Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι από τα πιο νεαρά κράτη στην παγκόσμια σκηνή. Το να παρουσιάζει ελλείμματα και αδυναμίες η δημοκρατία της είναι αναμενόμενο και φυσιολογικό. Το να βρεθούν όμως σε ρόλο ρυθμιστή του κοινοβουλίου της άνθρωποι που «δεν ξέρουν που παν τα τέσσερά τους» κάθε άλλο παρά φυσιολογικό και αναμενόμενο είναι. Αντίθετα με ό,τι κηρύττουν λογής λογής πολέμιοι της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, αυτή η τροπή δεν αποτελεί αναπόφευκτο γνώρισμα του πολιτεύματος, αλλά πολύ συγκεκριμένη εντόπια παραφθορά του.
Η κομματοκρατία
Πηγή αυτής της εξέλιξης είναι η άλωση του πολιτεύματος από την κομματοκρατία. Μετανεξαρτησιακά το κυπριακό κράτος ελέγχθηκε και διοικήθηκε από τους αγωνιστές της ΕΟΚΑ και την Εκκλησία. Πρώτος Πρόεδρος του νεοσύστατου κράτους εξελέγη ένας κληρικός και όχι πολιτικός. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος. Μετά το θάνατο του Μακαρίου ελέγχθηκε και διοικήθηκε από την κομματοκρατία. Τα κυβερνώντα κόμματα έχουν, για τις δεκαετίες που ακολούθησαν το θάνατο του Μακαρίου το 1977, ως διαρκή προτεραιότητα την κατοχή της εξουσίας μέσω της στρατηγικής των πελατειακών σχέσεων. Η κομματική άλωση και ο ασφυκτικός κομματικός έλεγχος του κράτους οδήγησαν σταδιακά, ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση του 2013, μεγάλα τμήματα της κοινωνίας στο να απαιτούν εμβάθυνση της δημοκρατίας προς όφελος των πολιτών και όχι των κομμάτων. Αυτή η αντίδραση της κοινωνίας εκδηλώθηκε στις τελευταίες Ευρωεκλογές με το φαινόμενο του Φειδία Παναγιώτου. Τα παραδοσιακά κόμματα συνέχισαν να αγνοούν το αίτημα της κοινωνίας.
Το σήμερα εδώ
Και φθάσαμε σήμερα μπροστά στον κίνδυνο η πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων, να περάσει στα χέρια δεδηλωμένων εχθρών της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και ανθρώπων, που δεν έχουν ιδέα για το τι συνεπάγεται ο ρόλος του εκπροσώπου του λαού. Ανθρώπους που νομίζουν ότι η Βουλή είναι χώρος για χαβαλέ. Στις παραμονές εκλογών, από την έκβαση των οποίων εξαρτάται η πολιτική επιβίωση κομμάτων και προσώπων, δεν μπορεί να διεξαχθεί ουσιαστικός και γόνιμος διάλογος για το μέγα θέμα της απελευθέρωσης του πολιτικού συστήματος από την κομματοκρατία. Σύντομα όμως ο διάλογος αυτός πρέπει να γίνει. Και πρέπει να γίνει με κάθε σοβαρότητα. Ο διάλογος όμως, για τα πολιτειακά και άλλα μέτρα που μπορούν να συμβάλουν στην αναβάθμιση του κοινωνικού και πολιτικού βίου, έχει μια απαραίτητη προϋπόθεση: την αναγνώριση ότι η φιλελεύθερη, προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία αποτελεί το μόνιμο και σταθερό πολιτικό πλαίσιο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Οι πολιτειακοί θεσμοί
Χωρίς τη σταθερότητα και την ασφάλεια που παρέχουν οι πολιτειακοί θεσμοί, η ελευθερία είναι κενό γράμμα. Γνωρίζουμε ότι η δημοκρατία είναι το ανοιχτό πολίτευμα της ελευθερίας του λόγου, της αμφισβήτησης ακόμη και των ίδιων των αρχών της, είναι ένα ριψοκίνδυνο πολίτευμα, που επαφίεται στην πολιτική συνείδηση των πολιτών. Γι’ αυτό και η καλλιέργεια αυτής ακριβώς της πολιτικής συνείδησης αποτελεί μέριμνα της παιδείας της δημοκρατίας. Δεν μπορεί να υπάρξει κοινοβουλευτική δημοκρατία χωρίς την ασφάλεια, που προσφέρουν τα Δικαστήρια και οι λειτουργοί της Δικαιοσύνης. Κι όμως στον τόπο μας ένας άνθρωπος που οι δικαστές του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου έκριναν τεκμηριωμένα ακατάλληλο, για το σημαντικό αξίωμα του Γενικού Ελεγκτή, φιγουράρει στις δημοσκοπήσεις σαν ο εκλεκτός μιας σημαντικής μερίδας του λαού, για να συμβάλει στο να διορθωθούν τα κακώς έχοντα στο κράτος μας. Ένας άνθρωπος που μίλησε απαξιωτικά για τους δικαστές του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και που κατ’ επέκταση δεν σέβεται έναν από τους κορυφαίους πυλώνες της δημοκρατίας, πώς είναι δυνατόν να μπορεί να συμβάλει στην αναβάθμιση του κοινωνικού και πολιτικού βίου;
