Και μόνο η προοπτική επανέναρξης των συνομιλιών, με την επίσκεψη του Γενικού Γραμματέα (ΓΓ) του ΟΗΕ στην Κύπρο, ήταν αρκετή για να κινητοποιήσει τους απανταχού «ανησυχούντες». Να κατακλύσουν τα MME και τα κοινωνικά δίκτυα για να αναδείξουν τα όσα πάνε λάθος στο Κυπριακό και, κυρίως, όσα θα μπορούσαν να πάνε λάθος από μία νέα προσπάθεια. Ο Σίμος Αγγελίδης, αφού πρώτα αναφέρθηκε σε διάφορες σημειολογίες που δεν τηρήθηκαν και τις οποίες χαρακτήρισε σημαντικές, κάκισε το γεγονός ότι συζητούμε το Κυπριακό ως να πρόκειται για δικοινοτικό πρόβλημα, υπέδειξε ότι η οποιαδήποτε λύση θα πρέπει πρώτα να αναγνωρίζει την ευθύνη της Τουρκίας, και εξήγησε ότι δεν παίζει ρόλο αν τελικά σ’ ένα νέο σχέδιο δεν προβλέπονται εγγυήσεις, επειδή η Τουρκία απέδειξε ότι δεν σέβεται το διεθνές δίκαιο. Είπε ότι το Σχέδιο Ανάν, το οποίο απορρίφθηκε, παραμένει η βάση στην οποία συνεχίζουμε να συνομιλούμε, χαρακτηρίζοντας την υπό συζήτηση λύση απαρτχάιντ. Και κάλεσε τον Γκουτέρες να διορθώσει το σφάλμα που έκαναν τα ΗΕ στο παρελθόν καταθέτοντας το απαράδεκτο και ετεροβαρές Σχέδιο Ανάν.
Την ίδια στιγμή στον «Φ» ο Μιχάλης Ιγνατίου έγραφε ότι μια κακή λύση θα είναι συνταγή για έναν νέο πόλεμο. Κατηγορούσε τον ΓΓ ότι, όπως και η αντιπρόσωπός του, έχει ταχθεί με την κατοχική δύναμη, χαρακτηρίζοντας τον δειλό ανθρωπάκι. Και τον προειδοποίησε ότι αν έρχεται στην Κύπρο «για να γράψει στην τελική του έκθεση ότι ο τουρκικός Αττίλας δεν ευθύνεται για την κατοχή, καλύτερα να 'πετάξει' για την πατρίδα του». Ενώ ο Χρίστου δήλωνε ότι ανέμενε από τον ΓΓ να καταδικάσει την εισβολή και την κατοχή και να αποδώσει ευθύνες στην Τουρκία για την πορεία του Κυπριακού, και προειδοποιούσε ότι λύση στη βάση ΔΔΟ θα οδηγήσει τον κυπριακό ελληνισμό σε περιπέτειες. Μ’ ένα κομμάτι της κοινωνίας να ξεχύνεται στα κοινωνικά δίκτυα για να διατυμπανίσει ότι μόνη λύση είναι η απελευθέρωση. Για μία ακόμα φορά η προοπτική αρχής των συνομιλιών ήταν για κάποιους η αρχή του τέλους για τη χώρα.
52 χρόνια μετά την εισβολή, με τη διχοτόμηση να έχει σχεδόν κλειδώσει και τον ΓΓ να κάνει μία τελευταία προσπάθεια να βγάλει το Κυπριακό από το αδιέξοδο, επιλέξαμε να επικεντρωθούμε στη σημειολογία (αν ο Νίκος Χριστοδουλίδης κάθισε αριστερά και όχι δεξιά του ΓΓ στο δείπνο, αν εμφανίστηκαν σύμβολα του ψευδοκράτους), απορρίψαμε τη βάσης λύσης που αποδεχθήκαμε από το 1977, και απαιτήσαμε από τα ΗΕ ακόμα και να ανακαλέσουν προσπάθειες του παρελθόντος. Επιβεβαιώνοντας με πόσο παράδοξο τρόπο αντιμετωπίζουμε πλέον την όποια προσπάθεια για επανέναρξη των συνομιλιών, πόσο άβολα νιώθουμε με οτιδήποτε δημιουργεί προοπτικές λύσης. Και ότι δεκαετίες λαϊκίστικης ανοησίας έχουν μετατρέψει τον παραλογισμό σε νόρμα.
