Το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών του 2021 ήταν τραυματικό για το ΑΚΕΛ. Το κόμμα της Αριστεράς έλαβε το χαμηλότερό του ποσοστό στην ιστορία των βουλευτικών εκλογών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Σημειώθηκε πτώση και στα ποσοστά του ΔΗΣΥ και του ΔΗΚΟ, ωστόσο το ΑΚΕΛ ήταν ο μεγαλύτερος χαμένος των εκλογών. Οκτώ χρόνια στην αντιπολίτευση δεν ήταν αρκετά ώστε να σταματήσει η συρρίκνωση του ΑΚΕΛ. Το αρνητικό αποτέλεσμα επίσπευσε τις διαδικασίες διαδοχής στην ηγεσία του κόμματος. Νέος γενικός γραμματέας εκλέχθηκε ο Στέφανος Στεφάνου. Ακολούθησε μια περίοδος αυτοκριτικής, με κυρίαρχο συμπέρασμα ότι το κόμμα χρειαζόταν ανανέωση σε επίπεδο δομών και στελεχών αλλά και μεγαλύτερα ανοίγματα προς την κοινωνία.
Έγιναν διάφορα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, όπως η αναβάθμιση των βοηθητικών γραφείων σε τομείς παραγωγής πολιτικής, η μείωση του αριθμού των έμμισθων στα συλλογικά όργανα και η εκλογή του γενικού γραμματέα από το Συνέδριο αντί την Κεντρική Επιτροπή. Επίσης, ο θεσμός των «Νέων Δυνάμεων» αναμορφώθηκε σε «Κοινωνική Συμμαχία», ανακαινίστηκε το κτήριο των κεντρικών γραφείων, άλλαξε το λογότυπο του κόμματος και βελτιώθηκε η εφαρμογή της τεχνολογίας. Η ανανέωση θεωρήθηκε ως το φάρμακο στην πολιτική ασθένεια της εποχής της αποδυνάμωσης των παραδοσιακών κομμάτων.
Η αποξένωση
Ωστόσο, υπήρχε ακόμη ένα συμπέρασμα για το αρνητικό αποτέλεσμα των εκλογών, το οποίο εξέφρασε με παραστατικό τρόπο ο Άντρος Κυπριανού μετά τις βουλευτικές και πριν ακόμη παραδώσει τη σκυτάλη στον Στέφανο Στεφάνου. Σε συνέντευξη στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (22/06/2021), ο κ. Κυπριανού είχε πει ότι «το ΑΚΕΛ πρέπει να στραφεί πρώτα στον εαυτό του». Ήταν φανερό ότι υπήρχε μια παραδοχή για την πολιτική φθορά που προκαλούσαν οι συνεργασίες με κόμματα του Κέντρου σε προεδρικές εκλογές. Η ανάγκη του ΑΚΕΛ να διατηρεί δίαυλο επικοινωνίας με το ΔΗΚΟ και την ΕΔΕΚ οδηγούσε σε πιο κεντρώες θέσεις και τελικά στην αποξένωση χιλιάδων παραδοσιακών ψηφοφόρων της Αριστεράς. Εξάλλου, η στήριξη της υποψηφιότητας του Τάσσου Παπαδόπουλου στις προεδρικές εκλογές του 2003, η οποία οδήγησε τελικά στο «όχι» του 2004, προκάλεσε σοβαρό πολιτικό κόστος στο ΑΚΕΛ. Το κόμμα της Αριστεράς έπρεπε να αποτινάξει την εικόνα του συστημικού κόμματος και να διαμορφώσει μια νέα πολιτική ατζέντα με αριστερό/κοινωνικό πρόσημο.
Η μεγάλη αντίφαση
Στα συμπεράσματα του ΑΚΕΛ υπάρχει μια μεγάλη αντίφαση μεταξύ της διπλής ανάγκης για ανανέωση και εξωστρέφεια και του στόχου της επιστροφής στην ιδεολογική καθαρότητα. Αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα σήμερα από το γεγονός ότι το ΑΚΕΛ, από τη μια, προσπαθεί να κάνει ανοίγματα προς την κοινωνία και, από την άλλη, περιχαρακώνεται σε πολιτικό επίπεδο, χάνοντας δυνητικούς συμμάχους στο κομματικό σκηνικό. Αυξήθηκε κατά πολύ ο αριθμός των μη κομματικών προσώπων που συμμετέχουν στα γραφεία παραγωγής πολιτικής και στα ψηφοδέλτια αλλά μειώθηκε ο αριθμός των πολιτικών δυνάμεων με τις οποίες συνεργάζεται το ΑΚΕΛ σε επίπεδο Βουλής.
