Σε ένα πρωτόγνωρο παιγνίδι δημιουργίας πολιτικών και επικοινωνιακών εντυπώσεων για πιθανές εξελίξεις στο κυπριακό προχώρησε τις τελευταίες ώρες ο Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης. Σε λιγότερο από 24 ώρες παρατηρείται μια εμφανής μετατόπιση στη ρητορική του Προέδρου της Δημοκρατίας για το Κυπριακό, χωρίς εκ των πραγμάτων να υπάρχουν αντικειμενικές συνθήκες για οποιαδήποτε αλλαγή του κλίματος.
Η σχεδόν κάθετη δήλωση σε συνέντευξή του στον «Άλφα» το βράδυ της Τρίτης, στην οποία άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο κατάθεσης σχεδίου λύσης για το Κυπριακό πριν από το τέλος του 2026, δηλαδή πριν από την ολοκλήρωση της θητείας του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, δημιούργησε μια σειρά συζητήσεων στο εσωτερικό μέτωπο. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας επικαλέστηκε πληροφορίες που είχαν ήδη δει το φως, σύμφωνα με τις οποίες ο Αντόνιο Γκουτέρες αποτίμησε θετικά συνάντηση με τον Τούρκο Πρόεδρο από τον οποίο πήρε «πράσινο φως» για ουσιαστικές συζητήσεις. Εκείνο το οποίο ωστόσο συζητείται, δεν είναι το γεγονός ότι μια νέα πρωτοβουλία του ΟΗΕ δεν είναι επιθυμητή, αλλά επειδή τίποτε στο σημερινό πολιτικό περιβάλλον δεν δικαιολογεί τέτοια αισιοδοξία ή έστω μια τόσο συγκεκριμένη εκτίμηση. Αντιθέτως, όλα τα δεδομένα δείχνουν μια διαδικασία στάσιμη, χωρίς ουσιαστική πρόοδο και χωρίς την απαραίτητη πολιτική προετοιμασία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε επανέναρξη ουσιαστικών συνομιλιών.
Και η αλλαγή της ρητορικής
Ωστόσο χθες μερικές ώρες μετά τη δήλωσή του στον ΑΛΦΑ, ο Νίκος Χριστοδουλίδης και αφού πρώτα επιχείρησε όπως δημιουργηθεί η εικόνα ότι υπάρχει ήδη μια σοβαρή και οργανωμένη διαδικασία σε εξέλιξη υπό τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, με παρασκηνιακές επαφές και πιθανή προοπτική κατάθεσης συγκεκριμένου πλαισίου λύσης, άλλαξε τη ρητορική του. Σε δηλώσεις του στη Λεμεσό, απέφυγε οποιαδήποτε αναφορά για «σχέδιο λύσης», δεν μίλησε για συγκεκριμένο οδικό χάρτη, δεν έκανε λόγο για χρονοδιάγραμμα, ούτε παρουσίασε οποιοδήποτε απτό στοιχείο που να αποδεικνύει ότι υπάρχει νέα διαπραγματευτική διαδικασία. Αντίθετα, περιορίσθηκε σε γενικόλογες διατυπώσεις περί «θετικού αποτελέσματος», περί «στήριξης της προσπάθειας του Γενικού Γραμματέα» και περί ανάγκης να μην παραμείνει η διαδικασία σε «διαρκείς συζητήσεις». Η αλλαγή αυτή δείχνει σαφή υποχώρηση από το κλίμα μεγάλων προσδοκιών που ο ίδιος δημιούργησε την προηγούμενη ημέρα. Δείχνει ωστόσο και απουσία προεδρικής σοβαρότητας στο βασικό αυτό ζήτημα που ταλαιπωρεί τους Κυπρίους.
