Υπάρχουν άνθρωποι που, μιλώντας για όσα πέρασαν στη ζωή τους, σε βαραίνουν. Εκπέμπουν μιζέρια, αρνητισμό, απαισιοδοξία. Και υπάρχουν κι εκείνοι που, χωρίς να ωραιοποιούν τίποτα, σου αφήνουν μια παράξενη αίσθηση ελπίδας. Η Βασιλική Γεωργουλοπούλου ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Τεταρτοετής φοιτήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, απόφοιτη της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, με ερευνητικό ενδιαφέρον γύρω από το τραύμα, τη βία και την παιδική κακοποίηση, η Βασιλική έχει βρει έναν δικό της δρόμο. Από την τέχνη στην ψυχολογία και από το προσωπικό βίωμα στην κοινωνική προσφορά. Αφορμή για τη συνάντηση αποτέλεσε η βράβευσή της με το βραβείο EY εις μνήμην Χρίστιας Ρωσσίδου-Σωτηρίου, ύψους 2.500 ευρώ, το οποίο απονέμεται κάθε χρόνο σε τελειόφοιτη προπτυχιακή ή μεταπτυχιακή φοιτήτρια του Πανεπιστημίου Κύπρου που ξεχωρίζει για την ακαδημαϊκή της πορεία, τις ηγετικές της ικανότητες, το όραμά της, την ανοικτή σκέψη και τη δυνατότητα να αποφέρει ουσιαστικές αλλαγές μέσα από τη συλλογική δράση. Στην περίπτωση της Βασιλικής, όμως, το βραβείο είναι μόνο η αφετηρία. Γιατί πίσω από τη διάκριση υπάρχει μια ιστορία πιο ενδιαφέρουσα από έναν ακόμα ακαδημαϊκό τίτλο.
Η τέχνη πριν από τις λέξεις
Η Βασιλική δεν αντιμετωπίζει την τέχνη ως κάτι διακοσμητικό, ούτε ως μια αγάπη που προϋπήρξε της ψυχολογίας. Για εκείνη, η τέχνη ήταν ο πρώτος τρόπος να καταλάβει τον εαυτό της. «Η τέχνη με βοήθησε να αντιληφθώ κάποια συναισθήματα τα οποία είχα κρυμμένα», λέει, εξηγώντας ότι μέσα από την εικαστική ψυχοθεραπεία ο άνθρωπος μπορεί να προβάλει στο χαρτί όσα δεν μπορεί ή δεν αντέχει ακόμη να πει με τον λόγο. Γι’ αυτό και η μετάβασή της από την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών στην Ψυχολογία δεν μοιάζει με αλλαγή πορείας. Μοιάζει περισσότερο με συνέχεια. Η φράση που μένει περισσότερο από τη συζήτηση είναι ίσως η πιο απλή: «παιδιά σαν κι εμένα». Τη χρησιμοποιεί όταν μιλά για το όνειρό της να δημιουργήσει, κάποτε, έναν χώρο στήριξης για παιδιά, νέους και οικογένειες που δεν είχαν εύκολη πρόσβαση σε βοήθεια. Μιλά ανοιχτά για τη μονογονεϊκή οικογένεια στην οποία μεγάλωσε, για την απώλεια του πατέρα της, για τα οικονομικά προβλήματα, την απόφαση να φύγει μόνη της από την Ελλάδα και να έρθει στην Κύπρο με πολύ λίγα χρήματα. Στην Κύπρο, λέει, της δόθηκαν υποτροφίες και ευκαιρίες. Κι αυτό δεν το αντιμετωπίζει ως αυτονόητο. «Κάθε βραβείο που παίρνεις, κάθε ευρώ που κάποιος άνθρωπος θα σου δώσει και πιστεύει σε σένα, δεν είναι αυτονόητο», αναφέρει. Το όνειρό της είναι ένα πολυδύναμο κέντρο. Μια «ομπρέλα», όπως τονίζει, στην οποία διαφορετικοί φορείς και ειδικότητες θα μπορούν να συνεργάζονται ώστε παιδιά, νέοι, μητέρες, οικογένειες και άνθρωποι που έχουν τραυματιστεί να βρίσκουν πιο άμεσα βοήθεια.