Οι εχθροί της δημοκρατίας
Το γεγονός ότι το δικαίωμα λόγου είναι σεβαστό προς όλους, αυτό δεν σημαίνει, ότι στον διάλογο για τη βελτίωση της δημοκρατίας συμμετέχουν ισότιμα και οι δεδηλωμένοι εχθροί της δημοκρατίας. Αυτός που κρίνει, ότι το πρόβλημα είναι το ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα και όχι η δια της κομματοκρατίας αλλοίωση του δεν έχει πρόθεση να βελτιώσει το πολίτευμα, αλλά να το καταλύσει. Αν αυτό επιθυμούμε ως κοινωνία, τίποτα δεν θα μας εμποδίσει να εγκαθιδρύσουμε δικτατορία. Έχει, όμως, σημασία μεγάλη αυτή η κατάληξη, να είναι συνέπεια συνειδητής επιλογής και όχι βλακώδους εμπιστοσύνης προς όσους επικαλούνται το αξιακό πλαίσιο της δημοκρατίας, για να το κουρελιάσουν, μόλις η κοινωνία, τους δώσει τη δύναμη να το κάνουν. Για να μην έρθει ο καλός φίλος Λοΐζος Πουργουρίδης και να μου πει, ότι αυτοί στους οποίους αναφέρομαι έχουν όνομα και καλά είναι να τους ονοματίζω, αναφέρομαι ασφαλώς στους κυρίους του ΕΛΑΜ. Και σε κάποιους Ελληναράδες που μας ελεεινολογούν ως τουρκοπροσκυνημένους επειδή επιμένουμε στο να βρούμε μια συμβιβαστική λύση με τους συμπατριώτες μας Τουρκοκύπριους. Λοιπόν, πολλοί από αυτούς τους Ελληναράδες έχουν σφιχταγκαλιάσει το ΕΛΑΜ, γιατί νομίζουν πως μαζί θα ρίξουν τους Τούρκους στη θάλασσα. Σαν ένας καθαρόαιμος Κύπριος, περήφανος όμως και για την ελληνική μου καταγωγή, και συνάμα λάτρης της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, λέω σ’ αυτούς τους κυρίους: Περισσότερο από πολλούς άλλους, οι Έλληνες θα έπρεπε να μπορούν να αναγνωρίσουν έναν Δούρειο Ίππο μόλις τον δουν....
Η Λευκορωσία
Τις προάλλες με πήρε τηλέφωνο ένας Λευκορώσος γνωστός αγωνιστής της Δημοκρατίας. Εξεπλάγηκα όταν άκουσα τη φωνή του, γιατί νόμιζα πως είναι φυλακή. Ήταν για να με προσκαλέσει ως ομιλητή σε μια σύναξη, που θα διοργανώσουν οι αντικαθεστωτικοί στην Πολωνία. Όταν έκλεισα το τηλέφωνο σκέφθηκα πόσο τυχεροί είμαστε, που ζούμε στην Κύπρο στην οποία η δημοκρατία που έχουμε – και τη θεωρούμε προβληματική, ανεπαρκή και ό,τι άλλο – θα ήταν για τους Λευκορώσους όνειρο θερινής νυκτός. Όνειρο για ένα λαό που στον πόλεμο κατά του φασισμού είχε, με βάση το πληθυσμό της χώρας, το μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων από όλες τις άλλες χώρες, που πολέμησαν για την ελευθερία. Και είπα μέσα μου, η προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία που έχουμε, έστω και αν δίκαια μπορεί να χαρακτηριστεί σαν φιλελεύθερη ολιγαρχία, είναι προτιμότερη από την ανελεύθερη τυραννία. Μπορεί η Λευκορωσία να είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που το Συμβούλιο της Ευρώπης θεωρεί ότι διαθέτει δικτατορικό καθεστώς, αλλά το 80%, ίσως και περισσότερο, των κατοίκων του πλανήτη, ζουν σε πολιτεύματα που απέχουν πολύ από την υποτυπώδη έστω έκφανση της δημοκρατίας.
Να μείνουμε ικανοποιημένοι;
Να μείνουμε ικανοποιημένοι και εφησυχασμένοι σε αυτό που έχουμε, επειδή υπάρχουν και χειρότερα; Όχι, βέβαια. Η προσπάθεια βελτίωσης της κοινωνικής και πολιτικής ζωής δεν σταματά. Αλλά είναι πράγμα, να αγωνίζεσαι για να βελτιώσεις αυτά που έχεις – που σημαίνει ότι αναγνωρίζεις, πρώτον, ότι κάτι έχεις και δεύτερον, αυτό το κάτι έχει κάποια αξία – και άλλο να διαμαρτύρεσαι διαρκώς, ότι δεν έχεις τίποτε. Και να επιτρέπεις έτσι, σε αυτούς που δεν θέλουν να βελτιώσουν την πολιτική ζωή αλλά να τη βάλουν στο γύψο και σε αυτούς που θέλουν να τη μετατρέψουν σ’ ένα περιφερόμενο τσίρκο, να κάνουν το παιγνίδι τους.
Του Χρήστου Πουργουρίδη






