Από τον χωματόδρομο της λεωφόρου Κένεντι στα πολυώροφα ξενοδοχεία, από τους πρώτους Σκανδιναβούς τουρίστες στις ναυλωμένες πτήσεις και από τις οικογενειακές παραλίες στη νυχτερινή ζωή και τους ABBA. Η Αμμόχωστος των δεκαετιών του ’60 και του ’70 έτρεχε προς το μέλλον με ταχύτητα που δύσκολα μπορούσε κανείς τότε να φανταστεί. Το καλοκαίρι του 1974, όλα έδειχναν ότι η μεγάλη εποχή της μόλις άρχιζε…
«Στις απαρχές και στα μέσα του 19ου αιώνα, η Αμμόχωστος ήταν μια μικρή πόλη, πολύ μικρή. Ούτε καν πόλη δεν ήταν», αφηγείται στον «Π» ο Γιώργος Μιχαηλίδης, συγγραφέας του βιβλίου «Προορισμός Famagusta, ένα ταξίδι στην Αμμόχωστο του τουρισμού, της δημιουργίας και της προόδου». Αν κάποιος γνώριζε μόνο την Αμμόχωστο των αρχών του 1970, δύσκολα θα πίστευε αυτή την περιγραφή. Μέσα σε μερικές δεκαετίες, η μικρή πόλη γύρω από το λιμάνι είχε μεταμορφωθεί σε έναν από τους σημαντικότερους τουριστικούς προορισμούς της Κύπρου. Ξενοδοχεία υψώνονταν κατά μήκος της θάλασσας, οργανωμένα γκρουπ έφθαναν από τη Σκανδιναβία και τη Γερμανία, οι ναυλωμένες πτήσεις πολλαπλασιάζονταν και μια ολόκληρη πόλη μάθαινε να ζει με τον τουρισμό, χωρίς ακόμη να έχει μετατραπεί αποκλειστικά σε τουριστικό θέρετρο.
Ούτε ρεύμα δεν είχε
Ο άνθρωπος που ξετυλίγει σήμερα αυτή την ιστορία δεν την έμαθε μόνο από τα αρχεία. Την έζησε. Γεννημένος το 1948, μεγάλωσε μέσα στην αλλαγή της Αμμοχώστου. Ο πατέρας του ήταν γιατρός, σπουδαγμένος στο Βερολίνο, και η οικογενειακή ιστορία συναντά συνεχώς στις αναμνήσεις του, την ιστορία της ίδιας της πόλης.
Μία από αυτές τις ιστορίες μας μεταφέρει στο 1934. Ο πατέρας του είχε επιστρέψει από τη Γερμανία με ακτινολογικό εξοπλισμό. Υπήρχε όμως μια δυσκολία που σήμερα μοιάζει αδιανόητη. Τα μηχανήματα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μόνο τη νύχτα, επειδή την ημέρα η πόλη δεν είχε ηλεκτρικό ρεύμα.
Κάποια στιγμή τραυματίστηκε ο σκύλος του Βρετανού διοικητή της Αμμοχώστου. Εφόσον δεν υπήρχαν τότε κτηνίατροι, τον πήγαν στον γιατρό για ακτινογραφία. Σύμφωνα με τη διήγηση που μεταφέρει ο συνομιλητής μας, η αδυναμία να γίνει αμέσως η εξέταση εξόργισε τον διοικητή και το περιστατικό συνέβαλε ώστε πολύ σύντομα να υπάρχει ηλεκτρισμός και την ημέρα. Μικρή ιστορία, σχεδόν ανέκδοτη. Αλλά αποκαλύπτει την απόσταση που επρόκειτο να διανύσει η Αμμόχωστος μέσα σε μόλις 40 χρόνια.
Το λιμάνι
Η πρώτη μεγάλη ώθηση δεν ήρθε από τα ξενοδοχεία, αλλά από τη θάλασσα. Το λιμάνι απέκτησε αυξανόμενη σημασία κατά τη βρετανική περίοδο, έγιναν επενδύσεις στις υποδομές του και οι εξαγωγές, ιδιαίτερα των εσπεριδοειδών, συνέβαλαν στην οικονομική ανάπτυξη. Η Αμμόχωστος άνοιγε παράλληλα προς την Ανατολική Μεσόγειο: Αίγυπτο, Λίβανο, Συρία.
