Καθόλου υπερβολή δεν θα ήταν να υποστηριχθεί ότι οι βουλευτικές εκλογές της ερχόμενης Κυριακής θα καταγραφούν ως το εφαλτήριο μιας βαθιάς πολιτικής καμπής για το ίδιο το κομματικό σύστημα και τη λειτουργία της Βουλής. Έστω και αν δεν μιλούμε για το γεγονός ότι δεν διακυβεύεται η εξουσία με την άμεσή της έννοια σε μια προεδρική δημοκρατία. Η επόμενη ημέρα δεν θα κριθεί αποκλειστικά από το ποιο κόμμα θα εξασφαλίσει την πρώτη θέση αλλά, κυρίως, από το κατά πόσον το νέο πολιτικό σκηνικό θα μπορέσει να παράγει στοιχειώδη σταθερότητα, συναινέσεις και λειτουργικότητα μέσα σε ένα περιβάλλον πρωτοφανούς πολυκερματισμού. Οι επιστημονικές αναλύσεις αλλά και η ευρύτερη αντίληψη του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι φωνάζει πλέον ότι την επόμενη βδομάδα το κυπριακό κομματικό σύστημα θα εισέλθει σε μια νέα εποχή.
Οι κυρίαρχοι
Για δεκαετίες, η πολιτική ζωή της χώρας οργανωνόταν γύρω από δύο κυρίαρχους πόλους, τον ΔΗΣΥ και το ΑΚΕΛ, οι οποίοι, παρά τις έντονες ιδεολογικές και πολιτικές τους διαφορές, συγκροτούσαν ένα πλαίσιο σχετικής σταθερότητας. Μαζί με τον ρυθμιστικό ρόλο που διαχρονικά διαδραμάτιζε το ΔΗΚΟ αλλά και την κατά καιρούς δράση της ΕΔΕΚ, το κομματικό σύστημα λειτουργούσε, θα έλεγε κάποιος, με όρους που καθορίζονταν από την ομαλή λειτουργία μέσα από την πρόβλεψη και τους σχεδιασμούς των κυρίαρχων κομματικών σχηματισμών. Οι πολιτικές συμμαχίες είχαν την ευχέρεια της αλλαγής αλλά επικρατούσαν πάντα οι σταθερές ισορροπίες, μέσω των γνωστών διαύλων επικοινωνίας, υπό το βάρος μιας κουλτούρας εσωτερικής αλλά και θεσμικής συνεννόησης. Αυτό το καθεστώς αλλά και αξίωμα, παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε, διασφάλιζε την εύρυθμη λειτουργία της Βουλής. Τα κόμματα έχτισαν ισχυρούς μηχανισμούς επιρροής μέσα στο κράτος, στη δημόσια διοίκηση, στις συντεχνίες και ευρύτερα στην κοινωνία. Δημιούργησαν ένα σύστημα πολιτικής κυριαρχίας που μπορούσε να αναπαράγει τον εαυτό του, ανεξάρτητα από τις κοινωνικές εξελίξεις ή τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
Αβέβαιο μέλλον
Με βάση αυτό το σκεπτικό είναι ξεκάθαρο πως οι εκλογές της ερχόμενης Κυριακής δεν είναι απλώς ακόμη μία εκλογική αναμέτρηση, με αβέβαιο αποτέλεσμα. Είναι ίσως η πιο καθαρή απόδειξη ότι το πολιτικό σύστημα της χώρας βρίσκεται μπροστά σε μια κρίση που το ίδιο δημιούργησε στα χρόνια που πέρασαν. Το κομματικό κατεστημένο, όπως διαμορφώθηκε στο τέλος της δεκαετίας του ’70, δείχνει να χάνει σταδιακά τη νομιμοποίηση και την επιρροή του μέσα στην κοινωνία. Και το πιο ανησυχητικό είναι πως η φθορά αυτή δεν συνοδεύεται απαραίτητα από την εμφάνιση ενός πιο ώριμου και σταθερού πολιτικού μοντέλου. Αντίθετα, η Κύπρος ως χώρα φαίνεται να εισέρχεται σε μια περίοδο πολιτικού κατακερματισμού, έντονης δυσπιστίας και πιθανής θεσμικής δυσλειτουργίας. Αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης και σταδιακής φθοράς με παθογένειες οι οποίες ήταν δημιούργημα του κομματικού κυρίαρχου συστήματος. Η αλαζονεία της εξουσίας, η διαπλοκή, η κομματοκρατία, η απουσία ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων, η αδυναμία αντιμετώπισης της διαφθοράς και η συνεχής ανακύκλωση των ίδιων πολιτικών προσώπων δημιούργησαν μια τεράστια κοινωνική κόπωση. Ένα μεγάλο μέρος των πολιτών δεν πιστεύει πλέον ότι τα παραδοσιακά κόμματα μπορούν να δώσουν λύσεις. Και αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα στις δημοσκοπήσεις αλλά πιθανότατα θα αποτυπωθεί και στο αποτέλεσμα της εκλογικής αναμέτρησης.
