Του Ανδρέα Γρ. Ορφανίδη*
Μια πολιτική ανάλυση και αξιολόγηση των θέσεων που διατύπωσε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης σε πρόσφατη συνέντευξή του στην «Καθημερινή», οδηγούν ξεκάθαρα σε συγκεκριμένα αντικειμενικά συμπεράσματα και εκτιμήσεις, που συνοψίζονται σε μια σταδιακή πορεία προς έναν ιστορικό συμβιβασμό στο Κυπριακό. Η εν λόγω συνέντευξη ίσως αποδειχθεί σημαντικότερη όχι για όσα είπε ο Πρόεδρος, αλλά για όσα άφησε να διαφανούν πίσω από τις προσεκτικά διατυπωμένες αναφορές του στις «συγκλίσεις», στη «λειτουργική λύση» και στην ανάγκη λήψης δύσκολων αποφάσεων. Για πρώτη φορά μετά από αρκετό καιρό, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας φαίνεται να επιχειρεί να προετοιμάσει πολιτικά τους πολίτες για μια νέα ανάγνωση του Κυπριακού, που δεν βασίζεται στη λογική της επιστροφής στο παρελθόν, αλλά στη διαχείριση της πραγματικότητας που διαμορφώθηκε μέσα σε πενήντα δύο χρόνια κατοχής και διαίρεσης.
Από αρχές σε διακυβέρνηση
Εκείνο που ουσιαστικά αναδύεται μέσα από τις τοποθετήσεις του είναι μια στρατηγική μετάβασης από τη διαπραγμάτευση αρχών στη διαπραγμάτευση εφαρμοσμένης και λειτουργικής διακυβέρνησης. Για δεκαετίες, οι συνομιλίες περιστρέφονταν γύρω από γενικές έννοιες, όπως διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία, πολιτική ισότητα, μία κυριαρχία, μία διεθνής προσωπικότητα και μία ιθαγένεια. Σήμερα, όμως, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποια είναι η μορφή της λύσης. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να υπάρξει ένα κράτος που να λειτουργεί αποτελεσματικά σε ένα ιδιαίτερα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον και ταυτόχρονα να γίνεται αποδεκτό τόσο από τους Ελληνοκυπρίους όσο και από τους Τουρκοκυπρίους.
Η σημαντικότερη ίσως διάσταση των απαντήσεων του Προέδρου είναι η έμμεση αποδοχή ότι η λύση του Κυπριακού δεν θα αποτελεί αποκατάσταση ιστορικής δικαιοσύνης, αλλά προϊόν πολιτικού συμβιβασμού. Πρόκειται για μια παραδοχή με βαθύ πολιτικό περιεχόμενο. Ουσιαστικά αναγνωρίζεται ότι η πλήρης επαναφορά της κατάστασης πριν από το 1974 είναι αδύνατη. Οι δημογραφικές, οικονομικές και γεωπολιτικές πραγματικότητες έχουν μεταβάλει ριζικά το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναζητείται συμφωνία στο Κυπριακό.
Το μοντέλο της επιδιωκόμενης λύσης
Από πολιτειολογικής άποψης, η λύση που φαίνεται να προδιαγράφεται από τη συνέντευξη και τις συγκλίσεις μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια ισχυρή ομοσπονδία με αποκεντρωμένες εσωτερικές αρμοδιότητες. Το ομοσπονδιακό κράτος θα διατηρεί τον πλήρη έλεγχο της εξωτερικής πολιτικής, της συμμετοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, της διεθνούς εκπροσώπησης, της οικονομικής πολιτικής, των φυσικών πόρων και της συνολικής στρατηγικής ασφάλειας. Τα συνιστώντα κρατίδια θα διαθέτουν σημαντικές εσωτερικές εξουσίες σε θέματα εκπαίδευσης, πολιτισμού, τοπικής ανάπτυξης και διοικητικής οργάνωσης.
Πολιτική ισότητα και κράτος
Εν τούτοις, η κρίσιμη λεπτομέρεια βρίσκεται αλλού, δηλαδή στη διαχείριση της πολιτικής ισότητας. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η μεγαλύτερη πρόκληση που καλείται να αντιμετωπίσει η παρούσα διαπραγματευτική προσπάθεια. Η τουρκοκυπριακή πλευρά επιδιώκει αποτελεσματική συμμετοχή σε όλες τις σημαντικές αποφάσεις του ομοσπονδιακού κράτους. Η ελληνοκυπριακή πλευρά επιδιώκει αποτελεσματικότητα στη λήψη αποφάσεων και αποφυγή μόνιμων αδιεξόδων.
