Την περίοδο 2010-2011 παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στη Λεμεσό σοβαρό πρόβλημα με τη στατικότητα σε πολυκατοικίες. Για πρώτη φορά η δημοτική Αρχή είχε να αντιμετωπίσει και προβλήματα επικινδυνότητας ενός κτηρίου, έχοντας να κάνει με πολλούς ιδιοκτήτες. Μέχρι εκείνη την περίοδο, αρκετά προβλήματα αφορούσαν κυρίως εγκαταλελειμμένες μονοκατοικίες ή άλλα κτίσματα, τα οποία ενίοτε ήταν και διατηρητέα, και κατά κανόνα δεν κατοικούσε κανείς σε αυτά. Εκείνη την περίοδο όμως έπρεπε να λυθεί ένα πρόβλημα λαμβάνοντας υπόψη και ότι σε αυτές τις επικίνδυνες οικοδομές κατοικούσε κόσμος.
Ο Δήμος Λεμεσού ήταν ο πρώτος δήμος της Κύπρου που ήλθε αντιμέτωπος με το πρόβλημα και έπρεπε να βρει λύσεις. Το πρώτο μεγάλο τεστ για τον Δήμο Λεμεσού ήταν η πολυκατοικία Seagull στη Νεάπολη Λεμεσού, 8 ορόφων!
Πώς το χειρίστηκαν οι αρμόδιοι
«Στον προϋπολογισμό του δήμου είχαμε φροντίσει να υπάρχει κάθε χρόνο ένα κονδύλι για αυτές τις οικοδομές, τότε όλο το δημοτικό συμβούλιο είχε αντιληφθεί τη σημασία», λέει στον «Π» ο τότε δήμαρχος Λεμεσού, Ανδρέας Χρίστου. Ηταν εξαιρετικά δύσκολο, συνέχισε, να πειστούν οι ιδιοκτήτες ότι έπρεπε και να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, και να συνδράμουν οικονομικά προς αυτή την κατεύθυνση. Υπήρχε και δυσπιστία αν όντως το κτήριο ήταν επικίνδυνο, «άρα έπρεπε ο δήμος να αναλάβει δράση. Υπήρχε σοβαρό θέμα ασφάλειας και με αυτά δεν παίζουμε».
Η Γιωργούλα Λεωνίδου ήταν τότε η δημοτική γραμματέας του Δήμου Λεμεσού. Η ίδια είναι νομικός και είχε πολύ καλή γνώση της τότε νομοθεσίας, πάνω στην οποία ο δήμος στηρίχθηκε.
«Η νομοθεσία μάς δίνει όλα τα εργαλεία για να κάνουμε αυτό που έπρεπε. Το θέμα ήταν να δράσουμε άμεσα και με μεθοδικότητα για να λυθεί το πρόβλημα που είχαμε μπροστά μας. Για να πείσουμε το δικαστήριο να μας δώσει το διάταγμα εκκένωσης της πολυκατοικίας έπρεπε να γίνει σωστά», σημειώνει στον «Π». Πέρα από τη δουλειά που έκανε η υπηρεσία του δήμου, η οποία ήταν καλά στελεχωμένη και με επάρκεια, διορίστηκε μελετητής που έκανε σε βάθος ανάλυση του κτηρίου. Η έκθεση που ετοίμασε ήταν καταπέλτης και αυτή που έπεισε το δικαστήριο να ανάψει το πράσινο φως. Θυμάμαι, λέει η κ. Λεωνίδου, αναφερόταν ότι μπορεί να πέσει «ανά πάσα στιγμή». «Εμείς τότε κινήσαμε τις διαδικασίες γρήγορα, δεν περιμέναμε την τελευταία στιγμή».
«Όσοι ξέρουν τη Λεμεσό και την περιοχή ξέρουν πολύ καλά ότι σε τόσο πυκνοκατοικημένες περιοχές πρέπει να δράσεις άμεσα, ήταν μια πολυκατοικία γεμάτη κόσμο», εξηγεί στον «Π» ο δημοτικός μηχανικός του Δήμου Λεμεσού Αντώνης Χαραλάμπους. «Η νομοθεσία μάς έδινε όλα όσα χρειάζονταν και από εκεί και πέρα έπρεπε να βρούμε τον τρόπο να τα εφαρμόσουμε. Το πρώτο μέτρο -θυμάμαι- που είχαμε λάβει ήταν η σήμανση του χώρου και η τοιχοκόλληση επιγραφών ότι πρόκειται για επικίνδυνη οικοδομή αλλά και η περίφραξή του για να προστατεύσουμε και κόσμο που περνούσε αμέριμνος από το σημείο», αναφέρει ο κ. Χαραλάμπους.
Την επισκεύασε ο δήμος
Ο δήμος κατάφερε, τελικά, να πείσει τους περισσότερους ιδιοκτήτες και ενοίκους ότι έπρεπε να συνεργαστούν. Μάλιστα η δυσπιστία ήταν τέτοια που η τότε διαχειριστική επιτροπή ζήτησε από τον δήμο να αναλάβει το έργο για να μην έχουν παρεξηγήσεις μεταξύ τους. Οι εργασίες στοίχισαν περισσότερες από €320.000 και μέχρι σήμερα εκτιμάται ότι το ποσό που έλαβε πίσω ο δήμος είναι περίπου στο 1/3 και για όσους δεν κατέβαλαν το ποσό έχει μπει memo στην περιουσία τους.
