Η Κύπρος βρίσκεται για ακόμη μία φορά μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή. Ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών έχει επαναφέρει τη διαδικασία στο προσκήνιο, η Ευρωπαϊκή Ένωση ενισχύει έμπρακτα την παρουσία της και οι δύο ηγέτες το μόνο που έχουν συμφωνήσει, είναι εντατικότερες απευθείας συναντήσεις. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διόρισε ειδικό εκπρόσωπο για την Κύπρο, με αποστολή να συμβάλει στην προετοιμασία της επανέναρξης των διαπραγματεύσεων μέσα στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών.
Δεν είναι, επομένως, ακόμα μία συνηθισμένη περίοδος ακινησίας. Υπάρχει εκ δανείου κινητικότητα. Υπάρχει διεθνές ενδιαφέρον. Υπάρχει ένα πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί μέσα από δεκαετίες διαπραγματεύσεων. Και υπάρχει, πάνω απ’ όλα, μια κοινωνία που κουράστηκε να τη σύρουν σε αδιέξοδα και χαμένες ελπίδες. Αυτό έγινε από Τάσσο Παπαδόπουλο το 2004 και Νίκο Αναστασιάδη το 2017.
Ακριβώς γι’ αυτό τίθεται ένα δύσκολο ερώτημα: ποια είναι σήμερα η ευθύνη των μεγάλων πολιτικών δυνάμεων της Κύπρου;
Το βάρος πέφτει ιδιαίτερα στον ΔΗΣΥ, αλλά και στο ΑΚΕΛ. Όχι επειδή πρέπει να γίνουν ένα κόμμα, ούτε επειδή οφείλουν να συμφωνήσουν σε όλα. Αλλά επειδή, όταν πρόκειται για ένα ζήτημα που καθορίζει το μέλλον της χώρας, η πολιτική αντιπαράθεση και διεκδίκηση δεν μπορεί να οδηγεί σε μόνιμη αναβολή της λύσης.
Το ΑΚΕΛ έχει αυτή την περίοδο διατυπώσει καθαρά τη θέση του. Δηλώνει ότι η ουσία είναι η επανέναρξη των διαπραγματεύσεων και ότι αυτή πρέπει να στηριχθεί στο διαπραγματευτικό κεκτημένο, στις συγκλίσεις που έχουν επιτευχθεί και στο Πλαίσιο Γκουτέρες.
Ο ΔΗΣΥ έχει μπροστά του ένα διαφορετικό καθήκον: να προσδιορίσει με καθαρότητα τη δική του πολιτική θέση για το Κυπριακό και να την υπερασπιστεί πολιτικά.
Δεν αρκεί η γενική αναφορά στην ανάγκη λύσης. Δεν αρκεί η διαπίστωση ότι το Κυπριακό είναι εθνικό ζήτημα. Δεν αρκεί η επίκληση της ενότητας. Σε κρίσιμες στιγμές, η πολιτική ηγεσία κρίνεται από τις συγκεκριμένες θέσεις που είναι διατεθειμένη να αναλάβει και να τις εξηγήσει στους πολίτες.
Εδώ βρίσκεται και το πραγματικό πολιτικό πρόβλημα της ηγεσίας του ΔΗΣΥ και της Αννίτας Δημητρίου.
Η πολιτική δεν είναι μόνο διαχείριση ισορροπιών. Είναι και η ικανότητα να διατυπώνεται καθαρή θέση όταν οι περιστάσεις απαιτούν αποφάσεις. Είναι η ικανότητα να εξηγείται στους πολίτες γιατί μια επιλογή είναι αναγκαία, ακόμη και αν ο λαϊκισμός του εθνικισμού κερδίζει ψήφους. Και είναι η ικανότητα ενός μεγάλου κόμματος, του κόμματος του Γλαύκου Κληρίδη, να μην επιτρέψει στον φόβο της πολιτικής απώλειας να καθορίζει τη στρατηγική του.
Η πρόσφατη δήλωση της Αννίτας Δημητρίου, ότι ο ΔΗΣΥ θα έχει δικό του υποψήφιο στις προεδρικές εκλογές του 2028 και δεν θα στηρίξει τον Νίκο Χριστοδουλίδη, είναι πολιτικά σαφής. Είναι, όμως, άλλο πράγμα η εκλογική αυτονομία ενός κόμματος και άλλο η πολιτική του θέση στο Κυπριακό.
Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: ποια Κύπρο θέλει ο ΔΗΣΥ μετά τη λύση και ποια πολιτική θα ακολουθήσει για να καταστεί αυτή η λύση δυνατή;
Ο ΔΗΣΥ είχε το μεγαλύτερο ιστορικό βάρος στο Κυπριακό. Δεν μπορεί να παραμένει απλώς παρατηρητής της διαδικασίας. Ιδιαίτερα σήμερα, όταν η διεθνής συγκυρία δημιουργεί ένα νέο παράθυρο κινητικότητας, η σιωπή ή η πολιτική ασάφεια δεν αποτελούν ουδέτερη στάση. Παράγουν αρνητικά αποτελέσματα.
Το ίδιο ισχύει και για το ΑΚΕΛ. Η καθαρότητα της θέσης του έχει αξία μόνο εφόσον συνοδεύεται από την ικανότητα να συμβάλει στη δημιουργία μιας ευρύτερης κοινωνικής και πολιτικής πλειοψηφίας υπέρ της λύσης. Η λύση δεν μπορεί να γίνει υπόθεση μιας μόνο πολιτικής παράταξης.
Χρειάζεται, επομένως, κάτι πολύ απλούστερο και ταυτόχρονα πολύ δυσκολότερο: παράλληλη πολιτική ευθύνη και εδώ αναμένονται πρωτοβουλίες από την Αννίτα Δημητρίου.
Ο ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ δεν χρειάζεται να συμφωνούν σε ολόκληρη την πολιτική τους ατζέντα. Χρειάζεται, όμως, να μπορούν να συμφωνήσουν ότι το Κυπριακό δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο ικανοποίησης κομματικών συμφερόντων. Ότι κάθε νέα ευκαιρία δεν μπορεί να σταματά μέχρι τη συμπλήρωση της επόμενης εκλογικής περιόδου. Και ότι η λύση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πολιτικό κόστος που πρέπει να μεταφερθεί στον επόμενο.
Κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει αν αυτή είναι η τελευταία σοβαρή ευκαιρία για την Κύπρο. Μπορεί όμως να γνωρίζει κάτι άλλο: κάθε χαμένη ευκαιρία κάνει την επόμενη δυσκολότερη.
Η κοινωνία κουράστηκε. Οι νέες γενιές δεν μπορούν να περιμένουν επ' αόριστον. Και η Ιστορία δεν πρόκειται να απαλλάξει καμία πολιτική ηγεσία από την ευθύνη της επειδή φοβήθηκε το πολιτικό κόστος μιας δύσκολης απόφασης.
Η ώρα δεν είναι για κομματικά παιχνίδια.
Είναι η ώρα να αποδειχθεί ποιοι μπορούν να κοιτάξουν πέρα από την επόμενη εκλογική αναμέτρηση και να δουν την επόμενη γενιά.
Γιατί το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιο κόμμα θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές.
Είναι ποια Κύπρο θα παραδώσει η σημερινή πολιτική γενιά στα παιδιά της.