Η συνέντευξη Χριστοδουλίδη υποδηλώνει ότι η Λευκωσία είναι πλέον διατεθειμένη να συζητήσει διευρυμένες μορφές συμμετοχής των Τουρκοκυπρίων, εφόσον δημιουργηθούν παράλληλα θεσμοί επίλυσης αδιεξόδων. Αυτό είναι ίσως το πιο ουσιαστικό στοιχείο της νέας προσέγγισης. Η συζήτηση μετακινείται από το ερώτημα «ποιος θα έχει βέτο» στο ερώτημα «πώς θα αποτρέπονται οι παραλύσεις του κράτους».
Η προδιαγραφόμενη λύση φαίνεται να προσεγγίζει σε μεγάλο βαθμό σύγχρονα μοντέλα συναινετικής δημοκρατίας που εφαρμόζονται σε κράτη με βαθιές κοινωνικές και εθνοτικές διαιρέσεις. Παραδείγματα όπως το Βέλγιο, η Ελβετία ή ακόμη και ορισμένες πτυχές της πολιτειακής οργάνωσης της Βοσνίας προσφέρουν χρήσιμα διδάγματα. Ωστόσο, η Κύπρος έχει μια ιδιαιτερότητα που δεν συναντάται σε καμιά άλλη ευρωπαϊκή περίπτωση, δηλαδή την παρουσία της Τουρκίας ως στρατηγικού παράγοντα με στρατιωτική παρουσία στο έδαφος του νησιού μετά από εισβολή.
Γι’ αυτό ακριβώς, το ζήτημα της ασφάλειας αναδεικνύεται στον πυρήνα κάθε πιθανής συμφωνίας. Το Κραν Μοντανά κατέρρευσε πρωτίστως επειδή δεν κατέστη δυνατή η γεφύρωση των διαφορών στο κεφάλαιο της ασφάλειας και των εγγυήσεων. Από τότε το διεθνές περιβάλλον έχει καταστεί ακόμη πιο περίπλοκο. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, η αντιπαράθεση Ισραήλ και ΗΠΑ με Ιράν και η γενικότερη αποσταθεροποίηση της Ανατολικής Μεσογείου έχουν ενισχύσει τις ανησυχίες των πολιτών.
Ασφάλεια, εγγυήσεις και νέες πραγματικότητες
Υπό αυτές τις συνθήκες, μία μελλοντική συμφωνία δεν μπορεί μπορεί να περιλαμβάνει διατήρηση μονομερούς δικαιώματος στρατιωτικής επέμβασης από οποιαδήποτε τρίτη χώρα. Το πιο πιθανό είναι να αναζητηθεί ένα πολυμερές σύστημα εφαρμογής και παρακολούθησης της λύσης με ενεργό εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των Ηνωμένων Εθνών και ίσως ενός νέου διεθνούς μηχανισμού ασφάλειας. Η παρουσία μικρού αριθμού στρατευμάτων για μεταβατική περίοδο δεν μπορεί να αποκλειστεί, αλλά η μονιμοποίηση του καθεστώτος εγγυήσεων του 1960 φαίνεται αδύνατο να γίνει αποδεκτή.
Περιουσιακό και εδαφικό
Εξίσου καθοριστικό θα είναι το περιουσιακό. Οι πρόσφατες εξελίξεις στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη λειτουργία της λεγόμενης Επιτροπής Ακίνητης Περιουσίας στα κατεχόμενα, δημιουργούν νέα δεδομένα. Από τη συνέντευξη διαφαίνεται, με βάση τις συγκλίσεις που πλέον ο Πρόεδρος ξεκάθαρα προτάσσει, ότι η μελλοντική διευθέτηση δεν θα στηρίζεται αποκλειστικά στην πλήρη αποκατάσταση περιουσιών. Θα στηρίζεται σ’ ένα σύνθετο μοντέλο που θα συνδυάζει επιστροφή, ανταλλαγή και αποζημίωση. Αυτό σημαίνει ότι μεγάλος αριθμός προσφύγων θα αποκτήσει δικαίωμα επιλογής, αλλά όχι κατ’ ανάγκη δικαίωμα πλήρους αποκατάστασης. Πρόκειται για μια πολιτικά δύσκολη πραγματικότητα που η ηγεσία θα κληθεί να εξηγήσει με ειλικρίνεια στην κοινωνία.