Το χάσμα με το ΔΗΚΟ
Η πρόταση του ΑΚΕΛ για φορολόγηση των υπερκερδών των τραπεζών αποτελεί ένα παράδειγμα της προσπάθειας του κόμματος να επιστρέψει στις ιδεολογικές του ρίζες και να πείσει παραδοσιακούς ψηφοφόρους της Αριστεράς να επιστρέψουν στην παράταξη. Όμως η συγκεκριμένη πρόταση νόμου μεγάλωσε το χάσμα με το ΔΗΚΟ και φανέρωσε το μέγεθος της πολιτικής αποξένωσης από παραδοσιακούς πολιτικούς συμμάχους. Το ΔΗΚΟ απομακρύνει και η στάση του ΑΚΕΛ στο ουκρανικό ζήτημα, διότι η καταδίκη της ρωσικής εισβολής συνοδεύεται από αντιευρωπαϊκές θέσεις και αντιδυτική ρητορική. Η στάση του κόμματος της Αριστεράς στο θέμα της Γάζας λειτούργησε ως ακόμη ένας παράγοντας αποξένωσης από το μεγαλύτερο κόμμα του παραδοσιακού Κέντρου.
Το ΑΚΕΛ καταφέρνει με τη σημερινή του ατζέντα να ανακτά την ιδεολογική του ταυτότητα και πολιτική αξιοπιστία, επιτυγχάνοντας μεγαλύτερη συσπείρωση ενόψει βουλευτικών εκλογών. Στις δημοσκοπήσεις μόνο το ΑΚΕΛ και το ΕΛΑΜ εμφανίζουν συσπείρωση κοντά στο 80%. Εντούτοις, το κόμμα της Αριστεράς γκρεμίζει τις γέφυρες με ορισμένα από τα κόμματα του παραδοσιακού Κέντρου, τα οποία σπρώχνει προς τον ΔΗΣΥ. Φαίνεται ότι αυτό είναι το αντίτιμο για το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα στις βουλευτικές εκλογές.
Μετεκλογικές συνεργασίες
Η συγκράτηση των ποσοστών του ΑΚΕΛ και η διατήρηση της δεύτερης θέσης είναι εφικτός στόχος μόνο με την επίτευξη υψηλών ποσοστών συσπείρωσης στις βουλευτικές εκλογές του Μαΐου. Ωστόσο οι βουλευτικές εκλογές δεν είναι το τέλος της ιστορίας. Αμέσως μετά θα αρχίσει μια νέα περίοδος εντατικών διαβουλεύσεων μεταξύ των κομμάτων για να σχηματιστούν τα μέτωπα των προεδρικών εκλογών. Βέβαια ούτε το μεγάλο χάσμα με την Κεντροδεξιά (ΔΗΚΟ και ΔΗΠΑ) αποτελεί το τέλος της ιστορίας. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι στο κομματικό σκηνικό εισέρχονται νέες πολιτικές δυνάμεις, ανάμεσα στις οποίες υπάρχουν κάποιες που θα μπορούσαν να συνεργαστούν με το ΑΚΕΛ εντός της νέας Βουλής αλλά και στις προεδρικές εκλογές του 2028.
Το Volt, η Άμεση Δημοκρατία του ευρωβουλευτή Φειδία Παναγιώτου και το ΑΛΜΑ του Οδυσσέα Μιχαηλίδη φιλοδοξούν να καλύψουν το κενό που δημιούργησε η πολιτική φθορά των παραδοσιακών κομμάτων και να καταστούν το νέο Κέντρο. Επίσης, υπάρχει περιθώριο προσέγγισης της ΕΔΕΚ και του Κινήματος Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών. Όλες οι πιο πάνω πολιτικές δυνάμεις κουβαλούν ιδεολογικά στοιχεία της Κεντροαριστεράς και τον τελευταίο καιρό το ΑΚΕΛ πραγματοποίησε κοινές διαμαρτυρίες με πολλές από αυτές. Για παράδειγμα, στελέχη του ΑΚΕΛ, του Volt και των Οικολόγων παρευρέθηκαν σε αρκετές διαδηλώσεις κατά της εισβολής του Ισραήλ στη Γάζα.
