Η καθαρή πρωτιά του Δημοκρατικού Συναγερμού στις βουλευτικές εκλογές του Μαΐου 2026, με 27,1% και 17 έδρες, επανέφερε στην Πινδάρου ένα αίσθημα πολιτικής αυτοπεποίθησης. Το κόμμα έδειξε ότι, παρά το τραύμα των προεδρικών εκλογών του 2023, εξακολουθεί να αποτελεί τον ισχυρότερο οργανωμένο πόλο της Κεντροδεξιάς. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο δρόμος προς το Προεδρικό το 2028 είναι απρόσκοπτα ανοικτός. Αντιθέτως, το μεγαλύτερο εμπόδιο για τον ΔΗΣΥ μπορεί να μη βρίσκεται απέναντί του αλλά στο εσωτερικό του.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος θα είναι ο υποψήφιος. Είναι κυρίως με ποιον τρόπο θα επιλεγεί και, ακόμη περισσότερο, σε ποια κατάσταση θα βρίσκεται το κόμμα την επομένη της επιλογής. Μέχρι στιγμής τρία ονόματα βρίσκονται καθαρά στο κάδρο. Μιλάμε για την πρόεδρο του ΔΗΣΥ Αννίτα Δημητρίου, τον τέως πρόεδρο Αβέρωφ Νεοφύτου και τον βουλευτή Λευκωσίας Γιώργο Παμπορίδη. Η επιλογή μέσω παγκύπριας εκλογικής συνέλευσης, με δικαίωμα συμμετοχής σε δεκάδες χιλιάδες μέλη, προσδίδει ισχυρή δημοκρατική νομιμοποίηση στον τελικό νικητή. Θεωρητικά, λοιπόν, όλα είναι τακτοποιημένα. Στην πράξη, εκεί ακριβώς αρχίζουν οι κίνδυνοι.
Ο ΔΗΣΥ γνωρίζει από πρώτο χέρι τι σημαίνει να μπαίνει σε προεδρικές εκλογές χωρίς ολόκληρη την παράταξη πίσω από τον επίσημο υποψήφιό του. Το 2023 ο Αβέρωφ Νεοφύτου έμεινε τρίτος με 26,11%, πίσω από τον Νίκο Χριστοδουλίδη και τον Ανδρέα Μαυρογιάννη. Η ήττα εκείνη δεν ήταν απλώς εκλογική. Αποκάλυψε ένα βαθύ ρήγμα στον συναγερμικό χώρο, μεγάλο μέρος του οποίου μετακινήθηκε προς τον Νίκο Χριστοδουλίδη. Αν το 2028 επαναληφθεί η ίδια εικόνα, έστω με διαφορετικά πρόσωπα, ο ΔΗΣΥ κινδυνεύει να ξαναβρεθεί θεατής στον δεύτερο γύρο.
Αναγκαίες προϋποθέσεις
H πρώτη προϋπόθεση νίκης είναι ο χρόνος. Η εσωκομματική διαδικασία δεν μπορεί να τραβήξει για μήνες και να μετατρέψει το 2027 σε μια ατελείωτη σύγκρουση προσωπικών στρατοπέδων. Όσο περισσότερο παρατείνεται μια μάχη Αννίτας, Αβέρωφ και Παμπορίδη, τόσο περισσότερο θα παράγει δημόσιες διαφοροποιήσεις, προσωπικές αιχμές, μηχανισμούς, διαρροές και υποψίες. Και τόσο μεγαλύτερο θα είναι το περιθώριο του Προεδρικού και άλλων υποψηφίων να επενδύουν στις αντιθέσεις της Πινδάρου.
Η λογική επιλογή, υπό αυτό το πρίσμα, είναι η εκκρεμότητα να κλείσει πριν φύγει το 2026. Όχι επειδή οι Προεδρικές πρέπει να αρχίσουν ενάμιση χρόνο νωρίτερα αλλά για τον ακριβώς αντίθετο λόγο. Για να τελειώσει γρήγορα η εσωκομματική προεκλογική περίοδος. Να υπάρχει ολόκληρο το 2027 για πιθανή επούλωση των πληγών, παραγωγή πολιτικής, παρουσίαση προγράμματος και, κυρίως για την οικοδόμηση της εικόνας ενός κόμματος που έχει αφήσει πίσω του την εσωτερική αναμέτρηση.