Ο Γιώργος Μιχαηλίδης μας αναφέρει χαρακτηριστικά ότι το 1932 προσγειώθηκε το πρώτο υδροπλάνο στο λιμάνι της Αμμοχώστου, μια εικόνα σχεδόν προφητική για μια πόλη που μερικές δεκαετίες αργότερα θα συνέδεε την ανάπτυξή της με τη μαζική μετακίνηση ανθρώπων.
Οργανωμένος τουρισμός
Η μεγάλη αλλαγή, όμως, ήρθε μετά την Ανεξαρτησία. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 εμφανίζονται οι πρώτες οργανωμένες τουριστικές ροές. Μετά τους Βρετανούς ακολουθούν οι Σκανδιναβοί. Ο συνομιλητής μας τοποθετεί την έναρξη του οργανωμένου τουρισμού στην Κύπρο γύρω στο 1963-64 και θυμάται τους πρώτους tour operators από τη Σκανδιναβία και τη Βρετανία. Και κάπου εκεί η Αμμόχωστος αρχίζει να τρέχει. «1965-1966», απαντά όταν τον ρωτάμε πότε ξεκίνησε η μεγάλη ξενοδοχειακή ανάπτυξη.
Golden Marianna, Royal και πολλά ακόμη ξενοδοχεία, άρχισαν να αλλάζουν το παραλιακό μέτωπο. Οι φωτογραφίες και τα στοιχεία που συγκέντρωσε στο βιβλίο του, επιτρέπουν να παρακολουθήσει κανείς σχεδόν βήμα προς βήμα αυτή τη μεταμόρφωση. Την παραλία, τα πρώτα κτήρια, τα ξενοδοχεία που πολλαπλασιάζονται και μια νέα πόλη που σταδιακά υψώνεται δίπλα στη θάλασσα. Και όμως, η υποδομή δεν προλάβαινε πάντα την ανάπτυξη.
«Η λεωφόρος Κένεντι ήταν χωματόδρομος» και πάνω και γύρω από εκείνον τον χωματόδρομο χτιζόταν ήδη ένας διεθνής τουριστικός προορισμός.
Αυτή ίσως είναι η πιο χαρακτηριστική εικόνα της Αμμοχώστου εκείνης της περιόδου: Μια πόλη στην οποία το ξενοδοχείο μπορούσε να προηγηθεί του δρόμου.
Δεν έμπαιναν σε γκέτο τουριστικό
Η ανάπτυξη δεν αφορούσε μόνο τα κτήρια. Οι ναυλωμένες πτήσεις άλλαζαν τον τρόπο με τον οποίο έφθαναν οι επισκέπτες. Οι Σκανδιναβοί ταξίδευαν κυρίως αεροπορικώς, ενώ υπήρχαν αντίστοιχες πτήσεις από τη Γερμανία. Πακέτα διακοπών μπορούσαν να συνδυάζουν μία εβδομάδα στην Αμμόχωστο και μία στην Κερύνεια. Για την πρώτη, το μεγάλο πλεονέκτημα ήταν η θάλασσα. «Για τα παιδιά ήταν παράδεισος», τη χαρακτηρίζει. Ζεστά νερά και ρηχή θάλασσα, ιδανική για οικογένειες. Αλλά το τουριστικό προϊόν της πόλης δεν τελείωνε στην παραλία.
Υπήρχαν ταβέρνες, εστιατόρια, κέντρα διασκέδασης και ντίσκο που δεν είχαν δημιουργηθεί αποκλειστικά για τους ξένους. Ήταν χώροι της ίδιας της πόλης, στους οποίους συναντιούνταν επισκέπτες και κάτοικοι. «Δεν έμπαιναν σε ένα γκέτο τουριστικό», σημειώνει.
