Τα Πράσινα κόμματα στην Ευρώπη υπήρξαν για δεκαετίες η πολιτική έκφραση μιας ιδέας που ξεπερνούσε τα παραδοσιακά δίπολα:, ότι η οικολογία δεν είναι θεματάκι, αλλά όρος επιβίωσης. Από τα αντιπυρηνικά κινήματα της δεκαετίας του ’70 μέχρι την είσοδό τους σε κυβερνήσεις του 21ου αιώνα, οι Πράσινοι διένυσαν μια διαδρομή από το περιθώριο στο κέντρο. Σήμερα όμως βρίσκονται μπροστά σε μια νέα, πιο σύνθετη πρόκληση, για το πώς θα παραμείνουν δύναμη αλλαγής σε μια Ευρώπη που ταλανίζεται από πολέμους, ακροδεξιά άνοδο και κοινωνική ανασφάλειας. Η μεγάλη άνοδος των Πράσινων κορυφώθηκε την περίοδο 2018–2021.
Η κλιματική κρίση μπήκε επιτέλους στην κορυφή της πολιτικής ατζέντας, τα νεανικά κινήματα όπως οι Fridays for Future έδωσαν μαζικότητα και η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία δημιούργησε την αίσθηση ότι κάτι αλλάζει. Στη Γερμανία, οι Πράσινοι έφτασαν σε ιστορικά ποσοστά και συμμετέχουν στην κυβέρνηση. Στη Γαλλία, σε πόλεις όπως η Λυών και το Μπορντό, κατέκτησαν δημαρχίες. Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αποτέλεσαν κρίσιμη δύναμη πίεσης. Όμως η πορεία αυτή δεν ήταν γραμμική. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται κάμψη σε αρκετές χώρες. Οι λόγοι είναι πολλοί. Πρώτον, η ενεργειακή κρίση και ο πόλεμος στην Ουκρανία έφεραν στο προσκήνιο την ασφάλεια και το κόστος ζωής, συχνά εις βάρος της οικολογικής συζήτησης. Δεύτερον, η Ακροδεξιά κατάφερε να παρουσιάσει την πράσινη μετάβαση ως ελίτ πολυτέλεια που τιμωρεί τους αγρότες και τα λαϊκά στρώματα. Τρίτον, οι ίδιοι οι Πράσινοι, όπου συμμετείχαν σε κυβερνήσεις, βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον συμβιβασμό, άλλο η ριζοσπαστική οικολογία της αντιπολίτευσης και άλλο η διαχείριση ενός κράτους που λειτουργεί με όρους αγοράς. Το βασικό δίλημμα είναι σαφές, θα παραμείνουν οι Πράσινοι ένα κόμμα ηθικής διαμαρτυρίας ή θα γίνουν ηγεμονική δύναμη κοινωνικής αλλαγής; Για να συμβεί το δεύτερο, χρειάζεται μια στρατηγική ανασύνταξη. Πρώτα απ’ όλα, η οικολογία πρέπει να συνδεθεί οργανικά με την κοινωνική δικαιοσύνη. Δεν υπάρχει πράσινη πολιτική που να επιβιώνει αν εκλαμβάνεται ως φόρος στους φτωχούς και επιδότηση στους πλούσιους. Η μετάβαση πρέπει να σημαίνει δημόσιες επενδύσεις, προστασία των εργαζομένων, ενεργειακή δημοκρατία και όχι απλώς αγορά ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Οι Πράσινοι οφείλουν να μιλήσουν τη γλώσσα της καθημερινής ζωής, λογαριασμοί, στέγη, μεταφορές, εργασία. Δεύτερον, χρειάζεται σύγκρουση με τα μεγάλα συμφέροντα.
Η κλιματική κρίση δεν θα λυθεί με ευγενικές εκκλήσεις, αλλά με πολιτική αντιπαράθεση απέναντι στα λόμπι των ορυκτών καυσίμων, της αγροβιομηχανίας και της ανεξέλεγκτης ανάπτυξης. Οι Πράσινοι δεν μπορούν να είναι απλώς διαχειριστές μιας πράσινης αγοράς. Πρέπει να είναι φορείς οικολογικού μετασχηματισμού. Τρίτον, οφείλουν να απαντήσουν στον εθνικισμό και την ακροδεξιά όχι με τεχνοκρατία, αλλά με όραμα. Η πράσινη πολιτική είναι βαθιά πατριωτική με την ουσιαστική έννοια, προστατεύει τη γη, το νερό, το μέλλον των κοινωνιών. Αν οι Πράσινοι αφήσουν αυτό το πεδίο στους δημαγωγούς, θα χάσουν. Τέλος, πρέπει να επανασυνδεθούν με τα κινήματα, τη νεολαία, τις τοπικές κοινωνίες. Η δύναμή τους ήταν πάντα η κοινωνική βάση, όχι οι υπουργικές καρέκλες. Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια εποχή πολλαπλών κρίσεων. Η κλιματική κατάρρευση δεν θα περιμένει τις εκλογικές ισορροπίες. Τα Πράσινα κόμματα είτε θα εξελιχθούν σε πρωταγωνιστές μιας νέας κοινωνικής συμφωνίας, είτε θα περιοριστούν σε υποσημείωση της ιστορίας. Το μέλλον τους θα κριθεί από το αν θα τολμήσουν να είναι αυτό που υποσχέθηκαν: η πολιτική της επιβίωσης, αλλά και της δικαιοσύνης.
*Μέλους Κινήματος Οικολόγων





