Ενέργεια, πόλεμος και γεωπολιτικά παζάρια

Header Image

Για την ΕΕ οι εξελίξεις αποτελούν δοκιμασία στρατηγικής συνοχής, καθώς οι κυβερνήσεις έχουν στηρίξει την Ουκρανία και έχουν επενδύσει στην απεξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια. Μάλιστα, αυτή τη στιγμή μελετούν την επιβολή νέου πακέτου κυρώσεων. Αν η Ουάσιγκτον επιλέξει διαφορετική προσέγγιση για να αντιμετωπίσει τις οικονομικές της πιέσεις, η κοινή δυτική πολιτική κινδυνεύει να εμφανίσει ρωγμές

Η ενεργειακή διπλωματία του Ντόναλντ Τραμπ αναδεικνύει τις αντιφάσεις της αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία. Η φερόμενη συμφωνία για προμήθεια ρωσικού ντίζελ στις ΗΠΑ, με αρχική ποσότητα που αναφέρεται ότι υπερβαίνει τους 300.000 τόνους, και οι ανακοινώσεις για κατάπαυση των επιθέσεων κατά ενεργειακών υποδομών Ρωσίας και Ουκρανίας, συνθέτουν ένα νέο γεωπολιτικό σκηνικό.

Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα κρίσιμο δίλημμα. Επιδιώκει η Ουάσιγκτον να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για ουσιαστική ειρήνευση ή προτάσσει την αντιμετώπιση των οικονομικών πιέσεων, ακόμη και με συμβιβασμούς που ενδέχεται να αποδυναμώσουν τη δυτική στρατηγική; Η απάντηση θα εξαρτηθεί όχι από τις ανακοινώσεις, αλλά από τους όρους των συμφωνιών και τις πραγματικές συνέπειές τους στο πεδίο.

Ντίζελ πάνω από κυρώσεις;

Για τον Τραμπ, οι τιμές των καυσίμων αποτελούν σημαντικό οικονομικό και πολιτικό ζήτημα. Το ντίζελ επηρεάζει τις μεταφορές, τη γεωργία, τη βιομηχανία και το κόστος ζωής. Η εξασφάλιση πρόσθετων προμηθειών μπορεί να παρουσιαστεί ως πρακτική απάντηση στις ενεργειακές πιέσεις, ιδιαίτερα σε μια περίοδο διεθνούς αστάθειας. Η πραγματική επίδραση, ωστόσο, δεν είναι δεδομένη. Εξαρτάται από τις ποσότητες που θα παραδοθούν, το κόστος μεταφοράς, τις δυνατότητες διύλισης και τη συνολική κατάσταση της αγοράς. Ακόμη και αν επιβεβαιωθούν οι αναφερόμενες ποσότητες, δεν προκύπτει αυτομάτως ότι θα μειωθούν σε διάρκεια οι τιμές.

Το ουσιαστικό πρόβλημα είναι στρατηγικό. Οι ΗΠΑ επιδιώκουν να περιορίσουν τους οικονομικούς πόρους που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική μηχανή, αλλά εμφανίζονται ταυτόχρονα διατεθειμένες να αξιοποιήσουν τη ρωσική ενεργειακή προσφορά για να εξυπηρετήσουν δικές τους ανάγκες. Μια επιλεκτική συναλλαγή δεν ισοδυναμεί κατ’ ανάγκην με συνολική εγκατάλειψη των κυρώσεων. Αν, όμως, δεν συνοδεύεται από σαφείς όρους και συγκεκριμένες δεσμεύσεις της Μόσχας, κινδυνεύει να υπονομεύσει την αξιοπιστία της δυτικής πίεσης. Επιπλέον, δημιουργεί ένα προηγούμενο. Η Ρωσία μπορεί να προσδοκά οικονομικά οφέλη χωρίς να έχει προηγουμένως μεταβάλει τη συμπεριφορά της στην Ουκρανία.

Εκεχειρία και αξιοπιστία

Οι ενεργειακές υποδομές έχουν μετατραπεί σε κρίσιμο μέτωπο του πολέμου. Οι επιθέσεις σε ηλεκτροπαραγωγικές εγκαταστάσεις, δίκτυα ηλεκτρισμού, διυλιστήρια και αποθήκες καυσίμων προκαλούν μεγάλες οικονομικές απώλειες και επιβαρύνουν την καθημερινότητα των πολιτών. Η ανακοινωθείσα κατάπαυση των επιθέσεων θα μπορούσε να αποτελέσει ένα περιορισμένο βήμα προς ευρύτερες διαπραγματεύσεις. Η εφαρμογή της, ωστόσο, προϋποθέτει σαφή οριοθέτηση των προστατευόμενων εγκαταστάσεων, αμοιβαίες δεσμεύσεις και αξιόπιστο μηχανισμό επαλήθευσης.

