Αν ο Νίκος Χριστοδουλίδης και ο Τουφάν Έρχιουρμαν εννοούν πραγματικά ότι οι συνομιλίες για το Κυπριακό πρέπει να επαναρχίσουν από εκεί που διακόπηκαν στο Κραν Μοντανά, τότε η συζήτηση δεν μπορεί να είναι γενική, αόριστη και ανοιχτή στον χρόνο. Η αναφορά στο Κραν Μοντανά έχει συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο. Σημαίνει διαφύλαξη του διαπραγματευτικού κεκτημένου, σημαίνει Πλαίσιο Γκουτέρες, σημαίνει λύση διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα, δηλαδή τη βάση που εξακολουθεί να αναγνωρίζει και το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Από αυτή την αφετηρία προκύπτουν τρία βασικά συμπεράσματα. Πρώτον, η αναζητούμενη λύση είναι ομοσπονδιακή, ακόμη κι αν ο Τουφάν Έρχιουρμαν αποφεύγει, για εσωτερικούς πολιτικούς λόγους, να την περιγράφει με τον τρόπο που θα ήθελε η ελληνοκυπριακή πλευρά. Δεύτερον, εάν όντως ξεκινούμε από το Κραν Μοντανά, ακόμα και χωρίς ανοικτή αναφορά στο Πλαίσιο Γκουτέρες, δεν ξεκινούμε από το μηδέν. Ξεκινούμε από ένα προχωρημένο σημείο, με συγκλίσεις, εκκρεμότητες και γνωστά ανοιχτά ζητήματα. Τρίτον, η ολοκλήρωση της διαδικασίας δεν μπορεί να μετατίθεται στο απροσδιόριστο μέλλον, οπότε, ναι, χρειάζεται να μπουν στη συζήτηση χρονικά πλαίσια.
Πολιτικό το πρόβλημα
Το πραγματικό βέβαια πρόβλημα δεν είναι διαπραγματευτικό. Είναι κυρίως πολιτικό και ψυχολογικό. Αφορά τη διαφάνεια στη διαπραγμάτευση και κυρίως τους φόβους των δύο κοινοτήτων για το τι θα συμβεί την επόμενη μέρα της λύσης.
Οι Ελληνοκύπριοι κουβαλούν ακόμη το τραύμα του 2004 και την έννοια του «upfront» που είχε χρησιμοποιήσει ο Τάσσος Παπαδόπουλος. Φοβούνται ότι με μια συμφωνία θα παραχωρήσουν από την πρώτη μέρα πολιτική ισότητα, συνδιαχείριση, συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στους θεσμούς και ουσιαστικό μερίδιο στην ομοσπονδιακή εξουσία, ενώ τα δικά τους ανταλλάγματα –κυρίως στο εδαφικό, στο περιουσιακό και στην ασφάλεια– θα έρθουν αργότερα, αν έρθουν. Ο φόβος αυτός έχει μεγαλώσει διότι έχουμε να κάνουμε με έναν εντελώς διαφορετικό Ερντογάν σε σχέση με το 2004, ενώ και τα οικονομικά και πληθυσμιακά δεδομένα στη βόρεια Κύπρο είναι επίσης διαφορετικά.
Οι Τουρκοκύπριοι, από την άλλη, φοβούνται το αντίστροφο. Φοβούνται ότι θα υπογράψουν μια λύση ομοσπονδίας εντός της ΕΕ, θα εγκαταλείψουν την υφιστάμενη ξεχωριστή διοικητική τους πραγματικότητα και στη συνέχεια η ελληνοκυπριακή πλειοψηφία, με την πολιτική και θεσμική στήριξη των Ευρωπαίων, θα επιχειρήσει να περιορίσει ή να ακυρώσει στην πράξη τα συνταγματικά δικαιώματα που οι ίδιοι θεωρούν ότι είχαν ως συνιδρυτική κοινότητα το 1960 και έχασαν μετά την κρίση του 1963-64. Η στάση αυτή βέβαια είναι ολίγον αντιφατική υπό την έννοια ότι οι ίδιοι θέλουν να γίνουν μέλος της ΕΕ, ενώ και η Τουρκία θεωρεί ότι η αναβάθμιση της τελωνειακής της σχέσης με την ΕΕ είναι κάτι παραπάνω από επιβεβλημένη. Εν ολίγοις δεν γίνεται να θέλεις να γίνεις μέλος της ΕΕ αλλά να μην την εμπιστεύεσαι.