Υποψήφιος το 2028
Το μεγάλο ζητούμενο για την επίτευξη συνεργασίας μεταξύ του ΑΚΕΛ και των πιο πάνω κομμάτων είναι η εξεύρεση υποψηφίου στις προεδρικές εκλογές του 2028, που θα εκφράζει και θα συνενώνει όλες αυτές τις πολιτικές δυνάμεις. Το ΑΚΕΛ δείχνει μια τρομερή αδυναμία στο θέμα αυτό. Βρίσκεται στην αντιπολίτευση από το 2013 και δεν κατάφερε να χτίσει κομματικό υποψήφιο. Και στις δύο προεδρικές εκλογές που ακολούθησαν, στήριξε πρόσωπα εκτός κόμματος. Αυτή η αδυναμία ενδεχομένως να οδηγήσει το ΑΚΕΛ στην αγκαλιά του Οδυσσέα Μιχαηλίδη, ο οποίος έχει υψηλή δημοτικότητα και είναι αποφασισμένος να διεκδικήσει την Προεδρία της Δημοκρατίας. Για να «κλέψει» το χρίσμα από τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη, το ΑΚΕΛ θα πρέπει να ετοιμάσει υποψήφιο με μεγαλύτερη δημοφιλία.
Εάν ο ΔΗΣΥ σχηματίσει πολιτικό μέτωπο με το ΔΗΚΟ, τη ΔΗΠΑ και άλλες κεντροδεξιές δυνάμεις στις προεδρικές εκλογές, εξασφαλίζοντας το εισιτήριο για τον δεύτερο γύρο, τότε δημιουργείται ένας σκληρός ανταγωνισμός μεταξύ του Νίκου Χριστοδουλίδη και των δυνάμεων που θα συσπειρωθούν γύρω από το ΑΚΕΛ ή τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη. Η Αριστερά και το ΑΛΜΑ δεν θα έχουν άλλη επιλογή από το να συνάψουν συνεργασία για να περάσουν στον δεύτερο γύρο. Βέβαια μεγάλο ρόλο θα παίξει και το ποσοστό που θα εξασφαλίσει το κίνημα ΑΛΜΑ στις βουλευτικές εκλογές.
Η φάρσα
Ο Καρλ Μαρξ είχε πει ότι «η Ιστορία επαναλαμβάνεται την πρώτη φορά σαν τραγωδία και τη δεύτερη σαν φάρσα». Εάν δηλαδή το ΑΚΕΛ συρθεί τελικά σε μια συνεργασία με το ΑΛΜΑ στις προεδρικές εκλογές του 2028 με υποψήφιο Πρόεδρο τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη και κερδίσει τη μάχη, το κόμμα της Αριστεράς θα βρεθεί ξανά ενώπιον μεγάλων ιδεολογικών ζητημάτων. Θα καταφέρει να διατηρήσει τη σημερινή αριστερή ατζέντα με υποψήφιο Πρόεδρο άλλου κόμματος; Ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης θα εφαρμόσει τις πολιτικές του ΑΚΕΛ ή το κόμμα της Αριστεράς θα απομακρυνθεί για ακόμη φορά από τον εαυτό του χάριν των συνεργασιών;
Σίγουρα δεν θα μπορέσει το ΑΚΕΛ να επιβάλει τη δική του ατζέντα με Πρόεδρο άλλου κόμματος και τότε θα πρέπει να διαχειριστεί τις προσδοκίες που δημιούργησαν οι σημερινές ριζοσπαστικές θέσεις του κόμματος σε μια σειρά από ζητήματα. Σε αυτή την περίπτωση δημιουργείται ο κίνδυνος να χάσει το κόμμα την αξιοπιστία του και να βρεθεί εγκλωβισμένο σε επιλογές οι οποίες θα προκαλέσουν σοβαρό πολιτικό και εκλογικό κόστος σε μακροχρόνιο επίπεδο.