Παράλληλα, οι κανόνες πρέπει να είναι απολύτως καθαροί πριν στηθούν οι κάλπες. Ποιοι ψηφίζουν, πότε κλείνει το μητρώο μελών, ποιοι έχουν δικαίωμα συμμετοχής και ποιο πλαίσιο θα διέπει την εσωκομματική εκστρατεία, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αντιπαράθεσης την επομένη. Ο νικητής πρέπει να προκύψει μέσα από μια διαδικασία την οποία οι ηττημένοι θα μπορούν να αποδεχθούν χωρίς αστερίσκους. Διαφορετικά, η δημοκρατική διαδικασία που σχεδιάστηκε για να ενώσει το κόμμα μπορεί να γίνει η αφορμή για τον επόμενο διχασμό του.
Η δεύτερη και ίσως σημαντικότερη προϋπόθεση είναι η στάση των ηττημένων. Ο νικητής της εσωκομματικής κάλπης δεν αρκεί να πάρει το χρίσμα. Πρέπει να πάρει μαζί του και τους άλλους δύο. Ιδίως στην περίπτωση Αννίτας Δημητρίου και Αβέρωφ Νεοφύτου, η κοινή παρουσία τους στο ίδιο μετερίζι μετά την εκλογή του υποψηφίου θα λειτουργήσει ως το ισχυρότερο μήνυμα ότι η κρίση του 2023 έχει οριστικά κλείσει. Αντίθετα, ψυχρές αποστάσεις, μισόλογα ή παράλληλες προσωπικές στρατηγικές θα δώσουν την εικόνα ενός κόμματος που απλώς ανέβαλε τη σύγκρουσή του.
Η τρίτη προϋπόθεση είναι η εκλογιμότητα. Η σημερινή εικόνα των δημοσκοπήσεων δείχνει ότι δεν αρκεί το κομματικό χρίσμα από μόνο του. Σε πρόσφατη μέτρηση της Pulse για λογαριασμό του ΔΗΣΥ, η Αννίτα Δημητρίου εμφανίστηκε σε ένα από τα σενάρια πρώτου γύρου στο 26%, μπροστά από τον Νίκο Χριστοδουλίδη που βρισκόταν στο 24%, με τον Ανδρέα Μαυρογιάννη στο 30%. Το σίγουρο είναι ότι θα προκύψουν δεκάδες δημοσκοπήσεις μέχρι το τέλος του χρόνου οι οποίες εν πολλοίς θα πληροφορήσουν και τα μέλη του ΔΗΣΥ ποια στελέχη του -και έχει αρκετά- έχουν τις δυνατότητες να κερδίσουν. Ο ΔΗΣΥ δεν πρέπει να επιλέξει βέβαια μόνο ποιος μπορεί να κερδίσει τις εσωκομματικές στην Πινδάρου αλλά ποιος μπορεί να κερδίσει την Κύπρο.
Τέταρτη προϋπόθεση είναι η καθαρή πολιτική ταυτότητα. Η πρόεδρος του ΔΗΣΥ, Αννίτα Δημητρίου, έχει επανειλημμένα ξεκαθαρίσει ότι ο ΔΗΣΥ παραμένει στην αντιπολίτευση, ωστόσο κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου των Βουλευτικών οι τόνοι έπεσαν. Αυτό είναι κρίσιμο ενόψει του 2028. Ένα κόμμα που επιδιώκει να επιστρέψει στην εξουσία δεν μπορεί να εμφανίζεται ταυτόχρονα ως αντιπολίτευση και ως άτυπος κυβερνητικός εταίρος. Μπορεί να στηρίζει κυβερνητικές πολιτικές που θεωρεί σωστές, αλλά πρέπει να οικοδομήσει σαφή εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Σε διαφορετική περίπτωση ο Νίκος Χριστοδουλίδης θα μπορεί να ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί ο ίδιος τον ευρύτερο χώρο της Κεντροδεξιάς και ότι οι διαφορές του με τον ΔΗΣΥ είναι περισσότερο προσωπικές παρά πολιτικές. Αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να αποτρέψει η Πινδάρου. Να μετατραπεί δηλαδή η αναμέτρηση του 2028, από μια σύγκρουση δύο διαφορετικών προτάσεων διακυβέρνησης, σε μια οικογενειακή διαφορά του συναγερμικού χώρου, κάτι που θα ευνοήσει εν τοιαύτη περιπτώσει και τον υποψήφιο της Κεντροαριστεράς.
