Σήμερα, αν αρρωστήσεις, μπορείς να τηλεφωνήσεις στον προσωπικό σου γιατρό, να πάρεις παραπεμπτικό, να κλείσεις ραντεβού με ειδικό, να κάνεις εξετάσεις, να πας στο φαρμακείο με συνταγή, να εισαχθείς σε νοσηλευτήριο χωρίς να σκέφτεσαι το οικονομικό κομμάτι. Επτά χρόνια πριν, αυτό δεν ήταν αυτονόητο. Πριν από την εφαρμογή του Γενικού Συστήματος Υγείας (ΓεΣΥ), το οποίο μας συστήθηκε την 1η Ιουνίου 2019, η ασθένεια στην Κύπρο συνοδευόταν συχνά από ένα δεύτερο άγχος: «Πόσο θα κοστίσει;». Μια επίσκεψη σε ειδικό γιατρό, μια εξέταση, μια χρόνια αγωγή, μια νοσηλεία μπορούσαν να γίνουν οικογενειακός προϋπολογισμός, αναβολή ή επιλογή ανάγκης. Για πολλούς πολίτες, η υγεία δεν ήταν μόνο θέμα διάγνωσης και θεραπείας, αλλά και θέμα δυνατότητας.
Το ΓεΣΥ ήρθε να αλλάξει αυτόν τον κανόνα. Στην πρώτη του επταετία έφερε τον πολίτη πιο κοντά στον γιατρό, στο φάρμακο, στην εξέταση και στη νοσηλεία. Δεν έλυσε όλες τις παθογένειες της υγείας, ούτε εξαφάνισε τις ανισότητες. Δημιούργησε, όμως, ένα νέο σημείο εκκίνησης, ότι ο ασθενής δεν μένει μόνος απέναντι στο κόστος της φροντίδας.
Ακριβώς γι’ αυτό, η συζήτηση για τα επτά χρόνια του ΓεΣΥ δεν μπορεί να περιοριστεί σε έναν ακόμη απολογισμό επιτυχιών και προβλημάτων. Το ερώτημα δεν είναι πια αν η Κύπρος χρειαζόταν ένα καθολικό σύστημα υγείας. Η απάντηση έχει δοθεί στην πράξη. Το ερώτημα είναι τι είδους σύστημα έχει χτιστεί και τι πρέπει να γίνει από εδώ και πέρα για να γίνει καλύτερο. Για να απαντηθεί αυτό, δεν αρκεί να μετρηθεί πόσοι γιατροί εντάχθηκαν, πόσες επισκέψεις έγιναν ή πόσες συνταγές εκτελέστηκαν. Χρειάζεται να δούμε το ΓεΣΥ εκεί όπου δοκιμάζεται, ή καλύτερα «τεστάρεται» καθημερινά. Στην πρόληψη, στον χρόνο πρόσβασης, στη στήριξη των ανθρώπων που χρειάζονται συνεχή φροντίδα και στην ικανότητά του να μετρά ποιότητα, όχι μόνο ποσότητα.
1ο τεστ: Προλαμβάνει αυτά που σκοτώνουν;
Το πρώτο τεστ για ένα σύστημα υγείας που έχει κλείσει την πρώτη του επταετία δεν είναι πόσες εξετάσεις μπορεί να αποζημιώσει, αλλά αν μπορεί να προλάβει την ασθένεια πριν αυτή γίνει διάγνωση, εισαγωγή ή επιπλοκή. Στο Country Health Profile 2025 για την Κύπρο καταγράφεται ότι στις κύριες αιτίες θνησιμότητας που μπορούν να αντιμετωπιστούν με έγκαιρη και αποτελεσματική φροντίδα περιλαμβάνονται η ισχαιμική καρδιοπάθεια, ο διαβήτης, ο καρκίνος παχέος εντέρου και μαστού και τα εγκεφαλικά επεισόδια.
