Κόντρα υψηλών εντάσεων και ευθείας αντιπαράθεσης ξέσπασε ανάμεσα στην κυβέρνηση και τα δύο μεγαλύτερα κόμματα, τον Δημοκρατικό Συναγερμό και το ΑΚΕΛ, με αφορμή την απόρριψη από τη Βουλή του αιτήματος για εξάμηνη παράταση της θητείας της υφυπουργού Ευρωπαϊκών Θεμάτων, Μαριλένας Ραουνά.
Η αντιπαλότητα για το συγκεκριμένο ζήτημα αποκαλύπτει μια διαφορετική αντίληψη για τον τρόπο άσκησης της εξουσίας, για τα όρια της πολιτικής διαχείρισης των θεσμών και για τις πραγματικές προτεραιότητες της διακυβέρνησης. Δεν είναι μια απλή διαφωνία, αλλά ενισχύεται από τις σκληρές ένθεν και ένθεν αντιδράσεις τις οποίες προκάλεσε, κυρίως ο τρόπος που ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης αποτύπωσε τις πρώτες του διαφωνίες για την απόρριψη της εξάμηνης παράτασης. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παρουσίασε την απόφαση της Βουλής ως ένα πλήγμα στα εθνικά συμφέροντα και στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Υποστήριξε ότι η παρουσία της κ. Μαριλένας Ραουνά είναι αναγκαία για τις διαπραγματεύσεις του νέου Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άφησε να εννοηθεί ότι η στάση του ΔΗΣΥ και του ΑΚΕΛ υπονομεύει κρίσιμες εθνικές επιδιώξεις.
Αστήρικτη θέση
Η όλη, ωστόσο, αντίδραση και προσέγγιση του Προέδρου της Δημοκρατίας αλλά και των εκπροσώπων του, αναδεικνύει μιαν αστήρικτη θέση ότι η όποια διαπραγμάτευση με την Ευρωπαϊκή Ένωση εξαρτάται από την παραμονή ενός συγκεκριμένου προσώπου σε μια συγκεκριμένη θέση, για ακόμη έξι μήνες. Η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτει θεσμούς, υπουργεία, μόνιμη δημόσια υπηρεσία, διπλωματικό σώμα, μόνιμη αντιπροσωπεία στις Βρυξέλλες και δεκάδες έμπειρους λειτουργούς, που χειρίζονται τα ευρωπαϊκά ζητήματα εδώ και περισσότερες από δύο δεκαετίες. Η χώρα διαπραγματεύτηκε όλα τα προηγούμενα πολυετή δημοσιονομικά πλαίσια χωρίς την ύπαρξη Υφυπουργείου Ευρωπαϊκών Θεμάτων και εξασφάλισε σημαντικούς ευρωπαϊκούς πόρους. Εάν, λοιπόν, σήμερα η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι χωρίς την κ. Ραουνά τίθεται σε κίνδυνο η διαπραγματευτική θέση της Κύπρου, τότε ουσιαστικά απαξιώνει ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό που υπηρετεί διαχρονικά τα ευρωπαϊκά ζητήματα.
«Δεν σεβάστηκαν την πλειοψηφία»
Για «προχειρότητα» της κυβέρνησης έκανε λόγο η πρόεδρος της Βουλής και του ΔΗΣΥ, Αννίτα Δημητρίου, σε σχέση με την κατάθεση του αιτήματος παράτασης των καθηκόντων της υφυπουργού για Ευρωπαϊκά Θέματα, Μαριλένας Ραουνά, εκφράζοντας την εκτίμηση ότι δεν μπορεί να εκβιάζεται η Βουλή των Αντιπροσώπων και ότι κακώς στοχοποιείται αυτή τη στιγμή ο Δημοκρατικός Συναγερμός. «Στο τέλος της μέρας, κατά την ταπεινή μου άποψη, δεν είναι αυτό μια δέουσα συμπεριφορά αντιπαλότητας, την οποία εμείς θέλουμε να συνεχίσουμε», σημείωσε.
Πάντως προκαλεί εντύπωση η ένταση με την οποία αντέδρασε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απέναντι, κυρίως, στον Δημοκρατικό Συναγερμό. Αντί να περιοριστεί σε μια πολιτική διαφωνία επί της ουσίας ή της διαδικασίας, επέλεξε να εμφανίσει το κόμμα ως δύναμη που ενεργεί αντίθετα προς την ευρωπαϊκή του ταυτότητα. Ο εκπρόσωπος Τύπου του ΔΗΣΥ, Ονούφριος Κουλάς, μιλώντας στο ραδιόφωνο του «Πολίτη» «107.6 & 97.6», στην εκπομπή «Δεύτερη Ματιά», με τον Γιάννη Σεϊτανίδη, υποστήριξε ότι η κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος έλαβε συγκεκριμένη και ομόφωνη απόφαση και απέδωσε την ένταση που ακολούθησε στις δηλώσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας και κυβερνητικών στελεχών. «Αντί να γίνει σεβαστή, για παράδειγμα, η απόφαση της πλειοψηφίας της Βουλής, πυροδότησε μια αχρείαστη κατά τα άλλα αντιπαράθεση», ανέφερε. Η αντίδραση της κυβέρνησης μοιάζει περισσότερο με προσπάθεια πολιτικής πίεσης παρά με ψύχραιμη διαχείριση μιας κοινοβουλευτικής διαφωνίας.
