Γράφει: Δρ Κυριάκος Α. Κενεβέζος
Η Κύπρος αλλάζει. Και αλλάζει γρήγορα. Το ερώτημα, όμως, δεν είναι αν θα αλλάξει. Αυτό είναι αναπόφευκτο. Το ερώτημα είναι αν, μέσα από αυτή την αλλαγή, θα εξακολουθήσει να είναι η ίδια κοινωνία.
Γιατί μπορεί ένας τόπος να μεγαλώνει οικονομικά και ταυτόχρονα να μικραίνει ως κοινωνία.
Στην Κύπρο διαμορφώνονται δύο διαφορετικές κοινωνίες.
Στην ίδια χώρα.
Η μία συμμετέχει στην ταχύτητα της νέας εποχής, στις επενδύσεις, στη διεθνοποίηση, στις νέες δυνατότητες και στις ευκαιρίες που δημιουργούνται. Η άλλη παρακολουθεί αυτή την εξέλιξη χωρίς να διαθέτει τα εργαλεία για να την ακολουθήσει.
Ανάμεσά τους μεγαλώνει συνεχώς απόσταση.
Και η απόσταση αυτή γίνεται πιο ανησυχητική όταν δεν λειτουργούν πλέον με την ίδια δύναμη οι κοινωνικοί δεσμοί που, για δεκαετίες, γεφύρωναν τις οικονομικές και κοινωνικές διαφορές.
Η Κύπρος δεν είναι μια οποιαδήποτε κοινωνία. Μεγάλωσε αλλιώς.
Η οικογένεια, η κοινότητα, η γειτονιά, το χωριό, η αλληλοβοήθεια δεν υπήρξαν ρομαντικές αναφορές. Υπήρξαν πραγματικοί μηχανισμοί κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι κρατούσαν ο ένας τον άλλον όρθιο.
Σήμερα αυτός ο κοινωνικός ιστός δοκιμάζεται και πλήττεται στον πυρήνα του.
Κι εδώ βρίσκεται το ουσιαστικό ζήτημα. Όχι αν η οικονομία αναπτύσσεται. Αυτό είναι αναγκαίο. Αλλά τι σημαίνει αυτή η ανάπτυξη για την κοινωνία και για τον άνθρωπο που ζει μέσα σε αυτήν.
Μπορεί οι οικονομικοί δείκτες να βελτιώνονται. Μπορεί οι διεθνείς αξιολογήσεις να καταγράφουν μια διαφορετική εικόνα. Μόλις χθες , άλλωστε, η Κύπρος αναβαθμίστηκε από τη Standard & Poor’s στην κατηγορία Α. Όλα αυτά έχουν τη σημασία τους.
Και είναι θετική εξέλιξη.
Δεν είναι, όμως, ολόκληρη η εικόνα.
Γιατί μια κοινωνία δεν είναι οι αριθμοί της.
Πίσω από κάθε οικονομικό δείκτη υπάρχουν άνθρωποι. Και το πραγματικό ερώτημα είναι αν αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να στεγαστούν, να εργαστούν, να μορφωθούν, να δημιουργήσουν οικογένεια, να αισθανθούν ότι έχουν θέση στην κοινωνία και ότι το αύριο δεν απομακρύνεται από αυτούς.
Μια κοινωνία που αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα έχει, σε κάποιο βαθμό, εξηγήσεις για τις αδυναμίες της. Όταν όμως οι οικονομικοί δείκτες βελτιώνονται και την ίδια στιγμή η κοινωνική απόσταση μεγαλώνει, το ερώτημα γίνεται διαφορετικό.
Δεν αφορά πλέον μόνο τις δυνατότητες. Αφορά τις πολιτικές επιλογές, τις προτεραιότητες και τη βούληση να οικοδομηθούν πραγματικές γέφυρες.
Αφορά το το πώς βλέπουμε το αύριο.