Διότι αν θεωρούμε τον ΓΓ δειλό ανθρωπάκι και πιστεύουμε ότι αυτός και η αντιπρόσωπός του έχουν ήδη ταχθεί με το μέρος της Τουρκίας, τότε γιατί ζητούμε από τον ΟΗΕ να συμβάλει στην επίλυση του Κυπριακού; Πώς θεωρούμε ότι μπορούν να οδηγήσουν σε μια βιώσιμη λύση, άνθρωποι που έχουν ήδη επιλέξει μεριά; Κι αν ο ΟΗΕ δεν μπορεί να εξυπηρετήσει την προσπάθεια λύσης, τότε πού θα πρέπει να στραφεί η Κύπρος;
Αν η ομοσπονδία είναι απαράδεκτη και την απορρίπτουμε, τι θεωρούμε ότι μπορεί να αποτελέσει τη βάση μιας μελλοντικής λύσης; Πιστεύουμε ότι η Τουρκία θα συναινέσει σε λύση ενιαίου κράτους όταν σήμερα δηλώνει ότι δεν συζητά ούτε καν τη λύση ΔΔΟ, ή ότι οι Τ/Κ θα καταστούν με την ψήφο τους από κοινότητα -όπως προνοούσε το Σύνταγμα που ίδρυσε την Κυπριακή Δημοκρατία- σε απλή μειοψηφία; Aν όχι, πώς λογαριάζουμε να φτάσουμε σε αυτήν;
Κι αν θεωρούμε ότι η Τουρκία δεν μπορεί να τυγχάνει εμπιστοσύνης, ότι η όποια συμφωνία δεν θα τηρηθεί, τότε για ποιο λόγο συζητάμε όλα αυτά τα χρόνια; Με ποιον θεωρούμε ότι θα λύσουμε το Κυπριακό;
Πώς αίρονται τα τετελεσμένα της κατοχής από την από μέρους μας πρόταξη των τουρκικών ευθυνών; Πώς η συνειδητοποίηση ότι το Κυπριακό είναι θέμα εισβολής και κατοχής οδηγεί στην επίλυσή του;
Και τελικά πώς λογαριάζουμε να φτάσουμε σε λύση όταν η όποια κινητικότητα αποτελεί για εμάς πηγή ανησυχίας; Όταν τα όσα προτάσσουμε, κλειδώνουν τη μη λύση;
Ενώ φωνάζουμε ότι η Τουρκία θέλει λύση δύο κρατών και καταγγέλλουμε τις επιδιώξεις της, στην ε/κ κοινότητα έχει δημιουργηθεί (κυρίως μετά το 2004) μια κατάσταση που έχει αναγάγει το status quo σε κυρίαρχη απαίτηση. Απορρίπτει την οποιαδήποτε συνεργασία με τους Τ/Κ, καταγγέλλει την οποιαδήποτε προσπάθεια θα μπορούσε να οδηγήσει σε άρση του αδιεξόδου, πολεμά οτιδήποτε αφήνει ανοικτή μια χαραμάδα ελπίδας για λύση. Και έχει ως ασπίδα τα εισαγωγικά. Αν, όμως, η δική μας πλευρά δεν είναι έτοιμη να διεκδικήσει με ρεαλισμό μία συμφωνία, τι σημασία έχει τι θέλει η Τουρκία; Αν οι δικές μας ενέργειες δεν αφήνουν ανοικτή την προοπτική λύσης, τι σχέση έχουν οι δικές της ενέργειες;
Είναι γι’ αυτό που αυτό που πρωτίστως θα έπρεπε να μας απασχολήσει δεν είναι η Τουρκία αλλά πώς καταφέραμε ως κοινότητα να παραιτηθούμε από την όποια επιδίωξη για λύση. Κυρίως, όμως, πώς καταφέραμε να βάλουμε στο περιθώριο για πάντα τη λογική.