Αν, λοιπόν, γνωρίζουμε τι αρρωσταίνει και τι σκοτώνει, το ερώτημα για το ΓεΣΥ γίνεται πολύ συγκεκριμένο. Υπάρχει οργανωμένος μηχανισμός για να εντοπίζεται έγκαιρα ο κίνδυνος; Μετριέται πόσοι πολίτες ελέγχονται για πίεση, σάκχαρο, χοληστερόλη; Παρακολουθείται αν οι ασθενείς με υπέρταση, ή διαβήτη, είναι ρυθμισμένοι; Υπάρχει ενεργή υπενθύμιση για τις προληπτικές εξετάσεις ή η πρόληψη παραμένει υπόθεση του πολίτη που θα θυμηθεί, θα ρωτήσει, θα επιμείνει;
Προς αυτή την κατεύθυνση, η ένταξη βασικών εργαστηριακών εξετάσεων ρουτίνας για ασυμπτωματικούς ενήλικες είναι ένα θετικό βήμα στην προσπάθεια να χτιστεί κουλτούρα πρόληψης. Το ΓεΣΥ καλύπτει, υπό προϋποθέσεις, εξετάσεις όπως:
- Γενική αίματος,
- σάκχαρο νηστείας,
- ουρία,
- κρεατινίνη,
- έλεγχο νεφρικής λειτουργίας,
- ηπατικά ένζυμα, χοληστερόλη και
γενική ούρων.
Με διαφορετική, βεβαίως, συχνότητα ανά ηλικιακή ομάδα:
- Κάθε πέντε χρόνια για τους 18-44,
- Κάθε δύο χρόνια για τους 45-64 και
- Κάθε χρόνο για τους άνω των 65.
Σε μια χώρα όπου η υπέρταση, ο διαβήτης, τα καρδιαγγειακά και οι παράγοντες κινδύνου που τα συνοδεύουν παραμένουν σοβαρή πρόκληση για τη δημόσια υγεία, τέτοιες εξετάσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως σημείο έγκαιρου εντοπισμού και όχι απλώς ως ακόμη μία ιατρική πράξη.
Πενιχρή συμμετοχή στην πρόληψη
Το παράδειγμα του τεστ Παπανικολάου δείχνει ακόμη πιο καθαρά τι σημαίνει πρόληψη στην πράξη. Δεν πρόκειται για μια ακόμη εξέταση ρουτίνας. Είναι εξέταση που μπορεί να εντοπίσει προκαρκινικές αλλοιώσεις και να προλάβει την εξέλιξή τους σε καρκίνο του τραχήλου της μήτρας. Το ΓεΣΥ την παρέχει από την πρώτη ημέρα εφαρμογής του, ενώ για γυναίκες χωρίς συμπτώματα ή σχετικό ιστορικό η συχνότητα έχει καθοριστεί ανά δύο χρόνια μέχρι την ηλικία των 65 ετών.
Παρόλα αυτά, τα στοιχεία δείχνουν ότι η ύπαρξη της εξέτασης δεν σημαίνει αυτόματα και συμμετοχή. Συγκεκριμένα, σε τεστ Παπανικολάου υποβλήθηκε το 22.3% των δικαιούχων γυναικών το 2024 και το 21% το 2025, με την κάλυψη για τα δύο έτη συνολικά να φτάνει στο 42.7%. Την ίδια ώρα, η Κύπρος σχεδιάζει την εφαρμογή πληθυσμιακού προγράμματος προσυμπτωματικού ελέγχου για τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας, ενώ η εθνική στρατηγική για τον καρκίνο θέτει ως στόχο τη συμμετοχή του 80% των επιλέξιμων γυναικών.
Το ίδιο ισχύει και για την οδοντιατρική πρόληψη. Ο ετήσιος προληπτικός έλεγχος υπάρχει, όμως αξιοποιείται περιορισμένα. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία τις ετήσιες οδοντιατρικές υπηρεσίες μέσω ΓεΣΥ αξιοποίησε το 32.7% των δικαιούχων το 2024 και το 34.1% το 2025. Ένας καθαρισμός μπορεί να είναι καλυμμένος, αλλά αν ο έλεγχος δείξει ότι χρειάζεται σφράγισμα, απονεύρωση ή άλλη θεραπεία, ο ασθενής γνωρίζει ότι η συνέχεια μπορεί να τον οδηγήσει ξανά στην ιδιωτική δαπάνη. Έτσι, μια υπηρεσία που μπήκε στο ΓεΣΥ ως πρόληψη κινδυνεύει να λειτουργεί με αστερίσκο, καθώς υπάρχει, αλλά δεν αρκεί πάντα για να αλλάξει συμπεριφορά ή να αποτρέψει το πρόβλημα πριν μεγαλώσει.
Εδώ, ο ρόλος του προσωπικού γιατρού είναι καθοριστικός. Αν ο θεσμός περιορίζεται στην έκδοση παραπεμπτικών, τότε το ΓεΣΥ χάνει το πιο σημαντικό εργαλείο πρόληψης που διαθέτει. Αν, αντίθετα, ο προσωπικός γιατρός λειτουργεί ως σημείο παρακολούθησης του πληθυσμού του, τότε μπορεί να γίνει ο άνθρωπος που θυμίζει, ελέγχει, συνδέει και παρεμβαίνει πριν η ασθένεια προχωρήσει.
