Του Νίκου Μεσαρίτη
Η συνάντηση του Προέδρου της Δημοκρατίας, Νίκου Χριστοδουλίδη, με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη, Τουφάν Έρχιουρμαν, είναι ένα καλό παράδειγμα. Μετά από σχεδόν τρεις ώρες, το συγκεκριμένο αποτέλεσμα είναι η συμφωνία να συναντώνται τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. Αυτό είναι θετικό ως διαδικασία, αλλά δεν είναι ακόμη πολιτικό αποτέλεσμα. Τα οδοφράγματα και τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης παραμένουν ανοικτά ζητήματα. Εξ αυτών ήταν μια ακόμη δοκιμασία για το κατά πόσο η νέα κινητικότητα μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική πολιτική διαδικασία. Είχε όλα τα χαρακτηριστικά μιας συνάντησης που θέλει να σηματοδοτήσει μια νέα αρχή. Χαρακτηρίστηκε εποικοδομητική.
Αυτό είναι θετικό. Δεν είναι, όμως, αποτέλεσμα. Είναι μια διαδικασία που τώρα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να παράγει αποτέλεσμα. Για τα οδοφράγματα δεν προέκυψε συγκεκριμένη συμφωνία. Η διαδικασία συνεχίζεται, αλλά η ουσία εξακολουθεί να περιμένει.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό ζητούμενο.
Για δεκαετίες το Κυπριακό κινείται μέσα σε έναν φαύλο κύκλο. Κάθε αποτυχία έχει τον ένοχό της. Σε κάθε αδιέξοδο, στην εξήγησή του η κάθε πλευρά κατηγορεί την άλλη υπεύθυνη. Η μία πλευρά εξηγεί γιατί φταίει η άλλη και η άλλη απαντά με τη δική της εκδοχή. Και έτσι, ενώ όλοι μιλούμε για την ανάγκη λύσης, η πολιτική ενέργεια καταναλώνεται συχνά στην απόδειξη της ευθύνης του άλλου. Έχουμε μάθει να παρακολουθούμε το Κυπριακό σαν έναν ατελείωτο αγώνα επιχειρημάτων για το ποιος φταίει. Η ελληνοκυπριακή πλευρά εξηγεί τις ευθύνες της τουρκικής πλευράς. Η τουρκοκυπριακή πλευρά εξηγεί τις δικές μας. Η Άγκυρα έχει τη δική της αφήγηση, η Αθήνα τη δική της, τα Ηνωμένα Έθνη τη δική τους αποτίμηση. Και εμείς, αντί να μετράμε την απόσταση που διανύθηκε προς τη λύση, μετράμε πόσο πειστικά κατηγορήσαμε τον απέναντι. Για εβδομήντα χρόνια σχεδόν, έχουμε μάθει να παρακολουθούμε το Κυπριακό μέσα από τις δηλώσεις των ηγετών και να αναζητούμε σε κάθε αδιέξοδο τον υπεύθυνο. Το πραγματικό πολιτικό ερώτημα είναι άλλο: ποιος είναι διατεθειμένος να αναλάβει το πολιτικό κόστος της πρώτης κίνησης; Καθόλου ενδιαφέρει ποιος θα κερδίσει τη συζήτηση για το ποιος ευθύνεται. Ενδιαφέρει ποιος θα κάνει το πρώτο βήμα που θα δυσκολέψει τον άλλο να κάνει πίσω.
Οι ευθύνες φυσικά δεν είναι ίδιες. Ούτε πρέπει να ξεχάσουμε την Ιστορία, την εισβολή, την κατοχή, τις παραβιάσεις, τους πρόσφυγες, τις περιουσίες, τους νεκρούς και τους αγνοουμένους, τις διαφορετικές πολιτικές επιδιώξεις. Μια λύση χωρίς ιστορική μνήμη θα ήταν απλώς μια νέα αυταπάτη. Η ιστορική μνήμη είναι προϋπόθεση της σοβαρότητας και όχι εμπόδιο στη λύση.
Σημαίνει, όμως, και κάτι διαφορετικό: ότι η ιστορική ευθύνη δεν μπορεί να μετατραπεί σε μόνιμη πολιτική αδυναμία.
Η συμφωνία για εβδομαδιαίες συναντήσεις είναι μια ευκαιρία. Όχι επειδή οι συναντήσεις από μόνες τους λύνουν το Κυπριακό, αλλά επειδή δημιουργούν μια συχνότητα επαφής μέσα στην οποία οι δύο πλευρές μπορούν να δοκιμαστούν πολιτικά. Τα οδοφράγματα, τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, η μεθοδολογία και τα ζητήματα ουσίας δεν μπορούν να παραμένουν επ' αόριστον αντικείμενα δηλώσεων. Πρέπει να μετατραπούν σε αποφάσεις.
Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών έχει ήδη ζητήσει επαρκή πρόοδο, ενώ η προσωπική του απεσταλμένη έχει καταστήσει σαφές ότι τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως συμβολικές κινήσεις καλής θέλησης, αλλά ως πρακτικά εργαλεία που δοκιμάζουν αν μπορεί να λειτουργήσει μια μελλοντική πολιτική τάξη.
Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο.
Δεν χρειάζεται να λυθεί σήμερα το Κυπριακό για να αποδειχθεί ότι υπάρχει πολιτική βούληση. Χρειάζεται να αρχίσουν να λύνονται θέματα.
Ένα οδόφραγμα. Μια συμφωνία για ένα Μέτρο Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Μια κοινή δράση. Μια απόφαση που διευκολύνει την καθημερινότητα των ανθρώπων. Ένα βήμα που δημιουργεί το επόμενο.
Γιατί η εμπιστοσύνη δεν παράγεται με δηλώσεις. Παράγεται με πράξεις.
Και εδώ η ευθύνη ανήκει και στους δύο ηγέτες. Όχι για να αποδείξουν ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός, αλλά για να αποδείξουν ότι μπορούν να κάνουν αυτό που οι προηγούμενες γενιές δεν κατάφεραν: να μετατρέψουν τη συνύπαρξη από αναγκαστική πραγματικότητα σε πολιτική επιλογή.
Η σιωπή του Έρχιουρμαν μετά τη συνάντηση δεν μας επιτρέπει ακόμη να βγάλουμε συμπεράσματα ούτε αφήνει ανοιχτό το πεδίο για να φανεί στην πράξη ποιος επιδιώκει τι. Ούτε οι δηλώσεις του Χριστοδουλίδη αρκούν για να αποδείξουν ότι μπήκαμε σε πορεία λύσης. Η πραγματική απάντηση θα δοθεί στις πράξεις των επόμενων εβδομάδων.
Εκεί θα κριθούν όλοι.
Και ίσως αυτή να είναι η τελευταία ευκαιρία να αλλάξουμε το ερώτημα.
Όχι «ποιος φταίει περισσότερο;».
Αλλά «ποιος είναι έτοιμος να κάνει το πρώτο βήμα;»
Γιατί εκείνος που θα το κάνει πρώτος, δεν θα έχει χάσει. Θα έχει δημιουργήσει το πολιτικό κόστος για τον άλλον να αρνηθεί το επόμενο.
Η ειρήνη δεν αρχίζει όταν συμφωνήσουμε σε όλα.
Αρχίζει όταν αποφασίσουμε να κάνουμε κάτι μαζί.