«Εικασία που δεν τεκμηριώνεται»
Θα πρέπει να σημειωθεί ταυτοχρόνως ότι αυτή τη χρονική στιγμή δεν παρουσιάζεται οποιοδήποτε συγκεκριμένο δεδομένο, που να επιβεβαιώνει ότι υπάρχει πραγματικά νέα πρωτοβουλία των Ηνωμένων Εθνών. Δεν υπάρχει επίσημη ανακοίνωση του ΟΗΕ, δεν υπάρχει νέα συμφωνημένη διαδικασία, δεν υπάρχει εκτός από γενική αναφορά, η ένδειξη ότι επίκειται πολυμερής διάσκεψη, δεν υπάρχει κοινό ανακοινωθέν, ούτε οποιαδήποτε μεταβολή στις πάγιες θέσεις της Τουρκίας, η οποία συνεχίζει να επιμένει στη λύση δύο κρατών και στην κυριαρχική ισότητα. Ακόμη και η συνεχής επίκληση «διεργασιών μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας», λειτουργεί περισσότερο ως ένας επικοινωνιακός ισχυρισμός, ο οποίος δεν μπορεί να ελεγχθεί, παρά ως ένδειξη πραγματικής πολιτικής κινητικότητας, αφού δεν συνοδεύεται από κανένα συγκεκριμένο στοιχείο.
Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος ο Πρόεδρος φαίνεται στη χθεσινή του δήλωση να επιχειρεί μια έμμεση διόρθωση της πρώτης, χαμηλώνοντας αισθητά τον πήχη των προσδοκιών και μεταβαίνοντας από τη ρητορική περί «σχεδίου λύσης» σε πολύ πιο αόριστες αναφορές περί «θετικού αποτελέσματος».
Στο ίδιο πλαίσιο, ενδιαφέρον προκαλεί και δήλωση αξιόπιστης τουρκοκυπριακής πηγής στο «Π», η οποία θέλησε να κρατήσει την ανωνυμία της, αλλά τόνισε πως «δεν υφίσταται καμία συγκεκριμένη εξέλιξη που να τεκμηριώνει μια τέτοια εικασία», για την ύπαρξη σχεδίου λύσης.
Αυτό δημιουργεί εύλογα την εντύπωση ότι η κυβέρνηση επενδύει περισσότερο στη δημιουργία πολιτικής ατμόσφαιρας και εικόνας κινητικότητας στο Κυπριακό, παρά στην παρουσίαση πραγματικών δεδομένων που να αποδεικνύουν ότι έχει πράγματι ξεκινήσει μια νέα ουσιαστική διαδικασία επίλυσης του προβλήματος.
Πολιτική αμετροέπεια
Ο ίδιος ο Πρόεδρος εμφανίζεται συχνά -πυκνά να μιλά σχεδόν εκ μέρους του Γενικού Γραμματέα, προαναγγέλλοντας «νέα προσπάθεια», «διευρυμένη διάσκεψη» και πιθανές «δύσκολες αποφάσεις». Ωστόσο, ούτε τα Ηνωμένα Έθνη, ούτε η προσωπική απεσταλμένη του ΓΓ, έχουν δημοσίως επιβεβαιώσει ένα τέτοιο σενάριο.
Αντίθετα, η εικόνα που εκπέμπεται είναι αυτή μιας διαδικασίας περιορισμένης σε χαμηλής πολιτικής μέτρα, με πενιχρά αποτελέσματα. Η απουσία συμφωνίας ακόμη και για νέα οδοφράγματα, αποτελεί ενδεικτικό παράδειγμα. Η επιλογή της ελληνοκυπριακής πλευράς να συνδέσει το θέμα με τη λογική της «αμοιβαιότητας» όχι μόνο δεν δημιούργησε θετικό κλίμα, αλλά ενίσχυσε τη δυσπιστία και την ακινησία. Αν δεν μπορούν να υπάρξουν συγκλίσεις ούτε σε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης, πώς μπορεί να θεωρείται ρεαλιστική η προοπτική ενός ολοκληρωμένου σχεδίου λύσης;
Λύση με ποια βάση;
Ταυτόχρονα, ο Πρόεδρος δεν έχει επενδύσει πολιτικά στην προετοιμασία της κοινωνίας για μια ενδεχόμενη λύση. Σπάνια ακούστηκε να εξηγεί με σαφήνεια γιατί το σημερινό στάτους κβο είναι καταστροφικό και γιατί μια συμφωνημένη λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες προοπτικές ασφάλειας και ευρωπαϊκής κανονικότητας για ολόκληρη την Κύπρο. Δεν υπήρξε καμία σοβαρή δημόσια εκστρατεία υπέρ της επανένωσης, ούτε πολιτική προσπάθεια οικοδόμησης κουλτούρας συμβιβασμού. Αντιθέτως ο Πρόεδρος, προτιμά την άτυπη συγκατοίκηση του με τα πλέον ακραία στοιχεία στην ελληνοκυπριακή πλευρά.