Όλο και πιο κάτω
Το γεγονός ότι ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ δυσκολεύονται πλέον να προσεγγίσουν μαζί ακόμη και το 45-46% δεν είναι μια απλή εκλογική μεταβολή. Είναι πολιτική κατάρρευση ενός έντονου διπολικού μοντέλου που κυριάρχησε για δεκαετίες αλλά που πολλές φορές λειτουργούσε συμπληρωματικά το ένα με το άλλο. Οι πολίτες αλλάζουν ρότα όχι μόνο επειδή διαφωνούν πολιτικά αλλά, κυρίως, επειδή δεν εμπιστεύονται πλέον το σύστημα που τα κόμματα αυτά εκπροσωπούν. Και η κρίση εμπιστοσύνης είναι τόσο βαθιά ώστε ακόμη και η έννοια της κομματικής ταύτισης φαίνεται να αποσυντίθεται.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη φθορά των μεγάλων κομμάτων. Το πραγματικά ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι το πολιτικό σύστημα μοιάζει να διαλύεται χωρίς να προκύπτει ακόμη κάτι σταθερό στη θέση του. Η άνοδος μικρότερων ή νεοεμφανιζόμενων κομμάτων δεν είναι αποτέλεσμα πολιτικής ωρίμανσης του συστήματος αλλά, κυρίως, προϊόν οργής, απογοήτευσης και διάθεσης τιμωρίας του παλιού πολιτικού προσωπικού.
Αυτό εξηγεί γιατί η επόμενη Βουλή ενδέχεται να είναι η πιο πολυδιασπασμένη στην ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εάν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις και αν λένε την αλήθεια, μπορεί μια δεκάδα κομμάτων στο Κοινοβούλιο να σημάνει την αρχή ενός εντελώς διαφορετικού πολιτικού περιβάλλοντος, διαφορετικού από αυτό που γνώρισε η χώρα τις τελευταίες δεκαετίες. Και μπορεί η Κύπρος, ως προεδρικό σύστημα, να μην κινδυνεύει τυπικά από ακυβερνησία, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν κινδυνεύει από πολιτική παράλυση.
Ο ρόλος της «τακτικής»
Η κυβέρνηση θα συνεχίσει να υπάρχει, όμως η Βουλή μπορεί να μετατραπεί σε ένα πεδίο συνεχών συγκρούσεων, μπλοκαρισμάτων και μικροκομματικών παζαριών. Τα κυβερνητικά νομοσχέδια θα χρειάζονται πλέον στήριξη από σειρά κομμάτων με εντελώς διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες και πολιτικές σκοπιμότητες. Αυτό σημαίνει ότι κάθε σοβαρή μεταρρύθμιση θα μετατρέπεται σε δύσκολη διαπραγμάτευση, ενώ δεν αποκλείεται αρκετές πρωτοβουλίες να μπλοκάρονται απλώς για λόγους πολιτικού κόστους ή αντιπολιτευτικής τακτικής.
Και εδώ ακριβώς φαίνεται η μεγάλη ευθύνη του ίδιου του κομματικού κατεστημένου. Για χρόνια τα μεγάλα κόμματα λειτούργησαν με τη βεβαιότητα ότι ο έλεγχος του κρατικού μηχανισμού και των παραδοσιακών κομματικών δικτύων αρκούσε για να διατηρούν την κυριαρχία τους. Δεν επένδυσαν ουσιαστικά στην ανανέωση, δεν οικοδόμησαν εμπιστοσύνη με τη νέα γενιά και δεν κατάφεραν να προσαρμοστούν στις κοινωνικές αλλαγές. Αντίθετα, συχνά αντιμετώπιζαν την κοινωνική δυσαρέσκεια με αλαζονεία ή επικοινωνιακή διαχείριση.
