Η διστακτικότητα της κυβέρνησης να τοποθετηθεί ξεκάθαρα πάνω στο θέμα της συμμετοχής της ή όχι στην κατασκευή του φιλόδοξου έργου του GSI και ακόμη η διγλωσσία της αναφορικά με το θέμα δημιουργούν πολλά ερωτηματικά. Η εξαγγελία του αγωγού έγινε με πανηγυρικό τρόπο και τονίστηκαν τα όντως εντυπωσιακά οφέλη που θα προκύψουν από την κατασκευή του στην Κύπρο: Θα ετίθετο τέλος στην ενεργειακή απομόνωση, θα συνέβαλλε στην πράσινη ανάπτυξη και το πιο σημαντικό είναι ότι θα μείωνε δραστικά την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος που είναι από τα ακριβότερα στην Ευρώπη. Το έργο, που πρώτη φορά επιχειρείται παγκόσμια, θα στοιχίσει με τα σημερινά δεδομένα περίπου 2 δισ. ευρώ και συγχρηματοδοτείται με 658 εκατ. ευρώ από την ΕΕ.
Σύμφωνα με τη σύμβαση που υπογράψαμε με την Ελλάδα, η Κύπρος όφειλε ήδη να τής έχει καταβάλει το ποσό των 25 εκατ. ευρώ για να γίνει η πόντιση του καλωδίου. Ωστόσο οι πρώτες έρευνες νοτίως της Κάσου είχαν διακοπεί μετά τις αντιδράσεις της Τουρκίας η οποία ισχυρίζεται ότι μέρος του αγωγού διέρχεται από την υφαλοκρηπίδα της. Η κυβέρνηση δεν παίρνει θέση και ο υπουργός Οικονομικών φαίνεται απρόθυμος να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό.
Τα δεδομένα ήταν αβέβαια μέχρις ότου ανακοινώθηκε ότι ο γαλλικός όμιλος Meridiam αναλαμβάνει το 66% του κόστους του έργου. Η συμφωνία μεταβίβασης του πλειοψηφικού πακέτου του GSI στους Γάλλους έγινε με την Ελλάδα, ερήμην της Κύπρου. Αυτό προκάλεσε εύλογες υποθέσεις ότι η ΚΔ δεν θα ήταν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή θα έθετε εαυτόν εκτός του έργου. Και όλα αυτά παρ' όλο που ο κυβερνητικός εκπρόσωπος πολύ πρόσφατα χαιρέτιζε με «ικανοποίηση» την εν λόγω συμφωνία, που εκτιμούσε ότι η συμμετοχή του γαλλικού κολοσσού «προσδίδει τεράστια δυναμική» στο έργο, που δηλώνει την «κοινή πολιτική» Λευκωσίας και Αθήνας για υλοποίηση της ηλεκτρικής διασύνδεσης. Πάντως η κυβέρνηση απέρριψε φραστικά ότι δεν προτίθεται να συμμετάσχει στο έργο και δήλωσε διά του ΥπΟι ότι αποφάσεις θα ληφθούν μετά από την αξιολόγηση από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και την επικαιροποίση του κόστους.
Ένα τέτοιο έργο όπως ο GSI που η υλοποίησή του θα ανακούφιζε οικονομικά και για πάντα το σύνολο του λαού σίγουρα θα προσέδιδε στον Πρόεδρο πολιτικούς πόντους. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της σημερινής κυπριακής κοινωνίας είναι η ακρίβεια, η οποία σε τεράστιο βαθμό οφείλεται στην τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος. Εάν ξεπεραστεί το γεωπολιτικό ρίσκο, δηλαδή οι εναντιώσεις της Τουρκίας, και αυτό ελπίζεται να επιτευχθεί με τη συμμετοχή του γαλλικού ομίλου και της Κομισιόν, και λυθούν οι οικονομικές διαφορές με τον ΑΔΜΗΕ, τότε δεν υπάρχει προφανής λόγος για ολιγωρία και αναβλητικότητα. Για αυτό και η στάση της κυβέρνησης είναι τουλάχιστον περίεργη. Το πολύ που θα ανέμενε κάποιος από τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη θα ήταν να τραβήξει το ζήτημα μέχρι τις Προεδρικές του ’28 και αυτό θα ήταν κατά κάποιον τρόπο ερμηνεύσιμο. Όμως η εκκρεμότητα συνεχίζεται, άλλα λέει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος και άλλα ο υπουργός Οικονομικών.
Ακολουθώντας τη συνήθη τακτική της, η κυβέρνηση όταν αντιμετωπίζει δυσκολίες, έτσι και τώρα στο θέμα τούτο, ροκανίζει τον χρόνο. Θα χρειαστεί βέβαια να εξηγήσει την αδικαιολόγητη κωλυσιεργία να πάρει αποφάσεις εάν τελικά θα συμμετάσχει οικονομικά σε ένα έργο που η ίδια χαρακτήρισε στρατηγικό και μεγαλεπήβολο.
Θα ήθελα να γίνω κοινωνός των φόβων που με συνέχουν και που εύχομαι να διαψευστώ. Εάν υλοποιηθεί το έργο και γίνει εφικτή η διασύνδεσή μας με την Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη και μειωθεί δραματικά η τιμή του ηλεκτρισμού, τότε θα ανατραπεί η υφιστάμενη οικονομική ισορροπία στα ενεργειακά. Που είναι ένα σύστημα δισεκατομμυρίων το οποίο ελέγχεται από ιδιώτες επιχειρηματίες που έχουν επενδύσει σε ΑΠΕ (φωτοβολταικά πάρκα), συμβατικές μονάδες παραγωγής, σε αποθήκευση ενέργειας και κερδίζουν εκατομμύρια σε βάρος του απλού κόσμου. Υπάρχουν τεράστια συμφέροντα με τα οποία είναι αμφίβολο αν η κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να συγκρουστεί. Οι Προεδρικές επηρεάζουν όλες τις πολιτικές αποφάσεις και όλοι είναι ευάλωτοι κάτω από τέτοιες συνθήκες.
Το σκηνικό είναι ακόμη ρευστό.