Εσωτερική διαχείριση ενόψει εκλογών
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι δηλώσεις Χριστοδουλίδη μοιάζουν περισσότερο με στοιχείο εσωτερικής πολιτικής διαχείρισης, παρά με αντανάκλαση πραγματικών διπλωματικών εξελίξεων. Η χρονική συγκυρία δεν μπορεί να αγνοηθεί. Με τις βουλευτικές σε μιάμιση βδομάδα και με την ανάγκη διατήρησης συμμαχιών με κόμματα της σκληρής γραμμής, η επίκληση ενός υποτιθέμενου σχεδίου λύσης λειτουργεί συσπειρωτικά για πολιτικές δυνάμεις που ιστορικά επενδύουν στον φόβο και στην απόρριψη κάθε συμβιβασμού. Το μήνυμα που εκπέμπεται προς αυτό το ακροατήριο είναι ότι «έρχονται πιέσεις, χρειάζεται συσπείρωση».
Αυτό ακριβώς είναι που εντείνει την καχυποψία γύρω από τις προεδρικές δηλώσεις. Διότι αν υπήρχε πραγματική βούληση για επανεκκίνηση της διαδικασίας, θα είχε προηγηθεί η δημιουργία ενός άλλου πολιτικού κλίματος, όπως είναι περισσότερη επαφή ανάμεσα στις δύο κοινότητες, ενίσχυση των ΜΟΕ, δημόσιος λόγος υπέρ της λύσης και ξεκάθαρη πολιτική υπεράσπιση του συμφωνημένου πλαισίου της ΔΔΟ. Τίποτε από αυτά δεν συμβαίνει.
Το παράδειγμα αναφορικά με τις επικρίσεις εισηγητών του ΟΗΕ στις δύο πλευρές για παρεμπόδιση της απρόσκοπτης λειτουργίας του προγράμματος «Imagine», όπως έγραψε την Τρίτη 12 Μαίου ο «Π», είναι ενδεικτικό του γεγονότος ότι τίποτε προς τη δημιουργία διαφορετικού κλίματος δεν έχει αποτυπωθεί.
Προεδρικός επικοινωνιακός οίστρος
Όπως σημείωναν στον «Π» διπλωματικές πηγές, επί του παρόντος δεν διαφαίνεται κάτι που να αλλάζει το κλίμα για συνομιλίες επί της ουσίας. Εκείνο το οποίο είναι πιο πιθανό, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, είναι μια προσπάθεια διατήρησης της διαδικασίας ώστε να αποφευχθεί η επίσημη κήρυξη αδιεξόδου.
Δηλαδή η συνέχιση ενός κύκλου περιορισμένων διαβουλεύσεων, χαμηλής πολιτικής, που θα παραδώσει το Κυπριακό στον επόμενο Γενικό Γραμματέα και στις πολιτικές εξελίξεις που θα ακολουθήσουν στην Κύπρο. Μέχρι τότε, οι μεγαλόστομες δηλώσεις περί σχεδίων λύσης κινδυνεύουν να εκληφθούν όχι ως ένδειξη διπλωματικής κινητικότητας, αλλά ως ακόμη ένα επεισόδιο του επικοινωνιακού οίστρου, που χαρακτηρίζει τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη.