Στο εδαφικό, οι πιθανότητες δείχνουν ότι οποιαδήποτε συμφωνία θα κινηθεί κοντά στις συγκλίσεις που είχαν επιτευχθεί πριν το Κραν Μοντανά. Περιοχές όπως η Μόρφου εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο έντονης διαπραγμάτευσης, ενώ η επιστροφή σημαντικών τμημάτων της Μεσαορίας και της Καρπασίας παραμένει κρίσιμο ζήτημα για τη δημιουργία πολιτικής αποδοχής στην ελληνοκυπριακή κοινότητα.
Γεωπολιτική και ευρωπαϊκή διάσταση
Εκεί όπου ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης φαίνεται να επενδύει περισσότερο είναι στη γεωπολιτική διάσταση του Κυπριακού. Η στρατηγική του βασίζεται στην παραδοχή ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να μετακινηθεί λόγω ηθικών ή νομικών επιχειρημάτων. Θα μετακινηθεί μόνο αν πεισθεί ότι έχει περισσότερα να κερδίσει από μία συμφωνία παρά από τη διατήρηση του σημερινού καθεστώτος. Αυτό εξηγεί και τη συστηματική προσπάθεια διασύνδεσης του Κυπριακού με την ευρωπαϊκή ατζέντα. Η αναβάθμιση των ευρωτουρκικών σχέσεων, η τελωνειακή ένωση, η ενεργειακή συνεργασία, οι μεταφορές και οι επενδύσεις αποτελούν πιθανά κίνητρα που μπορούν να επηρεάσουν τους στρατηγικούς υπολογισμούς της Άγκυρας.
Το ερώτημα είναι κατά πόσο αυτή η υπόθεση εργασίας ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. δεδομένου ότι η Τουρκία του 2026 διαθέτει αυξημένη γεωπολιτική βαρύτητα, σημαντική αμυντική βιομηχανία και ενισχυμένο περιφερειακό ρόλο. Από την άλλη πλευρά, η τουρκική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διαρθρωτικές αδυναμίες. Οι σχέσεις με τις ευρωπαϊκές αγορές παραμένουν κρίσιμες. Παράλληλα, η Άγκυρα γνωρίζει ότι η πλήρης αναβάθμιση του διεθνούς της ρόλου προϋποθέτει καλύτερες σχέσεις με τη Δύση και ουσιαστική συμμετοχή στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Σε αυτό το πλαίσιο, το Κυπριακό ενδέχεται να επανέλθει ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής διαπραγμάτευσης.
Οι πιθανότητες συμφωνίας
Ποια είναι, λοιπόν, η πραγματική πιθανότητα λύσης; Με βάση τα σημερινά δεδομένα, η πιθανότητα ολοκληρωμένης συμφωνίας πριν από τις προεδρικές εκλογές στην Κυπριακή Δημοκρατία ή πριν από σημαντικές πολιτικές εξελίξεις στην Τουρκία παραμένει περιορισμένη. Αντίθετα, οι πιθανότητες επίτευξης ενός νέου στρατηγικού πλαισίου διαπραγμάτευσης είναι σημαντικά υψηλότερες. Η διεθνής κοινότητα, ο ΟΗΕ και η Ευρωπαϊκή Ένωση φαίνεται να επιδιώκουν πρωτίστως τη δημιουργία μιας διαδικασίας που δεν θα μπορεί εύκολα να ανατραπεί.
Συμπερασματικά, η ουσία των δηλώσεων Χριστοδουλίδη βρίσκεται ακριβώς εδώ. Δεν προετοιμάζει την κοινωνία για μια άμεση ιστορική συμφωνία. Προετοιμάζει την κοινωνία για μια σταδιακή πορεία προς έναν ιστορικό συμβιβασμό. Η πολιτική του φιλοσοφία δείχνει να βασίζεται στην αντίληψη ότι η λύση δεν θα προκύψει από ένα μεγάλο διπλωματικό άλμα αλλά από τη συσσώρευση συγκλίσεων που θα καταστήσουν τελικά τη συμφωνία αναπόφευκτη. Το αν αυτή η στρατηγική θα αποδώσει παραμένει αβέβαιο. Ωστόσο, για πρώτη φορά μετά από χρόνια, η ελληνοκυπριακή πλευρά φαίνεται να επιχειρεί να μετατρέψει το Κυπριακό από πρόβλημα διαχείρισης αδιεξόδου σε ζήτημα διαχείρισης ευκαιρίας. Και ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη πολιτική μετατόπιση που καταγράφεται σήμερα στο εθνικό ζήτημα.
*Πανεπιστημιακού-ανθρωπολόγου, πρώην πρύτανη







