Τα τελευταία δύο χρόνια η επίσημη εικόνα του μεταναστευτικού στην Κύπρο έχει αλλάξει αισθητά. Από τις κορυφώσεις του 2020–2022, όταν οι αφίξεις και η πίεση στα συστήματα υποδοχής ήταν έντονες, έχουν καταγραφεί σημαντικές μειώσεις στις ροές. Σύμφωνα με την ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας στο State of the Union, οι αφίξεις μειώθηκαν από περίπου 17.438 το 2022 σε 2.444 το 2025, γεγονός που καταγράφεται ως πρωτόγνωρη μείωση, παράλληλα με αύξηση στις επιστροφές πολιτών (11.610 το 2025) στην πατρίδα τους.
Κι όμως, παρά τη βελτίωση στα δεδομένα, στις δημοσκοπήσεις το μεταναστευτικό παραμένει ένα από τα πρωταρχικά θέματα ανησυχίας για τους πολίτες. Το τελευταίο Ευροβαρόμετρο δείχνει ότι το 86% των Κυπρίων θεωρεί τις ανεξέλεγκτες μεταναστευτικές ροές σημαντικό πρόβλημα, ποσοστό πολύ υψηλότερο από τον μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν εννέα στους δέκα πολίτες ανησυχούν για το μεταναστευτικό, ακόμη κι όταν τα επίσημα νούμερα δείχνουν πτώση στις νέες αφίξεις.
Αυτή η διάσταση ανάμεσα στα πραγματικά δεδομένα και στην αντίληψη της κοινωνίας δεν είναι τυχαία. Αντιθέτως, αντανακλά βαθύτερες δυναμικές στο πολιτικό και κοινωνικό σώμα της χώρας.
Η «κληρονομιά» της κρίσης
Η έντονη μεταναστευτική πίεση πριν από μερικά χρόνια άφησε βαθύ αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη. Οι εικόνες υπερπλήρων δομών υποδοχής, οι δημόσιες αντιπαραθέσεις για το Πουρνάρα και οι εντάσεις σε τοπικές κοινότητες ήταν καθημερινό θέμα. Ακόμη κι αν σήμερα οι ροές έχουν μειωθεί, πολλοί πολίτες εξακολουθούν να βλέπουν το θέμα ως υπαρκτό και εκρηκτικό. Στην πολιτική και στη δημόσια συζήτηση, η αντίληψη κινείται συχνά πιο αργά από τα ίδια τα στατιστικά στοιχεία, γιατί η εμπειρία της κρίσης δεν ξεχνιέται εύκολα. Σε αυτό συντείνει ένας ακόμα λόγος: Ενώ οι εθνικοί μέσοι όροι δείχνουν μείωση στη συνολική πίεση, σε συγκεκριμένες γειτονιές, σχολεία ή δημόσιες υπηρεσίες η παρουσία μεταναστών παραμένει ορατή. Εκεί, η εμπειρία δεν είναι αφηρημένη αλλά καθημερινή και απτή. Πολλοί κάτοικοι βιώνουν την αλλαγή στη σύνθεση των κοινοτήτων τους, με αποτέλεσμα να συσχετίζουν αυτή την αλλαγή με προβλήματα στην καθημερινότητά τους, ακόμη κι αν αυτά δεν έχουν άμεση σχέση με πραγματική «κρίση» ροών.
Η στεγαστική κρίση
Η Κύπρος αντιμετωπίζει έντονη στεγαστική πίεση, με αύξηση των ενοικίων και περιορισμένη διαθεσιμότητα οικονομικά προσιτής κατοικίας. Στην κοινή γνώμη, αυτή η πίεση συχνά αποδίδεται στις μεταναστευτικές ροές, έστω και αν οι βασικοί παράγοντες που την προκαλούν είναι άλλου τύπου: οι βραχυχρόνιες μισθώσεις, η επενδυτική αγορά, η έλλειψη κοινωνικής κατοικίας και οι οικονομικές ανισότητες. Στην πραγματικότητα στην αύξηση των ενοικίων δεν συμβάλλουν οι φτωχοί μετανάστες που ζουν σε προβληματικά καταλύματα αλλά οι υψηλόμισθοι νομάδες που εγκαθίστανται στην Κύπρο με τεράστιες φορολογικές απαλλαγές και δυνατότητα εκμίσθωσης όλων των ειδών διαθέσιμης κατοικίας στη χώρα, ανεβάζοντας έτσι κατακόρυφα τις τιμές των ενοικίων.