Η φράση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν τη συνδέει με τη σημερινή συζήτηση για το all inclusive. Η δική του κριτική είναι ότι όταν ο επισκέπτης παραμένει κλεισμένος μέσα στο ξενοδοχείο, το οικονομικό όφελος δεν διαχέεται στην πόλη και, κυρίως, ο ίδιος δεν γνωρίζει πραγματικά τον τόπο στον οποίο ταξίδεψε. Στην Αμμόχωστο, λέει, συνέβαινε το αντίθετο.
Υπήρχαν ακόμη και συγκροτήματα διαμερισμάτων όπου οι επισκέπτες έπαιρναν vouchers για να φάνε το πρόγευμα ή άλλο γεύμα σε εστιατόρια της πόλης. Ο τουρίστας έβγαινε από το κατάλυμά του και γινόταν μέρος της ζωής της πόλης.
Χειμερινός τουρισμός
Η Αμμόχωστος, επιπλέον, δεν κατέβαζε ρολά όταν τελείωνε το καλοκαίρι. Τα εστιατόρια και τα κέντρα διασκέδασης λειτουργούσαν ολόχρονα, επειδή εξυπηρετούσαν πρωτίστως τους ντόπιους. Αυτό, κατά τη μαρτυρία του, έκανε τους ταξιδιωτικούς πράκτορες να αντιληφθούν ότι η Αμμόχωστος μπορούσε να εξελιχθεί και σε χειμερινό προορισμό. Αναφέρει μάλιστα περίπτωση κατά την οποία ολόκληρο ξενοδοχείο ενοικιάστηκε για χειμερινές διακοπές από τη βρετανική αεροπορική εταιρεία για να κάνουν τουρισμό οι εργαζόμενοί της.
Φολκλόρ
Παράλληλα εμφανίζονταν ιδέες που σήμερα θα ονομάζαμε «εμπειρίες». Στο Λευκόνοικο, ο επιχειρηματίας Πανίκος Χατζηκακός, όπως τον θυμάται, δημιούργησε ένα «αγροτόσπιτο» όπου μεταφέρονταν τουρίστες, παρακολουθούσαν παραδοσιακό γάμο και δοκίμαζαν κυπριακό φαγητό. Ο τουρισμός έμπαινε στην καθημερινότητα και η καθημερινότητα γινόταν μέρος του τουριστικού προϊόντος.
ABBA: 4 Σουηδοί στην Αμμόχωστο
Και ύστερα υπάρχει εκείνη η ιστορία. Απρίλιος του 1970. Οι ABBA δεν έχουν ακόμη το όνομα με το οποίο θα τους μάθει ολόκληρος ο πλανήτης. Η διεθνής καταξίωση που θα ακολουθούσε απείχε ακόμη μερικά χρόνια.
Κι όμως, σύμφωνα με τη μαρτυρία του συγγραφέα και το υλικό που συγκέντρωσε στο βιβλίο του, τα μελλοντικά μέλη του συγκροτήματος βρίσκονται στην Αμμόχωστο. Ένας ταξιδιωτικός πράκτορας τους έχει προσκαλέσει για διακοπές και για μια εμφάνιση ενώπιον Σουηδών στρατιωτών των Ηνωμένων Εθνών στο Twiga Hotel Apartments.
Ο ίδιος θυμάται ότι ήταν εκεί. «Ήρθαν οι ABBA τον Απρίλιο του 1970... Πήγα». Λίγες ημέρες αργότερα, αφηγείται, έπαιξαν ξανά για τα γενέθλια του ίδιου ταξιδιωτικού πράκτορα που τους είχε προσκαλέσει, στο νυχτερινό κέντρο Perroquet. Φωτογραφικό υλικό τους από την παραλία χρησιμοποιήθηκε αργότερα για την προώθηση της επόμενης τουριστικής περιόδου.
Το βιβλίο διασώζει επίσης υλικό γύρω από αυτή την παρουσία. Η Αμμόχωστος είχε πλέον μπει στον ευρωπαϊκό τουριστικό χάρτη.