2ο: Εξυπηρετεί εγκαίρως;
Το δεύτερο τεστ είναι ο χρόνος. Γιατί η πρόσβαση δεν κρίνεται μόνο από το αν μια υπηρεσία καλύπτεται, αλλά και από το πότε μπορεί να την πάρει ο ασθενής. Υπάρχουν ειδικότητες γιατρών όπου η αναμονή ξεπερνά τους 6 μήνες ή ακόμη και τον ένα χρόνο. Κλείνεις ραντεβού σε ενδοκρινολόγο για παράδειγμα, μέσα του 2026 για να σε εξετάσει ο γιατρός, στην καλύτερη των περιπτώσεων εντός του πρώτου τριμήνου του 2027. Το πρόβλημα είναι ακόμη πιο έντονο σε ειδικότητες όπου σχετίζονται με παιδιά, πχ παιδορευματολόγος, γεγονός που συνδέεται και με τον πολύ μικρό αριθμό που διαθέτουμε ως χώρα σε γιατρούς συγκεκριμένων ειδικοτήτων.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο έντονο σε ειδικότητες που συνδέονται με ασθένειες, χρόνια νοσήματα που ευδοκιμούν στη χώρα μας. Τα καρδιαγγειακά νοσήματα για παράδειγμα είναι η πρώτη αιτία θανάτων στην Κύπρο, με περίπου 2.000 θανάτους ετησίως, την ίδια στιγμή που ένας στους δέκα ενήλικες είναι διαβητικός.
Αφού ο διαβήτης και τα καρδιαγγειακά βρίσκονται ανάμεσα στις μεγάλες προκλήσεις υγείας της Κύπρου, τότε η πρόσβαση σε ενδοκρινολόγους και καρδιολόγους δεν είναι πολυτέλεια. Αν ο καρκίνος του παχέος εντέρου είναι από τις παθήσεις που μπορούν να αντιμετωπιστούν καλύτερα με έγκαιρη διάγνωση, τότε η πρόσβαση σε γαστρεντερολόγο και σε σχετικές εξετάσεις έχει προληπτική αξία. Αν ένα παιδί παρουσιάζει αναπτυξιακή δυσκολία, ΔΕΠΥ ή στοιχεία στο φάσμα του αυτισμού, η αναμονή για παιδοψυχίατρο, παιδονευρολόγο ή άλλες αξιολογήσεις δεν είναι απλώς καθυστέρηση ραντεβού. Είναι χαμένος χρόνος πρώιμης παρέμβασης.
Επείγοντα παραπεμπτικά
Ο ΟΑΥ επιχείρησε να αντιμετωπίσει μέρος του προβλήματος με τη ρύθμιση για τα επείγοντα παραπεμπτικά. Οι ειδικοί γιατροί εξυπηρετούν ασθενείς με «επείγον» παραπεμπτικό το αργότερο εντός δέκα ημερών από την ημέρα που ο παραπέμπων γιατρός ζητά ραντεβού. Πρόκειται για σημαντική παρέμβαση, γιατί αναγνωρίζει ότι δεν μπορεί κάθε περιστατικό να μπαίνει στην ίδια ουρά. Δεν λύνει, όμως, το συνολικό ζήτημα των μη επειγόντων αλλά ουσιαστικών αναγκών, εκείνων που δεν θεωρούνται επείγουσες, αλλά δεν μπορούν και να περιμένουν μήνες χωρίς κόστος για τον ασθενή.
Αυτό ακριβώς είναι το κενό που πρέπει να μετρηθεί. Σήμερα ο ασθενής γνωρίζει ότι έχει δικαίωμα να επιλέξει ειδικό γιατρό και ότι το κανονικό παραπεμπτικό έχει συγκεκριμένη διάρκεια και αριθμό επισκέψεων. Για τους χρόνιους ασθενείς υπάρχει και μακροχρόνιο παραπεμπτικό, το οποίο ισχύει για 12 επισκέψεις και 12 μήνες. Όμως το παραπεμπτικό απαντά στο «δικαιούμαι». Δεν απαντά πάντα στο «πότε εξυπηρετούμαι».
