Η πίστη για πολλούς ανθρώπους είναι καταφύγιο, παρηγοριά και προσωπική πνευματική αναζήτηση. Ακριβώς γι’ αυτό, όταν εμφανίζονται φαινόμενα που αγγίζουν τα όρια της εκμετάλλευσης της θρησκευτικής πίστης, η αντίδραση δεν πρέπει να είναι αμήχανη, αλλά ξεκάθαρη.
Η υπόθεση με το βίντεο για την εικόνα της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας, όπου διακινούνταν ισχυρισμοί περί θεραπείας και πνευματικής «αναγέννησης» όσων προσκυνούν, αναδεικνύει ένα πρόβλημα που δεν είναι καινούργιο, αλλά φαίνεται να παίρνει νέες διαστάσεις στην εποχή των social media. Όταν η πίστη ντύνεται με υποσχέσεις θαυματουργών αποτελεσμάτων και διαφημιστική υπερβολή, τότε παύει να υπηρετεί το πνευματικό στοιχείο και αρχίζει να θυμίζει εμπορική πρακτική.
Ο χαρακτηρισμός «αδιανόητο» από τον θεολόγο Θεόδωρο Κυριακού δεν μοιάζει υπερβολικός. Διότι το ζήτημα δεν είναι αν κάποιος πιστεύει στα θαύματα – αυτό είναι προσωπικό και βαθιά υπαρξιακό θέμα. Το ζήτημα είναι αν επιτρέπεται να καλλιεργούνται προσδοκίες, ιδίως σε ανθρώπους που μπορεί να βρίσκονται σε ψυχική ή σωματική ευαλωτότητα, μέσα από αμφίβολες ή ανεξέλεγκτες διακηρύξεις. Το φαινόμενο αυτό φαίνεται να εκμεταλλεύονται κάποιοι ιερείς, με το αζημίωτο, αν κρίνουμε και από τις γελοιότητες που είδαμε να επισυμβαίνουν στο μοναστήρι του Οσίου Αββακούμ με πρωταγωνιστή τον Νεκτάριο και τους ακόλουθούς του.
Εδώ αναδεικνύεται και η ευθύνη της ίδιας της Εκκλησίας. Αν όντως υπάρχουν κενά στον έλεγχο του τρόπου με τον οποίο μεταφέρονται εικόνες, λείψανα ή διακινούνται τέτοια μηνύματα, τότε η συζήτηση για αυστηρότερο θεσμικό πλαίσιο δεν είναι παράλογη. Όχι για να περιοριστεί η θρησκευτική έκφραση, αλλά για να προστατευθεί η αξιοπιστία της ίδιας της Εκκλησίας από φαινόμενα που την εκθέτουν. Κάποτε ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Β' ανακοίνωσε ότι στην εκκλησιαστική περιφέρεια της Αρχιεπισκοπής "οι εικόνες δεν κλαίνε". Το έκανε για να ανακόψει τη δράση κάποιων ιερέων και εκκλησιαστικών επιτρόπων που εμπότιζαν με ενέσεις διάφορες εικόνες για να προσελκύσουν τους πιστούς, τον οβολό των οποίων αποζητούσαν.
Σε γενικές γραμμές, όταν η πίστη εμπορικοποιείται και αρχίζει να μοιάζει με «προώθηση υπηρεσίας», το πρόβλημα δεν είναι μόνο επικοινωνιακό. Είναι βαθιά ηθικό.