Τουριστική έκρηξη
Λίγο πριν από το 1974, οι αριθμοί αποτύπωναν το μέγεθος της τουριστικής έκρηξης. Το 1973 λειτουργούσαν στην Αμμόχωστο 33 ξενοδοχεία με 4.859 κλίνες, αριθμός που αντιστοιχούσε στο 45% της συνολικής ξενοδοχειακής δυναμικότητας της Κύπρου, ενώ η πόλη συγκέντρωνε το 53,5% των διανυκτερεύσεων ξένων επισκεπτών στο νησί. Μέχρι το 1974 η δυναμικότητα είχε αυξηθεί ακόμη περισσότερο. Λειτουργούσαν 39 ξενοδοχεία αστέρων με 6.164 κλίνες, άλλα 7
+ ξενοδοχεία χωρίς αστέρια με 148 κλίνες, πανσιόν με 90 κλίνες και 33 συγκροτήματα τουριστικών διαμερισμάτων με ακόμη 2.722 κλίνες. Συνολικά, δηλαδή, η Αμμόχωστος διέθετε περισσότερες από 9.100 τουριστικές κλίνες, την ώρα που η ανάπτυξη συνεχιζόταν με νέες μονάδες να βρίσκονται ακόμη υπό κατασκευή.
Η σύγκριση με τις υπόλοιπες πόλεις αποτυπώνει ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο την ταχύτητα με την οποία αναπτύχθηκε τουριστικά η Αμμόχωστος.
- Το 1960 διέθετε μόλις τρία τουριστικά ξενοδοχεία, όμως μέσα σε 14 χρόνια ο αριθμός τους είχε εκτοξευθεί σχεδόν στα 40.
- Το 1974 η Κερύνεια διέθετε 24 ξενοδοχεία, η Λευκωσία 19, η Λεμεσός 10, η Πάφος τρία και η Λάρνακα μόλις δύο.
Η Αμμόχωστος, δηλαδή, είχε από μόνη της περισσότερα ξενοδοχεία από τη Λεμεσό, τη Λάρνακα, την Πάφο και τη Λευκωσία μαζί.
Όσο για τον αριθμό των τουριστών, τα διαθέσιμα στοιχεία καταγράφουν 264.000 αφίξεις σε ολόκληρη την Κύπρο το 1973. Για την Αμμόχωστο το ασφαλέστερο μέτρο είναι οι διανυκτερεύσεις, από τις οποίες η πόλη απορροφούσε περισσότερο από το μισό του συνόλου, γεγονός που αποτυπώνει την κυρίαρχη θέση της στον κυπριακό τουρισμό λίγο πριν από το 1974.
Η σεζόν που δεν ήρθε
Το καλοκαίρι του 1974 η πόλη δεν έμοιαζε να βρίσκεται στο τέλος μιας εποχής. Έμοιαζε να βρίσκεται στην αρχή της καλύτερής της. Και αυτό αλλάζει ολόκληρο τον τρόπο με τον οποίο αφηγείται σήμερα εκείνους τους μήνες ο συνομιλητής μας. «Πηγαίναμε για μια φοβερή χειμερινή σεζόν το ’74-’75».
Οι επενδύσεις συνεχίζονταν. Νέα ξενοδοχεία είχαν μόλις ανοίξει, άλλα ετοιμάζονταν να λειτουργήσουν. Αναφέρει χαρακτηριστικά το Golden Sands, το οποίο, σύμφωνα με τη μαρτυρία του, είχε προλάβει να λειτουργήσει μόνο δύο μήνες. Κάποια άλλα δεν πρόλαβαν να δεχθούν ούτε τον πρώτο τους πελάτη.
Και τότε ήρθε το 1974. Η τουριστική περιοχή των Βαρωσίων εκκενώθηκε από τους Ελληνοκύπριους κατοίκους της και πέρασε υπό τον έλεγχο των τουρκικών δυνάμεων.
