβιάσεις του Κράτους Δικαίου (όπως συνέβη στην περίπτωση της Ουγγαρίας) και τελικά να βρεθούμε εκτός του ευρωπαϊκού πλαισίου αξιών. Στο τέλος, μην παραξενευτείτε αν καταργήσουμε και τις εκλογές για να γλυτώσουμε τον κόπο και τα έξοδα, απομένοντας με τους δικτατορίσκους που μας αξίζουν.
Μέσες λύσεις δεν υπάρχουν. Είτε προχωράμε σε σαρωτικές κινήσεις εκσυγχρονισμού, είτε περιμένουμε πότε θα διολισθήσουμε οριστικά στον αυταρχισμό. Εκτός βέβαια αν το κομμάτι της κοινωνίας που πιστεύει πως όσα καταγγέλλει ο Μακάριος Δρουσιώτης δεν είναι απλώς αληθή αλλά η κορυφή του παγόβουνου, έχει δίκιο. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, έχουμε ήδη διολισθήσει σε έναν αυταρχισμό μασκαρεμένο με εκλογές, ο οποίος ούτε θέλει ούτε μπορεί να κάνει μεταρρυθμίσεις που προστατεύουν τους θεσμούς.
Με άλλα λόγια: καληνύχτα και καλή μας τύχη.
Υστερόγραφο: Το καληνύχτα και καλή τύχη (πρωτότυπος τίτλος: Good Night, and Good Luck) είναι ο τίτλος αμερικανικής ταινίας, πολιτικού δράματος, σε σκηνοθεσία του Τζορτζ Κλούνεϊ και σενάριο του ίδιου μαζί με τον Γκραντ Χέσλοου.