Η ουκρανική πλευρά έχει υπογραμμίσει ότι είναι έτοιμη να σταματήσει τα πλήγματα σε ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις, εφόσον η Μόσχα διακόψει αντίστοιχα τις επιθέσεις κατά ουκρανικών στόχων. Η απαίτηση για αμοιβαιότητα είναι ουσιώδης. Το Κίεβο δεν μπορεί να περιορίσει τις στρατιωτικές του επιλογές χωρίς να εξασφαλίσει αντίστοιχη αυτοσυγκράτηση από τη Ρωσία.

Οι καταγγελίες για νέες επιθέσεις μετά τις σχετικές ανακοινώσεις εντείνουν τις αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα της πρωτοβουλίας. Αν δεν υπάρξει ουσιαστική συμμόρφωση, η εκεχειρία κινδυνεύει να προσφέρει στη Μόσχα διπλωματικά οφέλη χωρίς πραγματικό κόστος. Η προσωρινή προστασία των υποδομών έχει αξία, αλλά δεν πρέπει να συγχέεται με την επίλυση της σύγκρουσης.

Ζελένσκι υπό πίεση

Η αντιπαράθεση αφορά πλέον και την πολιτική ηγεσία της Ουκρανίας. Οι δημόσιες παρεμβάσεις του Τραμπ, με τις οποίες αμφισβητείται η πολιτική θέση του Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ενισχύουν την πίεση προς το Κίεβο σε μια ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία. Το ζήτημα δεν είναι αν η ουκρανική κυβέρνηση πρέπει να αξιολογείται ή αν απαιτούνται επώδυνες πολιτικές αποφάσεις. Είναι κατά πόσο εξωτερικές πιέσεις μπορούν να καθορίζουν τις πολιτικές εξελίξεις, σε μια χώρα που αντιμετωπίζει στρατιωτική εισβολή. Οι εκλογικές διαδικασίες και οι σχετικές αποφάσεις οφείλουν να λαμβάνονται από τους Ουκρανούς, με βάση τις συνταγματικές τους πρόνοιες και τις συνθήκες ασφαλείας.

Η πίεση προς τον Ζελένσκι αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν συνδυάζεται με περιορισμό της αμερικανικής στρατιωτικής υποστήριξης. Τότε οι διαπραγματεύσεις κινδυνεύουν να διεξαχθούν υπό συνθήκες ανισορροπίας, με την Ουκρανία να καλείται να αποδεχθεί όρους, όχι επειδή εξασφαλίστηκε η ασφάλειά της, αλλά επειδή περιορίστηκαν οι δυνατότητες άμυνάς της. Μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να τερματίσει προσωρινά τις εχθροπραξίες, χωρίς να εξαλείψει τις αιτίες που θα επέτρεπαν την αναζωπύρωση του πολέμου. Αυτό είναι το βασικό πρόβλημα κάθε διευθέτησης που δίνει προτεραιότητα στην ταχύτητα έναντι της βιωσιμότητας.

Ιράν και ενεργειακό παράδοξο

Η κρίση στη Μέση Ανατολή περιπλέκει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Ο πόλεμος με το Ιράν και οι κίνδυνοι για τη ναυσιπλοΐα, ιδίως στην περιοχή των Στενών του Ορμούζ, εντείνουν την αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και καυσίμων.

Η Ουάσιγκτον βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με ένα παράδοξο. Οι πιέσεις που ασκεί σε ένα μέτωπο μπορεί να δημιουργήσουν οικονομικές ανάγκες που την ωθούν σε συναλλαγές με μια άλλη δύναμη που αντιμετωπίζει ως αντίπαλο.

Η Μόσχα μπορεί να αξιοποιήσει αυτή τη συγκυρία για να ενισχύσει τον ρόλο της ως ενεργειακού προμηθευτή και διπλωματικού συνομιλητή. Ενδεχόμενη χαλάρωση περιορισμών θα μπορούσε να προσφέρει πρόσθετα έσοδα στη Ρωσία, χωρίς να συνεπάγεται αναγκαστικά ότι η Ουάσιγκτον έχει αποδεχθεί συνολικά τις ρωσικές απαιτήσεις. Ο Πούτιν γνωρίζει ότι η ενεργειακή ασφάλεια επηρεάζει τις πολιτικές αποφάσεις των δυτικών κυβερνήσεων. Αν καταφέρει να μετατρέψει την ανάγκη των ΗΠΑ για οικονομική σταθερότητα σε μέσο περιορισμού των κυρώσεων, θα έχει εξασφαλίσει ένα σημαντικό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα.