Οι νέοι είναι έτοιμοι;
Μέσα από ευρωπαϊκά προγράμματα και δράσεις με τον Δήμο Λεμεσού, όπως το Next, το Empower Women, το Limassol FemFest και πρόσφατα το For You(th): Youth Empowerment & Mental Health Festival, η Βασιλική βρέθηκε μπροστά σε νέους ανθρώπους που δεν ζητούν απλώς να «μιλήσουν». Ζητούν τρόπους να συνδεθούν, να ακουστούν, να ανήκουν κάπου. Το For You(th) ασχολήθηκε ειδικά με τη μοναξιά των νέων. «Οι νέοι είναι έτοιμοι», λέει. «Το ερώτημα είναι αν οι φορείς είναι έτοιμοι να τους υποδεχθούν». Για τη Βασιλική, δεν αρκεί να λέμε ότι οι νέοι δεν ενδιαφέρονται ή ότι δεν συμμετέχουν. Πρέπει να αναρωτηθούμε αν τους προσεγγίζουμε με τον σωστό τρόπο. Αν οι δράσεις φτάνουν πραγματικά κοντά τους. Η μοναξιά, όπως την περιγράφει, δεν είναι πάντα η εικόνα ενός ανθρώπου που είναι μόνος σε ένα δωμάτιο. Μπορεί να είναι η ζωή ενός νέου που σπουδάζει, δουλεύει, προσπαθεί να κρατήσει την υποτροφία του, να πληρώσει το ενοίκιο, να σταθεί οικονομικά, να διαβάσει, να μην χάσει τον στόχο του. Η ίδια ξέρει καλά αυτήν την πραγματικότητα. Μιλάει για δύο δουλειές, πανεπιστήμιο, έρευνα, υποτροφία. Για την κούραση, αλλά και για την ανάγκη να δώσεις νόημα σε αυτήν την κούραση. «Το Πανεπιστήμιο Κύπρου είναι δωρεάν», λέει, αλλά θυμίζει το αυτονόητο που συχνά ξεχνιέται, δεν είναι δωρεάν η μετακίνηση, δεν είναι δωρεάν το σπίτι, δεν είναι δωρεάν η ζωή.
Από τα «πρέπει» στα «θέλω»
Στη συζήτηση επανέρχεται πολλές φορές η λέξη «πρέπει». Πρέπει να πετύχεις. Πρέπει να μπεις στο πανεπιστήμιο. Πρέπει να διαβάσεις. Πρέπει να κρατήσεις την υποτροφία. Πρέπει να αντέξεις. Για τη Βασιλική, το ζητούμενο δεν είναι να εξαφανιστεί κάθε δυσκολία. Είναι να μπορέσει ο νέος να βρει μέσα σε όλα αυτά κάτι που να είναι δικό του. Να μετατρέψει το «πρέπει» σε «θέλω». «Το θέλω θα σου έρθει όταν θα αρχίσεις να ανακαλύπτεις τον εαυτό σου», λέει. Αυτό συνδέεται, κατά την ίδια, και με τους γονείς. Με τις προσδοκίες που φορτώνονται στα παιδιά. Με τα όνειρα που δεν εκπληρώθηκαν και μετατρέπονται, συχνά άθελά τους, σε πίεση προς την επόμενη γενιά. Η απάντηση, λέει, δεν είναι να σταματήσουν οι γονείς να νοιάζονται. Είναι να μάθουν να ακούν.
Να μην μένουμε στη διάγνωση
Η Βασιλική δεν μένει στη διαπίστωση. Επιμένει πως χρειάζονται πιο σταθερές, πιο προσβάσιμες και πιο συντονισμένες δράσεις. «Η ομάδα κάνει τη διαφορά, όχι ένα άτομο», λέει. Και αυτή η φράση μοιάζει να συνοψίζει όχι μόνο την κοινωνική της ματιά, αλλά και τον τρόπο που αντιλαμβάνεται την ίδια τη θεραπεία. Να φύγουμε από το αποκλειστικά ατομικό και να δούμε και το συλλογικό. Την ομάδα, την κοινότητα, τα δίκτυα, τη σταθερή παρουσία. Αυτό αφορά και τη βία. Το ερευνητικό ενδιαφέρον της Βασιλικής κινείται γύρω από την παιδική σεξουαλική κακοποίηση, το τραύμα, την επαναθυματοποίηση και την ψυχιατροδικαστική. Όμως, η κατεύθυνσή της είναι σαφής: αν θέλουμε να στηρίξουμε τα θύματα πρέπει να τα δούμε εγκαίρως. Αν θέλουμε να μειώσουμε τη βία, πρέπει να κατανοήσουμε πώς αναπαράγεται. Αν θέλουμε να σπάσει ο κύκλος της κακοποίησης, πρέπει να υπάρχουν δομές πριν το τραύμα γίνει τρόπος ζωής.