Πέμπτη προϋπόθεση είναι η διεύρυνση. Το 27,1% των Βουλευτικών είναι εξαιρετική αφετηρία, όχι όμως προεδρική πλειοψηφία. Ο υποψήφιος του ΔΗΣΥ θα χρειαστεί να κινηθεί πέρα από το κομματικό ακροατήριο, προς ψηφοφόρους του Κέντρου, προς αποστασιοποιημένους συναγερμικούς που το 2023 ψήφισαν Χριστοδουλίδη, αλλά και προς πολίτες που δεν ταυτίζονται πλέον σταθερά με κόμματα. Η μάχη του δεύτερου γύρου δεν θα κερδηθεί μόνο με κομματική πειθαρχία αλλά με πολιτικές συμμαχίες και προσωπική αποδοχή.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το μεγαλύτερο παράδοξο. Ο Νίκος Χριστοδουλίδης παραμένει ένας σοβαρός διεκδικητής ακριβώς όσο ο ΔΗΣΥ παραμένει ευάλωτος σε εσωτερικές διαιρέσεις. Η πολιτική του διαδρομή το 2023 οικοδομήθηκε πάνω στη δυνατότητα να αντλεί ψήφους από τον συναγερμικό χώρο χωρίς να ελέγχει την Πινδάρου. Αν το κόμμα εμφανιστεί το 2028 με έναν υποψήφιο, μία γραμμή και χωρίς εσωτερικούς πολέμους, η δεξαμενή από την οποία μπορεί να αντλήσει ο νυν Πρόεδρος περιορίζεται αισθητά. Αν όμως η εσωκομματική διαδικασία αφήσει πίσω της πικραμένους, αποκλεισμένους ή πολιτικά άστεγους συναγερμικούς, το Προεδρικό θα επιχειρήσει να μπει ξανά στις ρωγμές.
Οι συνθήκες
Συνεπώς, η απάντηση στο ερώτημα «κάτω από ποιες συνθήκες κερδίζει ο υποψήφιος του ΔΗΣΥ το 2028;» είναι σχετικά απλή. Κερδίζει εάν η επιλογή γίνει έγκαιρα, με καθαρούς κανόνες και χωρίς αμφισβητήσεις. Κερδίζει εάν ο ηττημένος σταθεί πραγματικά δίπλα στον νικητή. Κερδίζει εάν επιλεγεί όχι απλώς ο δημοφιλέστερος μέσα στο κόμμα αλλά εκείνος που μπορεί να διευρύνει τα όριά του, αντλώντας ψήφους από το ΔΗΚΟ, το ΕΛΑΜ, την 'Αμεση Δημοκρατία αλλά και από τη δεξαμενή του 17% των πολιτών που ψήφισαν κόμματα που δεν μπήκαν στη Βουλή. Κερδίζει εάν ο ΔΗΣΥ διατηρήσει καθαρή πολιτική απόσταση από την κυβέρνηση και παρουσιάσει πειστική εναλλακτική πρόταση. Κυρίως, κερδίζει εάν το 2028 δεν εξελιχθεί σε ρεβάνς του 2023 μεταξύ προσώπων και μηχανισμών.
Η μεγάλη απειλή για την Πινδάρου δεν είναι, τουλάχιστον σήμερα, ότι δεν διαθέτει ισχυρό υποψήφιο. Το πρόβλημα είναι να διαθέτει ισχυρό υποψήφιο αλλά μισό κόμμα, όπως είχε το 2023. Αν αποφύγει αυτό το λάθος, τότε η πρωτιά του 2026 μπορεί πράγματι να αποδειχθεί το πρώτο βήμα της επιστροφής του ΔΗΣΥ στο Προεδρικό.