Δεν τους πιστεύουν
Το αποτέλεσμα είναι σήμερα να βλέπουμε μια κοινωνία που δεν πιστεύει σχεδόν κανέναν. Η αποχή παραμένει τεράστια, οι αναποφάσιστοι βρίσκονται σε πρωτοφανή επίπεδα, η χθεσινή τελευταία μέτρηση της Noverna για λογαριασμό του «Π» δείχνει ακόμη πως ένας στους πέντε ψηφοφόρους δεν έχουν αποφασίσει πώς θα ρίξουν την ψήφο τους στις κάλπες, ενώ όλο και περισσότεροι ψηφοφόροι κινούνται περιστασιακά, χωρίς σταθερές πολιτικές αναφορές. Οι πολίτες ψηφίζουν περισσότερο για να τιμωρήσουν παρά για να στηρίξουν ένα συνεκτικό πολιτικό σχέδιο.
Αυτό το κενό επιχειρούν να καλύψουν νέα πολιτικά σχήματα, αρκετά από τα οποία επενδύουν σχεδόν αποκλειστικά στην αντισυστημική ρητορική. Η οργή απέναντι στο παλιό πολιτικό σύστημα είναι υπαρκτή και δικαιολογημένη. Όμως δεν σημαίνει ότι κάθε δύναμη που αυτοπαρουσιάζεται ως «αντισυστημική» διαθέτει και σοβαρή πολιτική πρόταση. Σε αρκετές περιπτώσεις, βλέπουμε κόμματα που καλλιεργούν εύκολες βεβαιότητες, εκφραστές φοβικών συνθημάτων και μια γενικευμένη λογική καταγγελίας, χωρίς ουσιαστικές λύσεις.
Πολιτική ένταση
Θα πρέπει να σημειωθεί ακόμη ένας κίνδυνος. Η νέα Βουλή ενδέχεται να λειτουργήσει σε ένα κλίμα μόνιμης πολιτικής έντασης. Όταν ένα πολιτικό σύστημα κατακερματίζεται τόσο έντονα, αυξάνεται ο κίνδυνος οι πολιτικές δυνάμεις να επενδύουν περισσότερο στη σύγκρουση και λιγότερο στη συνεννόηση. Κόμματα με μικρά ποσοστά μπορεί να αποκτήσουν δυσανάλογη ισχύ, λειτουργώντας ως ρυθμιστές κρίσιμων αποφάσεων ή ακόμη και ως μηχανισμοί πολιτικού εκβιασμού μέσα στη νομοθετική διαδικασία.
Η επόμενη μέρα λοιπόν δεν θα είναι εύκολη. Φαντάζει δε μέγιστη ειρωνεία το γεγονός ότι το ίδιο το κομματικό κατεστημένο, που σήμερα βρίσκεται σε πορεία φθοράς, είναι αυτό που διαμόρφωσε τις συνθήκες της αποσταθεροποίησης. Για χρόνια προτεραιότητα δεν ήταν η ενίσχυση των θεσμών, η αξιοκρατία ή η παραγωγή σοβαρής πολιτικής αλλά η συντήρηση κομματικών μηχανισμών εξουσίας. Το πολιτικό προσωπικό λειτούργησε πολλές φορές περισσότερο ως διαχειριστής πελατειακών ισορροπιών παρά ως φορέας μεταρρυθμίσεων.
Σήμερα, όμως, ο λογαριασμός επιστρέφει στο ίδιο το σύστημα. Η κοινωνία δεν δείχνει πλέον διατεθειμένη να δώσει λευκή επιταγή σε κανέναν. Το πρόβλημα είναι ότι η κατάρρευση της εμπιστοσύνης δεν παράγει αυτόματα και καλύτερη πολιτική. Μπορεί να παραγάγει μεγαλύτερη αστάθεια, περισσότερη πόλωση και ένα Κοινοβούλιο ανίκανο να λειτουργήσει αποτελεσματικά.