Η δοκιμασία της Ευρώπης

Για την ΕΕ, οι εξελίξεις αποτελούν δοκιμασία στρατηγικής συνοχής. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν στηρίξει την Ουκρανία και έχουν επενδύσει στην απεξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια. Μάλιστα, αυτή τη στιγμή μελετούν την επιβολή νέου πακέτου κυρώσεων κατά της Ρωσίας. Αν η Ουάσιγκτον επιλέξει διαφορετική προσέγγιση για να αντιμετωπίσει τις δικές της οικονομικές πιέσεις, η κοινή δυτική πολιτική κινδυνεύει να εμφανίσει ρωγμές. Το ζητούμενο δεν είναι να αποκλειστεί κάθε διαπραγμάτευση με τη Μόσχα. Χωρίς διπλωματία δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμος τερματισμός του πολέμου. Εκείνο που πρέπει να αποφευχθεί είναι μια συμφωνία που θα προσφέρει στη Ρωσία οικονομικά οφέλη και πολιτική αναβάθμιση χωρίς αντίστοιχες παραχωρήσεις στο πεδίο της ασφάλειας.

Η ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία προϋποθέτει ισχυρότερη αμυντική ικανότητα, ενεργειακή διαφοροποίηση και ουσιαστικό ρόλο στις αποφάσεις που επηρεάζουν την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Δεν σημαίνει ρήξη με τις ΗΠΑ, αλλά δυνατότητα ευρωπαϊκής αντίδρασης όταν οι προτεραιότητες της Ουάσιγκτον αποκλίνουν από εκείνες των ευρωπαϊκών πρωτευουσών.

Για την Κύπρο, ως κράτος-μέλος της ΕΕ σε μια ευαίσθητη γεωπολιτική περιοχή, η συνέπεια στην υπεράσπιση της κυριαρχίας και του διεθνούς δικαίου έχει ιδιαίτερη σημασία. Η αξιοπιστία των ευρωπαϊκών αρχών δοκιμάζεται όταν οι οικονομικές σκοπιμότητες συγκρούονται με τις δεσμεύσεις ασφάλειας.

Η ειρήνη δεν αγοράζεται με ντίζελ

Ο Τραμπ επιδιώκει οικονομική ανακούφιση και διπλωματικά αποτελέσματα. Ο Πούτιν αναζητεί έσοδα, περιορισμό της δυτικής πίεσης και αναγνώριση της ρωσικής ισχύος. Ο Ζελένσκι χρειάζεται εγγυήσεις ότι οποιαδήποτε συμφωνία δεν θα υπονομεύσει την άμυνα της χώρας του. Η Ευρώπη καλείται να διαφυλάξει τη συνοχή της και να αποτρέψει μια διευθέτηση που θα αφήνει ανοιχτό τον δρόμο για νέα σύγκρουση.

Η ενεργειακή διπλωματία μπορεί να συμβάλει στην αποκλιμάκωση, εφόσον συνδεθεί με επαληθεύσιμες δεσμεύσεις, εγγυήσεις ασφαλείας και σεβασμό της ουκρανικής κυριαρχίας. Δεν αρκεί, όμως, μια εμπορική συμφωνία ή μια προσωρινή παύση των επιθέσεων για να διασφαλιστεί διαρκής ειρήνη.

Συμπερασματικά, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι ποιος θα εξασφαλίσει το καλύτερο ενεργειακό συμβόλαιο ή ποιος θα εμφανιστεί ως νικητής ενός διπλωματικού παζαριού. Είναι αν η Δύση θα καταφέρει να συνδυάσει την οικονομική σταθερότητα με την ασφάλεια και τη συνέπεια των αρχών της. Το ντίζελ μπορεί να ανακουφίσει προσωρινά τις αγορές και η προστασία των ενεργειακών υποδομών να περιορίσει τις ανθρώπινες απώλειες. Αν, όμως, η Ρωσία αποκομίσει οικονομικά οφέλη χωρίς να περιορίσει την επιθετικότητά της, η Δύση θα έχει πληρώσει το τίμημα μιας συναλλαγής χωρίς να έχει εξασφαλίσει την ειρήνη. Και αυτό θα είναι το πραγματικό κόστος του γεωπολιτικού παζαριού.

*Πρώην πρύτανη, καθηγητή-ανθρωπολόγου στο Πανεπιστήμιο Philips.

 

 

 

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.