Κατά στάδια
Οι φόβοι βέβαια, υπαρκτοί ή όχι, θα πρέπει να αντιμετωπισθούν. Σε αυτή τη συνθήκη, η ιδέα μιας λύσης κατά στάδια, χωρίς επιστροφή στην προτέρα κατάσταση, δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι ίσως ο μόνος τρόπος να μετατραπεί η λύση από υπόσχεση σε εμπειρία.
Η λογική είναι απλή και έχει ως στόχο να μην ζητηθεί από τους πολίτες να ψηφίσουν με βάση τον φόβο, τη μνήμη και την καχυποψία, όπως έγινε το 2004, αλλά με βάση μια διαδικασία εφαρμογής που θα έχει ήδη αρχίσει να παράγει αποτελέσματα. Αντί οι δύο κοινότητες να κληθούν να εγκρίνουν ένα πολυσέλιδο σχέδιο, χωρίς να έχουν δει τίποτε στην πράξη, θα μπορούσαν να οδηγηθούν σε δημοψηφίσματα μετά από μια μεταβατική περίοδο δύο ή τριών ετών, κατά την οποία κρίσιμες πρόνοιες της συμφωνημένης τελικής λύσης θα έχουν ήδη εφαρμοστεί. Ας μην ξεχνούμε ότι και η Συνθήκη Ζυρίχης-Λονδίνου είχε και αυτή μεγάλη μεταβατική περίοδο, αν και βεβαίως η σύγκριση δεν μπορεί να είναι απόλυτη.
Η διαδικασία αυτή, όπως έγινε και με την εφαρμογή των συνθηκών του 1960, προϋποθέτει μια καθαρή διάκριση. Δεν μιλάμε για αποσπασματικά Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, τα οποία εφαρμόζονται ανεξάρτητα από τη λύση και συχνά καταλήγουν να συντηρούν το στάτους κβο. Μιλάμε για σταδιακή εφαρμογή μιας συμφωνημένης τελικής λύσης ομοσπονδίας. Δηλαδή, πρώτα συμφωνείται συνολικά το πλαίσιο της λύσης –διακυβέρνηση, ασφάλεια, εγγυήσεις, εδαφικό, περιουσιακό, ΕΕ, οικονομία, υδρογονάνθρακες– και στη συνέχεια αρχίζει η εφαρμογή του με δεσμευτικά, αμοιβαία και μη αναστρέψιμα βήματα.
Η φράση «χωρίς επιστροφή στην προτέρα κατάσταση» έχει εδώ κρίσιμη σημασία. Δεν μπορεί η μία πλευρά να πάρει το δικό της όφελος, να παγώσει τη διαδικασία και να επιστρέψει στο προηγούμενο καθεστώς σαν να μην έγινε τίποτα. Ούτε μπορεί η άλλη πλευρά να επικαλείται την ανάγκη σταδιακότητας για να καθυστερεί επ’ αόριστον τις δικές της υποχρεώσεις. Κάθε βήμα πρέπει να είναι συνδεδεμένο με αντίστοιχο βήμα της άλλης πλευράς, υπό την εποπτεία του ΟΗΕ, της ΕΕ και ενδεχομένως ενός ειδικού μηχανισμού εφαρμογής.
Ενδεικτικά, μια τέτοια λογική θα μπορούσε να περιλαμβάνει trade-offs όπως:
1. Επιστροφή της περίκλειστης πόλης της Αμμοχώστου υπό ελληνοκυπριακή διοίκηση, σε συνδυασμό με τη λειτουργία του αεροδρομίου της Τύμπου υπό τ/κ διοίκηση στο πλαίσιο ενός ενιαίου FIR.
2. Συμφωνημένη επιστροφή της Μόρφου και άλλων περιοχών που θα περιληφθούν στον εδαφικό χάρτη, σε συνδυασμό με άνοιγμα λιμανιών για το τουρκοκυπριακό εμπόριο τα οποία θα λειτουργούν με βάση το ευρωπαϊκό κεκτημένο.