Φτου κι απ’ την αρχή
Ο Γιώργος Μιχαηλίδης είχε ολοκληρώσει τον Ιούνιο του 1974 την ειδίκευσή του στην τουριστική διοίκηση στην Αγγλία, έπειτα από σπουδές οικονομικών στη Γερμανία. Οι γονείς του μετά τον πόλεμο εγκαταστάθηκαν στη Λεμεσό. Ο ίδιος το 1976, σε ηλικία 28 ετών, επαναπατρίσθηκε και άρχισε να εργάζεται στον Κυπριακό Οργανισμό Τουρισμού που είχε ιδρυθεί το 1971. Η ειρωνεία είναι δύσκολο να αγνοηθεί. Είχε εκπαιδευτεί για να εργαστεί σε έναν κλάδο που στην πατρίδα του έπρεπε πλέον, σε μεγάλο βαθμό, να ξαναστηθεί. «Είχαν χαθεί τα πάντα», λέει περιγράφοντας την πρώτη εικόνα. Έπρεπε, πάνω απ’ όλα, να πειστούν οι ξένες αγορές ότι μπορούσαν να επιστρέψουν.
«Έπρεπε να καλέσουμε δημοσιογράφους και τουριστικούς πράκτορες να έρθουν επί τόπου, να δουν ότι η Κύπρος υπάρχει, ότι μπορείς να κάνεις διακοπές εδώ». Οι πόροι ήταν περιορισμένοι. Έτσι, θυμάται, η προσπάθεια βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην προσωπική επαφή. Δημοσιογράφοι και πράκτορες έρχονταν στην Κύπρο και άνθρωποι του τουρισμού τους συνόδευαν για να δουν οι ίδιοι την κατάσταση. «Έκανα μια εβδομάδα να πάω σπίτι», λέει.
Σταδιακά η τουριστική κίνηση επέστρεψε. Νέα ξενοδοχεία χτίστηκαν και μια καινούργια τουριστική γεωγραφία άρχισε να διαμορφώνεται στις ελεύθερες περιοχές. Αλλά ο ίδιος δεν εξιδανικεύει όσα ακολούθησαν.
Έχοντας περάσει δεκαετίες μέσα στον τουρισμό, θεωρεί ότι στην πορεία η Κύπρος άφησε την ποσότητα να υπερισχύσει της ποιότητας. Μιλά για φθηνά τουριστικά διαμερίσματα, για περιβαλλοντική επιβάρυνση, για απώλεια αισθητικής και ταυτότητας. Είναι η δική του αποτίμηση και τη συνδέει ευθέως με όσα θεωρεί ότι είχε πετύχει η παλιά Αμμόχωστος.
Γι’ αυτό και όταν μιλά για εκείνη την πόλη δεν μιλά μόνο για τα ξενοδοχεία της. Μιλά για τον γιατρό πατέρα του που καλούσαν όταν αρρώσταινε ένας Γερμανός τουρίστας, επειδή ήταν ο άνθρωπος στην πόλη που μιλούσε γερμανικά. Το όνομά του, θυμάται, βρισκόταν ακόμη και στις τουριστικές μπροσούρες. Αν χρειαστείτε γιατρό, αναζητήστε τον Χριστάκη Μιχαηλίδη, που σπούδασε στο Βερολίνο.
Μιλά για τα παιδιά που έμπαιναν στη ξέβαθη θάλασσα. Για τους Σκανδιναβούς. Για τα εστιατόρια και τις ντίσκο. Για έναν χωματόδρομο που μέσα σε λίγα χρόνια έγινε η βιτρίνα μιας τουριστικής έκρηξης. Και μιλά για μια πόλη που, το 1974, δεν πίστευε ότι είχε φτάσει στο απόγειό της. Πίστευε ότι μόλις ξεκινούσε.
Αυτό ίσως εξηγεί και την ανάγκη του, μισό αιώνα αργότερα, να συγκεντρώσει εκατοντάδες φωτογραφίες και να επιστρέψει στην ιστορία της. Γιατί μέσα από αυτές τις εικόνες δεν ανασυνθέτει μόνο έναν τόπο που άλλαξε. Ανασυνθέτει ένα μέλλον που οι άνθρωποι της Αμμοχώστου θεωρούσαν κάποτε αυτονόητο ότι θα ζήσουν και το οποίο έμεινε για πάντα στο καλοκαίρι του 1974.






