Ποινές φυλάκισης με τριετή αναστολή επέβαλε την Παρασκευή 15 Μαΐου το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σε δύο λειτουργούς των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, σε σχέση με την υπόθεση αυτοχειρίας του 14χρονου Στυλιανού Κωνσταντίνου, ο οποίος έθεσε τέλος στη ζωή του τον Σεπτέμβριο του 2019.
Η απόφαση αφορά δύο από τα έντεκα πρόσωπα που κατηγορούνται στην υπόθεση. Οι δύο λειτουργοί, κατόπιν παραδοχής τους στις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν για εσκεμμένη παραμέληση εκτέλεσης υπηρεσιακού καθήκοντος από δημόσιο λειτουργό, κατά παράβαση του άρθρου 134 του Ποινικού Κώδικα, καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης, η εκτέλεση των οποίων ανεστάλη για περίοδο τριών ετών.
Στο πρώτο πρόσωπο, το οποίο κρίθηκε ένοχο σε τρεις κατηγορίες, επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δέκα μηνών σε κάθε μία από τις κατηγορίες, με τις ποινές να συντρέχουν. Στο δεύτερο πρόσωπο επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών για μία κατηγορία. Σύμφωνα με την απόφαση, στην επιβολή της ποινής λήφθηκαν υπόψη μετριαστικοί παράγοντες.
Σε ό,τι αφορά το πρώτο καταδικασθέν πρόσωπο, το Δικαστήριο έκρινε ότι κατά την περίοδο από τον Μάρτιο μέχρι τον Δεκέμβριο του 2011, ενώ ήταν επιφορτισμένο με το καθήκον διασφάλισης της προστασίας και της φροντίδας του ανήλικου Στυλιανού και ενώ γνώριζε την κακομεταχείριση και παραμέληση που βίωνε, εσκεμμένα παραμέλησε την εκτέλεση του καθήκοντός του.
Ειδικότερα, διαπιστώθηκε ότι δεν έλαβε μέτρα προστασίας του παιδιού ενώ γνώριζε ότι ήταν δέκτης σωματικής βίας από τον πατέρα του, δεν μερίμνησε να λάβει μέτρα προστασίας παρότι γνώριζε ότι ο πατέρας του έσφαζε ζώα μπροστά του στη φάρμα που διατηρούσε, ενώ δεν μερίμνησε ούτε για τη μετακίνηση του ανήλικου από την οικογενειακή εστία.
Για το δεύτερο καταδικασθέν πρόσωπο, το Δικαστήριο έκρινε ότι κατά την περίοδο μεταξύ Ιουλίου 2014 και Σεπτεμβρίου 2016, ενώ είχε επίσης καθήκον διασφάλισης της προστασίας και της φροντίδας του ανήλικου, επέδειξε συνειδητή αδιαφορία για την περίπτωσή του και εσκεμμένα παραμέλησε να ερευνήσει τις συνθήκες διαβίωσης της οικογένειας και να λάβει μέτρα για την προστασία του.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδει το Δικαστήριο στον ρόλο των λειτουργών των ΥΚΕ, σημειώνοντας στην απόφασή του ότι οι δημόσιοι λειτουργοί που ασκούν καθήκοντα συνδεδεμένα με την προστασία της ευημερίας, της ασφάλειας και της αξιοπρέπειας ανηλίκων και άλλων ευάλωτων προσώπων οφείλουν να ενεργούν με ακεραιότητα, συνέπεια και ευσυνειδησία.
Όπως επισημαίνεται, το κοινό αναμένει από πρόσωπα που κατέχουν τέτοιες καίριες θέσεις εμπιστοσύνης να παρέχουν ενεργητική προστασία σε ευάλωτα πρόσωπα, διαφορετικά κλονίζεται η εμπιστοσύνη στους θεσμούς και υποσκάπτεται η λειτουργία του ίδιου του κράτους.
Το Δικαστήριο τονίζει επίσης ότι στην προκειμένη περίπτωση οι δύο κατηγορούμενοι «όχι μόνο αδιαφόρησαν αλλά δεν τήρησαν εσκεμμένα το καθήκον τους», προσθέτοντας ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων επιτείνεται από το γεγονός ότι «η τύχη και η προστασία ενός ανήλικου ευάλωτου προσώπου ήταν στα χέρια τους και δεν έπραξαν τα δέοντα».
Την υπόθεση, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, χειρίστηκε η Δημόσια Κατήγορος Έλενα Κωνσταντίνου.