Και αυτό δεν αφορά μόνο εκείνους που αισθάνονται σήμερα ότι μένουν πίσω. Αφορά τελικά και εκείνους που βρίσκονται στην πλευρά της ανάπτυξης και ωφελούνται από αυτήν. Γιατί μια κοινωνία με μεγάλες και παγιωμένες ανισότητες δεν μπορεί μακροπρόθεσμα να παραμένει σταθερό και ασφαλές περιβάλλον για την ίδια την οικονομική δραστηριότητα. Η κοινωνική ένταση, η αδυναμία πρόσβασης των νέων στη στέγη και στις ευκαιρίες, η αποδυνάμωση της εμπιστοσύνης και η διάρρηξη των κοινών δεσμών επιστρέφουν κάποτε στην ίδια την οικονομία.
Η ευημερία της μιας πλευράς δεν μπορεί να είναι μόνιμα αποκομμένη από την τύχη της άλλης.
Γι’ αυτό δεν υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στην επιχειρηματικότητα και στην κοινωνική συνοχή, ούτε ανάμεσα στην ανταγωνιστικότητα και στην κοινωνική προστασία. Το ζητούμενο είναι μια οικονομία που αναπτύσσεται μέσα σε μια κοινωνία που αντέχει. Γιατί όταν αποδυναμώνεται η κοινωνία, αργά ή γρήγορα αποδυναμώνεται και το περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργείται η ανάπτυξη.
Οι περιστασιακές παροχές μπορούν να ανακουφίσουν. Δεν μπορούν να οικοδομήσουν. Μια επιδότηση μπορεί να αντιμετωπίσει ένα προσωρινό πρόβλημα. Μια πραγματική στεγαστική πολιτική μπορεί να αλλάξει τη ζωή μιας γενιάς. Ένα μέτρο μπορεί να στηρίξει μια κοινωνική ομάδα. Μια μεταρρύθμιση μπορεί να δημιουργήσει ίσες δυνατότητες για πολλές.
Εκεί βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στη διαχείριση και στην πολιτική.
Ανάμεσα στην αντιμετώπιση του προβλήματος και στη δημιουργία των συνθηκών που θα εμποδίσουν το πρόβλημα να επιστρέψει.
Η Κύπρος χρειάζεται υποδομές που θα γεφυρώνουν την απόσταση στην κατοικία, στην παιδεία, στην υγεία, στις μεταφορές, στην εργασία, στην κοινωνική κινητικότητα. Χρειάζεται πολιτικές που να δημιουργούν πραγματικές γέφυρες και όχι μόνο να διαχειρίζονται τις συνέπειες της απουσίας τους.
Και έχει έναν ακόμη λόγο να το κάνει. Κουβαλά μια ανοιχτή εθνική πληγή. Η κατοχή και η διαίρεση δεν μας επιτρέπουν να αντιμετωπίζουμε την κοινωνική συνοχή ως δευτερεύουσα υπόθεση. Σε έναν τόπο που γνωρίζει τι σημαίνει να διαρρηγνύεται η κοινότητα, η συνοχή είναι και κοινωνική και εθνική ανάγκη.
Η Κύπρος μπορεί να γίνεται πλουσιότερη αλλά οι άνθρωποί της να αισθάνονται ότι το μέλλον απομακρύνεται.
Μπορεί να προσελκύει κεφάλαια αλλά οι νέοι της να δυσκολεύονται να δημιουργήσουν εδώ τη ζωή τους. Μπορεί να αποκτά μεγαλύτερη διεθνή ακτινοβολία αλλά ταυτόχρονα να χάνει κάτι από την εσωτερική της συνοχή.
Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα της μετάβασης.
Όχι να σταματήσει η Κύπρος να αλλάζει. Αλλά να μην αλλάξει τόσο και έτσι , ώστε μέρος της κοινωνίας να αισθανθεί ότι δεν χωράει πια μέσα στην αλλαγή.
Γιατί η κοινωνική συνοχή δεν είναι επιστροφή στο παρελθόν.
Είναι προϋπόθεση για να αντέξει μια κοινωνία το μέλλον.






