Δεν χρειάζεται πια να αποδειχθεί κάτι για να πληγεί η εμπιστοσύνη. Αρκεί να κλονιστεί. Και στην Κύπρο, το τελευταίο διάστημα, δεν κλονίστηκε απλώς. Τραυματίστηκε σοβαρά. Όχι από ένα μεμονωμένο σκάνδαλο, αλλά από ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Από τη συσσώρευση γεγονότων που όλα μαζί, συνθέτουν μια εικόνα θεσμικής ανεπάρκειας και πολιτικής αδράνειας.
Βίντεο που κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα, καταγγελίες που δεν κλείνουν ποτέ με πειστικές απαντήσεις, έρευνες που ανακοινώνονται αλλά σπάνια καταλήγουν σε καθαρά συμπεράσματα. Και μια κοινωνία που παρακολουθεί, όχι πια με θυμό, αλλά με εκείνη τη γνώριμη, επικίνδυνη παραίτηση: «έτσι λειτουργεί το σύστημα». Αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα. Όχι αν κάθε καταγγελία είναι αληθινή, αλλά ότι η κυβέρνηση Χριστοδουλίδη, δεν πείθει πως μπορεί ή θέλει να τις διαλευκάνει μέχρι τέλους.
Η αστυνομία, για παράδειγμα, δεν δοκιμάζεται μόνο από την εγκληματικότητα. Δοκιμάζεται όταν γίνεται η ίδια μέρος της συζήτησης. Όταν προκύπτουν βίντεο και δημόσιες αναφορές που αφήνουν υπόνοιες για ανοχή, για αδράνεια ή για θολές σχέσεις με πρόσωπα του υποκόσμου. Η απάντηση σε τέτοιες περιπτώσεις δεν μπορεί να εξαντλείται στο «διερευνάται». Διότι η εμπιστοσύνη δεν αποκαθίσταται με τεχνικούς όρους και ανακοινώσεις, αλλά με καθαρές απαντήσεις και ανάληψη ευθύνης. Υποθέσεις «προστασίας», συλλήψεις για εκβιασμούς, συμπλοκές και πυροβολισμοί σε δημόσιους χώρους, ακόμη και κοντά σε αστυνομικές εγκαταστάσεις. Όταν τέτοιες πράξεις εκδηλώνονται με τόση θρασύτητα, το μήνυμα προς την κοινωνία είναι σαφές. Κάποιοι δεν φοβούνται. Και όταν δεν φοβούνται, το πρόβλημα δεν είναι μόνο το έγκλημα και ο υπόκοσμος. Είναι το αίσθημα ότι η αστυνομία δεν ελέγχει πλήρως το πεδίο ή όπως διαφάνηκε στα βίντεο μάλλον συνεργάζεται αποτελεσματικά, κιόλας, με το πεδίο...
Η εποχή των βίντεο-αποκαλύψεων προσθέτει μια ακόμη στρώση στο πρόβλημα. Η περίπτωση της Annie Alexui δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο. Αφορά μια κοινωνία που εμπιστεύεται περισσότερο το κινητό τηλέφωνο παρά τους θεσμούς. Τα βίντεο που «καίνε», οι προσωπικές στοχοποιήσεις και η διαδικτυακή δίκη δημιουργούν ένα παράδοξο. Αποκαλύπτουν, αλλά ταυτόχρονα υπονομεύουν την ίδια τη θεσμική διαδικασία. Το κράτος, υποτίθεται, απαντά με νομικά εργαλεία. Η κοινωνία απαντά με likes στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Και κάπου ανάμεσα χάνεται το ουσιώδες ερώτημα. Γιατί χρειάζεται ένας ιδιώτης να κάνει αυτό που θα έπρεπε να κάνουν οι θεσμοί;
Στην καρδιά της συζήτησης βρίσκεται και ο ανεξάρτητος φορέας κοινωνικής στήριξης. Ένα σχήμα που ιδρύθηκε, δήθεν, για αγαθό σκοπό, αλλά, λειτουργεί στο άμεσο περιβάλλον της πολιτικής εξουσίας και διαχειρίζεται μεγάλα ποσά. Όταν η Νομική Υπηρεσία αρνείται να δώσει στην Επιτροπή Θεσμών της Βουλής τα ονόματα και τα ποσά των δωρητών, το ζήτημα παύει να είναι τεχνικό. Γίνεται βαθιά δημοκρατικό. Διότι χωρίς κοινοβουλευτικό έλεγχο, η διαφάνεια μετατρέπεται σε υπόσχεση καλής πρόθεσης και εγώ δεν γνωρίζω καμιά δημοκρατική χώρα που λειτουργεί με υποσχέσεις.