3. Σταδιακό άνοιγμα τμημάτων της νεκρής ζώνης στους νόμιμους ιδιοκτήτες της γης για ανάπτυξη, κατοίκηση ή κοινές οικονομικές δραστηριότητες, σε συνδυασμό με θεσμοθετημένη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στη διαχείριση και στα έσοδα των υδρογονανθράκων μέσα από ομοσπονδιακό ή μεταβατικό ταμείο.
4. Σταδιακή συγκρότηση των ομοσπονδιακών θεσμών –Βουλής, Εκτελεστικής Εξουσίας, ομοσπονδιακού δικαστηρίου, ομοσπονδιακής δημόσιας υπηρεσίας– σε συνδυασμό με συγκεκριμένα βήματα επιστροφής εδαφών και εφαρμογής του περιουσιακού.
5. Αποχώρηση στρατευμάτων σε φάσεις, με παράλληλη εφαρμογή των συνταγματικών προνοιών για πολιτική ισότητα και αποτελεσματική συμμετοχή των δύο κοινοτήτων στη λήψη αποφάσεων.
6. Δημιουργία ταμείου αποζημιώσεων για το περιουσιακό, με διεθνή χρηματοδότηση, σε συνδυασμό με ξεκάθαρες ρυθμίσεις για την επιστροφή, την αποζημίωση και την ανταλλαγή περιουσιών.
7. Εφαρμογή του ευρωπαϊκού κεκτημένου στον βορρά σε προκαθορισμένα στάδια, σε συνδυασμό με ειδικές μεταβατικές ρυθμίσεις που θα καθησυχάζουν τους Τουρκοκυπρίους ότι δεν θα μετατραπούν σε απλή μειονότητα μέσα σε μια ελληνοκυπριακά ελεγχόμενη κρατική δομή.
8. Κατάργηση των εγγυήσεων του 1960 και αντικατάστασή τους με είσοδο της Κύπρου στο ΝΑΤΟ. Οι βρετανικές βάσεις μετατρέπονται σε ΝΑΤΟϊκές και διοικούνται εκ περιτροπής από Βρετανό, Έλληνα, Τούρκο και Αμερικανό διοικητή.
Δεν είμαι σίγουρος αν η πιο πάνω κατάτμηση σε στάδια είναι η πιο σωστή. Πιστεύω ότι αν, π.χ., το ζητούσαμε από τους κύριους Ναμί και Μαυρογιάννη, που ηγήθηκαν των συνομιλιών έως το Κραν Μοντανά, σε συνεργασία με τους νυν διαπραγματευτές Μενελάου και Ντανά, θα μπορούσαμε να είχαμε μια πιο ισορροπημένη διάταξη των πιο πάνω.
Ελεγχόμενη μετάβαση
Με αυτόν τον τρόπο, η λύση δεν θα είναι ένα άλμα στο κενό. Θα είναι μια πορεία ελεγχόμενης μετάβασης. Οι Ελληνοκύπριοι θα βλέπουν στην πράξη ότι το εδαφικό, το περιουσιακό και η ασφάλεια δεν παραπέμπονται στις ελληνικές καλένδες. Οι Τουρκοκύπριοι θα βλέπουν ότι η πολιτική ισότητα, η συμμετοχή τους στους θεσμούς και η οικονομική τους ενσωμάτωση στην ΕΕ, η οποία σε χρόνο μηδέν θα διπλασιάσει το εισόδημά τους, δεν είναι απλές υποσχέσεις αλλά πραγματικότητα.
Το τελικό δημοψήφισμα, σε αυτή την αρχιτεκτονική, αποκτά εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Δεν θα είναι ένα δημοψήφισμα φόβου, όπως το 2004. Δεν θα ρωτά γενικά και αφηρημένα αν ο πολίτης θέλει «λύση» ή «μη λύση». Θα θέτει το πραγματικό δίλημμα: ομοσπονδιακή λύση με βάση όσα ήδη εφαρμόστηκαν ή συνειδητή απόρριψη αυτής της λύσης και ανάληψη των πολιτικών συνεπειών;
Εδώ βρίσκεται και το πιο δύσκολο αλλά και το πιο ειλικρινές σημείο της πρότασης. Αν οι Ελληνοκύπριοι, έχοντας δει ότι η λύση εφαρμόζεται, ότι εδάφη επιστρέφονται, ότι οι εγγυήσεις αλλάζουν, ότι ο στρατός αποχωρεί και ότι η ομοσπονδιακή δομή λειτουργεί, επιλέξουν παρ’ όλα αυτά να την απορρίψουν, τότε δεν μπορούν να απαιτούν από τους Τουρκοκυπρίους να παραμείνουν επ’ αόριστον εγκλωβισμένοι στη δική τους άρνηση. Αν οι Ε/Κ πουν αυτή τη φορά ΟΧΙ θα σημαίνει αναγνώριση ότι οι Τουρκοκύπριοι έχουν δικαίωμα να αναζητήσουν χωριστά την τύχη τους, είτε ως ανεξάρτητο κράτος είτε ως δεύτερο κυπριακό κράτος εντός της ΕΕ είτε ως κρατίδιο με ειδικό καθεστώς εντός της ΕΕ, όπως π.χ. είναι το Μονακό, είτε ως επαρχία της Τουρκίας.