«Δεν είναι αντιευρωπαϊσμός»
Το ίδιο ισχύει και για την κριτική προς το ΑΚΕΛ. Αντί η κυβέρνηση να εξηγήσει γιατί το αίτημά της κατατέθηκε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή, επέλεξε να μετατρέψει μια κοινοβουλευτική απόφαση σε ιδεολογική αντιπαράθεση. Έτσι, η ουσία της συζήτησης χάθηκε μέσα σε αλληλοκατηγορίες περί φιλοευρωπαϊσμού και αντιευρωπαϊσμού.
Σύμφωνα με τον γενικό γραμματέα του κόμματος, Στέφανο Στεφάνου, η διαφωνία με κυβερνητικές επιλογές δεν συνιστά αντιευρωπαϊκή στάση, σχολιάζοντας τις αναφορές του Προέδρου της Δημοκρατίας σχετικά με την θέση του κόμματος. «Αυτό που είναι γνωστό, είναι η αντίδραση του Προέδρου όταν δέχεται κριτική. Όλα τα ρίχνει στην αντιπολίτευση ή σε θεωρούμενους αντιευρωπαϊσμούς. Ασφαλώς έχουμε διαφορετική αντίληψη. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι όποιος διαφωνεί με την κυβέρνηση είναι αντιευρωπαϊστής», σημείωσε.
Προεκλογικά τερτίπια
Ωστόσο, πέρα από την ουσία της κριτικής των δύο μεγάλων κομμάτων, είναι σαφές πως η επιμονή της κυβέρνησης για την παράταση της θητείας της κ. Ραουνά γεννά, το ολιγότερο, πολιτικές υποψίες με άρωμα από τις επόμενες προεδρικές εκλογές. Αυτό αναδεικνύει η επιμονή της κυβέρνησης να παραταθεί η θητεία μιας δομής που δημιουργήθηκε αποκλειστικά για την Κυπριακή Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η προεδρία έχει ολοκληρωθεί, ενώ είναι σαφές ότι ο μηχανισμός υπό την κ. Ραουνά έχει ολοκληρώσει το έργο του. Σε κάθε δημοκρατικό κράτος, όταν ολοκληρώνεται μια ειδική αποστολή, οι προσωρινές δομές τερματίζονται και οι λειτουργοί επιστρέφουν στις οργανικές τους θέσεις ή ολοκληρώνεται η αποστολή τους.
Διπλωματικές πηγές εκφράζουν την απορία τους για το κατά πόσο δικαιολογείται η διατήρηση, με επιβάρυνση του δημοσίου, ενός μηχανισμού που δεν έχει πλέον λόγο ύπαρξης. Όπως επισημαίνουν, «η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτει ήδη τις υπηρεσίες που χειρίζονται τα ευρωπαϊκά θέματα και δεν προκύπτει εμφανής θεσμική ανάγκη για παράταση μιας προσωρινής δομής, αποκλειστικά λόγω της παρουσίας ενός συγκεκριμένου προσώπου».
Σύμφωνα με αυτή την πολιτική ανάγνωση, η οποία ενισχύεται και από τις πρακτικές ήδη του Νίκου Χριστοδουλίδη, η παράταση της θητείας δεν αφορά μόνο τη συνέχεια της ευρωπαϊκής πολιτικής, αλλά και τη διατήρηση ενός οργανωμένου επιτελείου που θα μπορούσε να αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2028. Η κυβέρνηση απορρίπτει στο παρασκήνιο αυτή την ερμηνεία και επιμένει ότι μοναδικό κριτήριο είναι η εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος. Ωστόσο, η επιλογή της να μετατρέψει ένα ζήτημα έξι μηνών σε μείζονα πολιτική σύγκρουση ενισχύει τις υποψίες εκείνων που θεωρούν ότι πίσω από το αίτημα υπάρχουν και πολιτικοί σχεδιασμοί.
Ατυχείς χειρισμοί
Εξίσου προβληματική υπήρξε η επικοινωνιακή διαχείριση της υπόθεσης. Αντί η κυβέρνηση να επιχειρήσει συνεννόηση με τα κόμματα, να παρουσιάσει εγκαίρως τις θέσεις της και να επιδιώξει ευρύτερη συναίνεση, επέλεξε τη σύγκρουση. Η καταψήφιση ενός κατ' επείγοντος αιτήματος παρουσιάστηκε περίπου ως πράξη εθνικής ανευθυνότητας. Πρόκειται για μιαν υπερβολή που δεν βοηθά ούτε τον δημόσιο διάλογο, ούτε την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Η Βουλή έχει κάθε δικαίωμα να εξετάζει κατά πόσο μια πρόταση δικαιολογεί τον χαρακτήρα του κατ' επείγοντος. Η διαφωνία με αυτή την κρίση δεν μπορεί να μετατρέπεται αυτομάτως σε αμφισβήτηση του ευρωπαϊκού προσανατολισμού των κομμάτων.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης αντιμετώπισε μια πολιτική ήττα στη Βουλή ως προσωπική αμφισβήτηση και επέλεξε να απαντήσει μετωπικά απέναντι στα δύο μεγαλύτερα κόμματα. Η επιλογή αυτή ενδέχεται να εξυπηρετεί μιαν ευρύτερη πολιτική στρατηγική, στο πλαίσιο της οποίας η κυβέρνηση επιχειρεί ήδη να διαμορφώσει το πολιτικό σκηνικό της επόμενης προεκλογικής περιόδου, αναδεικνύοντας διαχωριστικές γραμμές και παρουσιάζοντας κάθε αντίθεση ως εμπόδιο στις κυβερνητικές επιλογές.