3ο: Καλύπτει τις πραγματικές ανάγκες των δικαιούχων;
Το τρίτο τεστ αφορά τους ανθρώπους που δεν τελειώνουν με το σύστημα σε μία επίσκεψη. Για έναν χρόνιο ασθενή, ένα άτομο με αναπηρία, ένα παιδί με αυτισμό ή ΔΕΠΥ, έναν ασθενή μετά από εγκεφαλικό ή έναν ηλικιωμένο που χάνει σταδιακά τη λειτουργικότητά του, η υγεία δεν είναι ένα ραντεβού. Είναι μια διαδρομή.
Εδώ το ερώτημα δεν είναι μόνο αν μια υπηρεσία έχει ενταχθεί στο ΓεΣΥ, αλλά αν η κάλυψη που προβλέπεται αρκεί για την πραγματική ανάγκη του δικαιούχου. Η Ομοσπονδία Συνδέσμων Ασθενών Κύπρου (ΟΣΑΚ) έχει θέσει επανειλημμένα το ζήτημα, επισημαίνοντας ότι χρόνιοι ασθενείς αναγκάζονται να πληρώνουν από την τσέπη τους για υπηρεσίες άλλων επαγγελματιών υγείας, επειδή ο αριθμός συνεδριών που δικαιούνται δεν επαρκεί πάντα για να καλύψει την ανάγκη τους.
Όλοι ίσοι, αλλά...
Η φυσιοθεραπεία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Για ένα ορθοπεδικό περιστατικό, ένας αριθμός συνεδριών μπορεί να είναι αρκετός. Σύμφωνα με τις οδηγίες του ΟΑΥ, προβλέπονται ενδεικτικά 6 συνεδρίες για μυοσκελετικές παθήσεις ελαφριάς μορφής, 9 για σοβαρής μορφής και 12 για οξέα, υποξέα ή χρόνια νευρολογικά νοσήματα ή άλλες σοβαρές διαγνώσεις. Για έναν ασθενή όμως με χρόνια νευρολογική πάθηση, για ένα άτομο με αναπηρία ή για κάποιον που χρειάζεται διατήρηση λειτουργικότητας, το ερώτημα είναι πρακτικό: Φτάνουν αυτές οι συνεδρίες για να μη χάσει κινητικότητα, αυτονομία ή ποιότητα ζωής;
Ακόμη πιο έντονο είναι το πρόβλημα στην εργοθεραπεία. Η ΟΣΑΚ έχει μιλήσει για υπηρεσία που προσφέρεται «στα χαρτιά», ενώ στην πράξη γονείς πληρώνουν από την τσέπη τους για να εξασφαλίσουν τις θεραπείες που χρειάζονται τα παιδιά τους και ενήλικες αναγκάζονται να απευθύνονται στα δημόσια νοσοκομεία. Για παιδιά με αυτισμό προβλέπονται μέχρι 48 επισκέψεις εργοθεραπείας τον χρόνο μέχρι τα 18 και μέχρι 12 ως ενήλικες, ενώ για παιδιά με ΔΕΠΥ προβλέπονται μέχρι 24 επισκέψεις τον χρόνο μέχρι τα 18. Το πρόβλημα, όμως, είναι η πρόσβαση, καθώς οι υπηρεσίες παρέχονται μόνο μέσω ΟΚΥπΥ, με περιορισμένη διαθεσιμότητα, ωράρια που συχνά συγκρούονται με το σχολείο και λίστες αναμονής.
Πέραν τούτου, ακόμη και στην πρόσβαση προς ειδικούς γιατρούς, η ύπαρξη παραπεμπτικού δεν σημαίνει πάντοτε απρόσκοπτη συνέχεια. Το κανονικό παραπεμπτικό έχει συγκεκριμένη διάρκεια και περιορισμένο αριθμό επισκέψεων, ενώ για τους χρόνιους ασθενείς υπάρχει το μακροχρόνιο παραπεμπτικό, με 12 επισκέψεις και 12 μήνες. Όταν όμως οι προβλεπόμενες επισκέψεις εξαντληθούν ή όταν ένας ασθενής χρειάζεται επιπλέον παρακολούθηση χωρίς να πληροί τα κριτήρια για μακροχρόνιο παραπεμπτικό, η διαδικασία περνά ξανά από τον προσωπικό ή τον ειδικό γιατρό και από τους ελέγχους του συστήματος. Οι έλεγχοι αυτοί δημιουργήθηκαν για να περιορίσουν τις καταχρήσεις. Στην πράξη, όμως, μπορούν να οδηγήσουν και σε καθυστέρηση ή περιορισμό της πρόσβασης, με τον δικαιούχο να κινδυνεύει να πληρώσει από την τσέπη του για υπηρεσίες που θεωρεί ότι θα έπρεπε να λαμβάνει εντός ΓεΣΥ.







