Η γεωπολιτική ένταση στη Μέση Ανατολή και η σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν δεν δείχνει, να βαίνει προς εκτόνωση. Αντιθέτως, τα δεδομένα συγκλίνουν στο ότι ο πόλεμος αποκτά χαρακτηριστικά παρατεταμένης κρίσης, χωρίς ορατή διέξοδο ή σαφή προοπτική τερματισμού. Για την παγκόσμια οικονομία – και κατ’ επέκταση για μικρές, ανοικτές οικονομίες όπως η κυπριακή – αυτό μεταφράζεται σε παρατεταμένη αβεβαιότητα, αστάθεια στις τιμές ενέργειας και αυξημένους κινδύνους για την ανάπτυξη.
Η αβεβαιότητα έχει κόστος. Επηρεάζει άμεσα τις επενδυτικές αποφάσεις, επιβαρύνει το κόστος χρηματοδότησης και διαβρώνει την καταναλωτική εμπιστοσύνη. Όταν οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να προβλέψουν το ενεργειακό κόστος ή τη ζήτηση, παγώνουν επενδυτικά σχέδια. Όταν τα νοικοκυριά βλέπουν τις τιμές να παραμένουν ευμετάβλητες, περιορίζουν την κατανάλωση. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος επιβράδυνσης, που μπορεί να πλήξει την πραγματική οικονομία.
Σε αυτό το περιβάλλον, χρειάζονται παρεμβάσεις, που θα βάζουν ανάχωμα στην έλλειψη εμπιστοσύνης. Η εμπειρία της πανδημίας του COVID-19 και της έντονης πληθωριστικής κρίσης που ακολούθησε, είναι ακόμη νωπή. Τότε, τα κράτη αναγκάστηκαν να κινηθούν υπό πίεση, συχνά με υψηλό δημοσιονομικό κόστος, προκειμένου να στηρίξουν επιχειρήσεις και εργαζομένους. Η κρίση ανέδειξε, τόσο την αξία των έγκαιρων παρεμβάσεων, όσο και το κόστος της καθυστέρησης.
Το μάθημα είναι σαφές. Τα μέτρα πρέπει να σχεδιάζονται, πριν η κρίση μετατραπεί σε ύφεση. Η προστασία της αγοραστικής δύναμης των πολιτών οφείλει να βρίσκεται στο επίκεντρο. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από στοχευμένες πολιτικές, από την ενίσχυση των ευάλωτων ομάδων, μέχρι παρεμβάσεις για τη συγκράτηση του ενεργειακού κόστους και την ενίσχυση του ανταγωνισμού στην αγορά.
Ταυτόχρονα, η περίοδος σχετικής σταθερότητας – όποτε αυτή εμφανίζεται – δεν πρέπει να σπαταλάται. Αντιθέτως, είναι η κατάλληλη στιγμή για μεταρρυθμίσεις, που ενισχύουν την ανθεκτικότητα της οικονομίας. Στην Κύπρο χρειαζόμαστε διαφοροποίηση του ενεργειακού μείγματος, επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού και ενίσχυση της παραγωγικότητας. Οι «καλές εποχές» είναι αυτές, που επιτρέπουν τον σχεδιασμό, χωρίς την πίεση του επείγοντος.
Η απουσία ορατού τέλους στη σύγκρουση στο Ιράν, δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού. Αν κάτι μας δίδαξαν οι πρόσφατες κρίσεις, είναι, ότι η προετοιμασία και η έγκαιρη δράση καθορίζουν το βάθος των επιπτώσεων. Χρειάζεται στρατηγική, διορατικότητα και πολιτική βούληση, πριν η αβεβαιότητα μετατραπεί σε κρίση με πραγματικό κόστος για την κοινωνία. Η κυβέρνηση πρέπει να κινηθεί με ταχύτητα και να παρουσιάσει το σχέδιο της, αξιοποιώντας τα δημοσιονομικά περιθώρια.