Όλα αυτά συμβαίνουν επί της παρούσας διακυβέρνησης. Επί της βάρδιας του Νίκου Χριστοδουλίδη, ο οποίος επανειλημμένα δηλώνει ότι θα φύγει από την Προεδρία «με καθαρά χέρια». Η διακήρυξη αυτή, όμως, συγκρούεται με την πραγματικότητα μιας χώρας όπου ζητήματα εισφορών, διαφάνειας και σύγκρουσης συμφερόντων αγγίζουν τον ίδιο και την πρώτη κυρία. Διότι τι σημαίνει, στην πράξη, μια τέτοια άρνηση; Σημαίνει ότι ο κοινοβουλευτικός έλεγχος, ο πυρήνας, δηλαδή, της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, σκοντάφτει σε κλειστές πόρτες. Σημαίνει ότι η κοινωνία καλείται να εμπιστευτεί χωρίς δυνατότητα επαλήθευσης. Και σημαίνει ότι, ακόμη κι αν δεν υπάρχει παρανομία, δημιουργείται το τέλειο περιβάλλον για σύγκρουση συμφερόντων ή, τουλάχιστον, για την εμφάνισή της. Σε μια δημοκρατία, η εμφάνιση διαφθοράς είναι σχεδόν εξίσου διαβρωτική με τη διαφθορά την ίδια.
Οι πρακτικές ανειλικρίνειας του Προέδρου της Δημοκρατίας δεν περιορίζονται μόνο στα πιο πάνω αλλά επεκτείνονται και στο Κυπριακό. Ενώ η κυβέρνηση δηλώνει προσήλωση στη λύση, στην πράξη επιλέγει μια γραμμή που οδηγεί στη στασιμότητα. Οι περίφημες «συγκλίσεις» μέχρι το Κραν Μοντανά δεν έχουν καταγραφεί σε κοινά αποδεκτό έγγραφο και αυτό είναι γνωστό εδώ και χρόνια. Η απαίτηση για εκ των υστέρων καταγραφή τους, χωρίς συμφωνημένο πλαίσιο και χωρίς αποδοχή από την άλλη πλευρά, δεν αποτελεί βήμα προόδου. Αποτελεί ασφαλές άλλοθι για να μη ξεκινήσει τίποτα. Έναν πολιτικά βολικό τρόπο να δηλώνεται πρόθεση χωρίς αποτέλεσμα και να μετατίθεται διαρκώς η ευθύνη.
Ζούμε σε χώρα όπου η διαπλοκή και η ανευθυνότητα ως αίσθηση έχει κανονικοποιηθεί. Όπου οι πολίτες δεν περιμένουν πια κάθαρση, αλλά απλώς τον επόμενο γύρο αποκαλύψεων. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό σημάδι. Η δημοκρατία δεν πεθαίνει μόνο από σκάνδαλα. Πεθαίνει από αδιαφάνεια που βαφτίζεται διαδικασία. Η διαφάνεια δεν είναι επικοινωνιακό σύνθημα όπως θα βόλευε τον Νίκο Χριστοδουλίδη. Είναι πολιτική πράξη. Κι όταν η διαφάνεια και ο έλεγχος απουσιάζουν, η κοινωνία δεν γίνεται πιο δίκαιη, γίνεται πιο κυνική.