Το μεταναστευτικό στην Κύπρο μπορεί να έχει εξασθενήσει σε επίπεδο ροών και νέων αφίξεων αλλά παραμένει «κρίση» στην ατζέντα της κοινής γνώμης επειδή αγγίζει βαθύτερες ανησυχίες
Πολιτική δυναμική και άνοδος του ΕΛΑΜ
Σε αυτό το περιβάλλον, η πολιτική ρητορική διαμορφώνει επιπλέον αντιλήψεις. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση αναφορικά με τις προθέσεις ψήφου, το ΕΛΑΜ συγκεντρώνει περίπου 11–11,5%, που το καθιστά τρίτο ισχυρότερο κόμμα στην πρόθεση ψήφου για τις εθνικές εκλογές του 2026. Αυτή η θέση σηματοδοτεί σταθερή παρουσία και πιθανή ενίσχυση σε σχέση με προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, όπου το κόμμα είχε χαμηλότερα ποσοστά.
Η άνοδος αυτή δεν είναι ανεξάρτητη από το μεταναστευτικό: το ΕΛΑΜ αξιοποιεί την ανησυχία των πολιτών και μετατρέπει το θέμα σε κεντρικό πυλώνα της πολιτικής του ατζέντας, προσφέροντας απλοϊκές αλλά δραματικές εξηγήσεις και λύσεις, που πολλές φορές ανταποκρίνονται περισσότερο σε συναισθηματική αντίληψη παρά σε σύνθετη πραγματικότητα.
Γιατί οι θέσεις του ΕΛΑΜ είναι απλοϊκές; Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση της Eurobank, η αγορά εργασίας βρίσκεται κοντά στην πλήρη απασχόληση, με ανεργία γύρω στο 4% περίπου και αρκετές ανοιχτές θέσεις εργασίας, γεγονός που δημιουργεί ανάγκες για συμπλήρωση θέσεων από ξένους εργάτες/ειδικούς. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν περίπου 175.000 νόμιμοι ξένοι εργαζόμενοι σε Κύπρο (από Ε.Ε. και τρίτες χώρες) που συμβάλλουν στην κάλυψη ελλείψεων αλλά, με βάση δηλώσεις του τέως υπουργού Εργασίας, χρειάζονται ακόμα 100.000 ξένοι εργάτες για να καλύψουν τις ανάγκες της οικονομίας.
Τα παραδοσιακά κόμματα, αντί να αντιμετωπίσουν το θέμα με ορθολογισμό, συχνά εμφανίζονται διστακτικά ή καταφεύγουν σε στενόχωρες τεχνοκρατικές αναλύσεις στον χειρισμό του θέματος, γεγονός που δημιουργεί κενό στην ανταπόκριση προς μια κοινωνία που ζητά ξεκάθαρες απαντήσεις. Αυτό το κενό, σε συνδυασμό με την ανασφάλεια λόγω άλλων κοινωνικών ζητημάτων όπως η οικονομία και οι υπηρεσίες, επιτρέπει στην ακροδεξιά ρητορική να αντλεί στήριξη.
Το μεταναστευτικό ως κρίση αντίληψης
Συνολικά, φαίνεται ότι το μεταναστευτικό στην Κύπρο μπορεί να έχει εξασθενήσει σε επίπεδο ροών και νέων αφίξεων αλλά παραμένει «κρίση» στην ατζέντα της κοινής γνώμης επειδή αγγίζει βαθύτερες ανησυχίες: για την ασφάλεια, την ταυτότητα, την οικονομία και το μέλλον. Οι δημοσκοπήσεις καταδεικνύουν αυτή την κοινωνική δυναμική και εξηγούν εν μέρει γιατί, ακόμη και όταν οι αριθμοί βελτιώνονται, το πολιτικό ζήτημα παραμένει έντονο.
Η επόμενη πρόκληση για το πολιτικό σύστημα δεν είναι απλώς η σωστή διαχείριση των μεταναστευτικών ροών αλλά και η κατανόηση και η αντιμετώπιση του τρόπου με τον οποίον οι πολίτες αντιλαμβάνονται το ζήτημα -γιατί μόνο έτσι μπορεί να οικοδομηθεί μια πειστική, σταθερή και αποτελεσματική πολιτική απάντηση για το μέλλον της κοινωνίας. Εν ολίγοις μια κοινωνία δεν μπορεί να παρασύρεται από τους ακροδεξιούς του ΕΛΑΜ, όπως συμβαίνει με άλλα φασιστικής νοοτροπίας κόμματα και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Οι μετανάστες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο του ανθρωπισμού και των πραγματικών δυνατοτήτων φιλοξενείας που έχει η κάθε χώρα και όχι μέσα από την ανάλυση κάποιων κομμάτων που πολιτεύονται με όπλα την ανασφάλεια και τον φόβο.