Με λίγα λόγια τυχόν αρνητική ψήφος θα σημαίνει ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά θα έχει χάσει μεγάλο μέρος του πολιτικού και ηθικού επιχειρήματος με το οποίο ζητά από τη διεθνή κοινότητα να μην μεταβάλει το σημερινό καθεστώς. Αντίθετα, αν οι Τουρκοκύπριοι απορρίψουν μια συμφωνημένη ομοσπονδιακή λύση, αφού προηγουμένως έχουν επωφεληθεί από σταδιακά μέτρα πολιτικής, οικονομικής και θεσμικής ενσωμάτωσης, τότε καμία τρίτη χώρα και κανένας διεθνής οργανισμός δεν θα μπορεί να επικαλεστεί την απόρριψη αυτή ως επιχείρημα υπέρ αναγνώρισης χωριστού κράτους. Σε μια τέτοια περίπτωση, η ευθύνη της μη λύσης θα είναι σαφής, με το βόρειο τμήμα της Κύπρου να παραμένει «ψευδοκράτος» στην καλύτερη περίπτωση με στάτους κάτι λιγότερο από Ταιβάν.
Κάποιοι κίνδυνοι
Η πρόταση αυτή, όπως και κάθε άλλη πρόταση, έχει κινδύνους. Θα μπορούσε, αν δεν σχεδιαστεί αυστηρά, να μετατραπεί σε συγκαλυμμένη διολίσθηση προς τη διχοτόμηση. Θα μπορούσε επίσης να επιτρέψει στην Άγκυρα να επιδιώξει αναβάθμιση του ψευδοκράτους χωρίς πραγματική πρόθεση ομοσπονδιακής λύσης, ιδίως σε μια περίοδο όπου η Τουρκία εξακολουθεί να προβάλλει δημόσια τη θέση των δύο κρατών.
Για αυτό η σταδιακή λύση πρέπει να συζητηθεί μόνο υπό αυστηρές προϋποθέσεις: πρώτα συνολική συμφωνία ομοσπονδίας, μετά εφαρμογή σε στάδια. Πρώτα δεσμευτικός χάρτης πορείας, μετά ανταλλάγματα. Πρώτα νομική θωράκιση από ΟΗΕ και ΕΕ, μετά μεταβατικές διευθετήσεις. Και, πάνω απ’ όλα, καμία ρύθμιση που να προδικάζει αναγνώριση χωριστού κράτους πριν από την τελική απόφαση των δύο κοινοτήτων.
Η ουσία βέβαια παραμένει. Κι αν δεν κάνουμε τίποτα, πού θα καταλήξουμε; Ποιον βολεύει το status quo; Η λογική λέει ότι αν το Κραν Μοντανά ήταν πράγματι το σημείο όπου η λύση βρισκόταν πολύ κοντά, τότε το ζητούμενο σήμερα δεν είναι να ξανανοίξουν ατέρμονες συνομιλίες. Η λογική επιτάσσει να βρεθεί ένας μηχανισμός που θα κάνει τη λύση πιστευτή και κυρίως χειροπιαστή. Η σταδιακή εφαρμογή, με αμοιβαία trade-offs και χωρίς επιστροφή στο μηδέν, μπορεί να απαντήσει στο βασικό ερώτημα που πλανάται πάνω από το Κυπριακό εδώ και δεκαετίες. Οχι αν υπάρχει σχέδιο λύσης αλλά αν οι δύο κοινότητες μπορούν να εμπιστευθούν ότι αυτή τη φορά η λύση θα εφαρμοστεί.






