Αναδοχή: Από το χειροκρότημα στην πράξη
«Οι ανάδοχοι γονείς μετατρέπουν τις κυβερνητικές πολιτικές σε πράξεις ανθρωπιάς», ανέφερε το βράδυ της Δευτέρας ο ΠτΔ Νίκος Χριστοδουλίδης, σε εκδήλωση προς τιμήν των αναδόχων οικογενειών στο Προεδρικό. Η υφυπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας, Τίνα Παύλου, υπογράμμισε ότι κανένα ίδρυμα δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη θεραπευτική δύναμη μιας οικογένειας, διαβεβαιώνοντας ότι προωθούνται η ενίσχυση του θεσμού και ο εκσυγχρονισμός των χορηγημάτων. Πίσω, ωστόσο, από τις συγκινητικές ομιλίες, τις ευχαριστίες και τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις, η πραγματικότητα είναι άλλη. Γιατί, την ώρα που στο Προεδρικό περίσσευαν οι έπαινοι για την προσφορά των αναδόχων και εξαγγέλλονταν παρεμβάσεις, το νομοσχέδιο που θα εκσυγχρονίσει το σύστημα παιδικής προστασίας, θα ενισχύσει τη στήριξη των αναδόχων - αλλά και των βιολογικών οικογενειών, ώστε τα παιδιά να επιστρέψουν πίσω σε ένα υγιές περιβάλλον - και θα διασφαλίσει καλύτερες συνθήκες φροντίδας για τα παιδιά υπό την ευθύνη του κράτους, παραμένει σε εκκρεμότητα. Η Βουλή, έχοντας ολοκληρώσει με μεγάλη καθυστέρηση την κατ’ άρθρο εξέτασή του, αναμένει από το Υφυπουργείο την κατάθεση αναθεωρημένου κειμένου. Οι εξαγγελίες, λοιπόν, απέχουν από την πράξη. Το νομοσχέδιο ήταν έτοιμο προς κατάθεση πριν από τη λήξη της θητείας της προηγούμενης κυβέρνησης, τον Φεβρουάριο του 2023, ωστόσο για άγνωστους λόγους τέθηκε ξανά σε δημόσια διαβούλευση, χωρίς ουσιαστικές αλλαγές. Εγκρίθηκε από το Υπουργικό Ιανουάριο του 2025 και σχεδόν 22 μήνες αργότερα, η μεταρρύθμιση παραμένει στα χαρτιά. Στην αρμόδια Κοινοβουλευτική Επιτροπή καταγράφηκαν σοβαρές ανησυχίες για την υποστελέχωση των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, τον υπερβολικό φόρτο των λειτουργών και την έλλειψη εξειδικευμένων υπηρεσιών. Αδυναμίες που επηρεάζουν άμεσα τις ανάδοχες οικογένειες. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα λειτουργών δυσχεραίνει τη συστηματική παρακολούθηση και καθοδήγηση, ενώ η ανεπαρκής πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας αφήνει αναπάντητες σύνθετες ανάγκες παιδιών με τραυματικές εμπειρίες. Την ίδια ώρα, η διαχείριση του θεσμού της αναδοχής έχει ανατεθεί σε ΜΚΟ, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για τον ρόλο και την ευθύνη του κράτους. Μπορούν οι υποστελεχωμένες Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας να ασκούν ουσιαστική εποπτεία και αποτελεσματικό έλεγχο στο έργο ενός εξωτερικού φορέα, όταν δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις αρμοδιότητές τους; Ποιος αξιολογεί την ποιότητα των υπηρεσιών, ποιος ελέγχει τη διαχείριση των περιστατικών και ποιος λογοδοτεί; Είναι ξεκάθαρο ότι η ανάθεση αρμοδιοτήτων δεν υποκαθιστά την επαρκή στελέχωση των κρατικών υπηρεσιών, ούτε απαλλάσσει την πολιτεία από την ευθύνη. Παράλληλα, παραμένει ζητούμενο ο εκσυγχρονισμός των χορηγημάτων, ώστε να καλύπτονται οι πραγματικές ανάγκες διατροφής, ένδυσης, εκπαίδευσης και εξειδικευμένης φροντίδας. Βεβαίως οι ανάδοχοι δεν χρειάζονται μόνο οικονομική ενίσχυση, αλλά σταθερή επαγγελματική υποστήριξη και άμεση πρόσβαση σε ειδικούς όταν προκύπτουν κρίσεις. Κι όμως, προχθές παρουσιάστηκε εκ νέου ο εκσυγχρονισμός του συστήματος αναδοχής, ενώ αρχίζει νέα εκστρατεία προσέλκυσης αναδόχων οικογενειών. Πώς ζητά το κράτος από περισσότερες οικογένειες να αναλάβουν παιδιά, όταν παραμένουν αναπάντητα ερωτήματα για την υποστήριξή τους; Με βασικότερο, πότε θα κατατεθεί στη Βουλή το αναθεωρημένο νομοσχέδιο.