«Από την εμπειρία μας, επειδή φτιάξαμε και άλλες οικοδομές, διαπιστώσαμε ότι δεν είναι τόσο οικονομικό το ζήτημα. Υπάρχουν και μεγαλόσχημοι που είχαν τα χρήματα, απλά αδιαφορούσαν», εξηγεί ο κ. Χρίστου. Ταυτόχρονα όμως παραδέχεται ότι το πρόβλημα ήταν περιορισμένο.
«Επιδιορθώσαμε 3-4 πολυκατοικίες, με αρκετό κόπο και με την υπηρεσία του δήμου να εργάζεται υποδειγματικά. Τα καταφέραμε. Δεν ξέρω αν σήμερα θα μπορούσαμε να ανταποκριθούμε στους αριθμούς που ακούμε». Όσον αφορά το αν ο δήμος τότε ζήτησε οικονομική βοήθεια από το κράτος, ο κ. Χρίστου απαντά ότι «ήταν δική μας ευθύνη, ό,τι κάναμε το κάναμε χωρίς να ζητήσουμε βοήθεια, προφανώς όμως τα χρήματα στον προϋπολογισμό εξοικονομήθηκαν από αλλού».
«Είχαμε να αντιμετωπίσουμε πολλές δυσκολίες, και γραφειοκρατικές. Ιδιοκτήτες που ήταν στο εξωτερικό, άνθρωποι μεγάλης ηλικίας, δεν μπορούσαμε να τους περιμένουμε όλους», σημειώνει η κ. Λεωνίδου. «Εμείς έπρεπε να άρουμε την επικινδυνότητα, όταν υπάρχει θέμα δημόσιας ασφάλειας πρέπει να παρέμβεις, ακόμα και αν ποινικοποιηθεί η ευθύνη του ιδιοκτήτη αυτό δεν αρκεί, δεν σημαίνει ότι θα ανταποκριθεί κάποιος ούτε σταματά ο κίνδυνος». Η κ. Λεωνίδου σχετικά με τους ενοίκους εξήγησε ότι τότε «είχαμε τοιχοκολλήσει επιστολές σε όλα τα διαμερίσματα για να τους ειδοποιήσουμε, δεν μείναμε μόνο στους ιδιοκτήτες που έχουν την ευθύνη».
Κάποιοι είχαν και παράπονο
Στα άκρως τραγελαφικά της ιστορίας αυτής ήταν και το εκ των υστέρων παράπονο ορισμένων ιδιοκτητών. «Δεν αφορά μόνο τη Seagull αφού τότε προχωρήσαμε να άρουμε την επικινδυνότητα και αλλού», αναφέρει ο κ. Χαραλάμπους. «Ήταν σημαντικό για μας να καταλάβουν οι ιδιοκτήτες ότι δεν θα ανακαινίσουμε την πολυκατοικία τους, πόσω μάλλον τα διαμερίσματά τους, εμείς θα κάναμε όσα έργα έπρεπε για να μην είναι επικίνδυνη. Προχωρήσαμε και σε παρεμβάσεις μικρότερου βεληνεκούς σε άλλες οικοδομές, είτε τμηματικά είτε σε πολύ στοχευμένα σημεία».
«Θυμάμαι μια περίπτωση ενός ιδιοκτήτη που μετά που τελειώσαμε τις εργασίες ήρθε στο γραφείο μου και είχε παράπονο», θυμάται ο κ. Χρίστου. «Το πρόβλημά του ήταν ότι στις εργασίες για στήριξη των κολονών και των δοκών στην πολυκατοικία του, επηρεάστηκε αισθητικά το διαμέρισμά του, έσπασαν μερικά πλακάκια και κάπως η κουζίνα, ήθελε να του πληρώσει ο δήμος ανακαίνιση, ενώ μάλιστα ήταν και από αυτούς που δεν συναινούσαν στις εργασίες, μας απείλησε και με αγωγή, τον έδιωξα από το γραφείο μου και πήγε στο καλό».
Η αρμοδιότητα
Ο Δήμος Λεμεσού έχει δαπανήσει την τελευταία δεκαετία περίπου €1,6 εκατ. για παρεμβάσεις σε κτήρια. Το ποσό αυτό αφορά, μεταξύ άλλων, καθαρισμούς, απομάκρυνση επικίνδυνων υλικών και λήψη άμεσων μέτρων προστασίας, και όχι εκτεταμένες εργασίες αποκατάστασης. Μεγάλες παρεμβάσεις έγιναν σε πέντε πολυκατοικίες.
Το εκτιμώμενο κόστος για την πλήρη άρση της επικινδυνότητας των προβληματικών οικοδομών στη Λεμεσό ανέρχεται περίπου στα €8 εκατ., γεγονός που καταδεικνύει ότι οι μέχρι σήμερα παρεμβάσεις καλύπτουν μόνο ένα μικρό μέρος των πραγματικών αναγκών.
Όσον αφορά τις επιδιορθώσεις δεν υπάρχει σαφής καταγραφή για τον αριθμό των οικοδομών που έχουν αποκατασταθεί πλήρως. Συνολικά περίπου 130 οικοδομές είχαν κηρυχθεί επικίνδυνες μέχρι τον Μάρτιο του 2025, ενώ δεκάδες άλλες χαρακτηρίστηκαν ως άμεσης επισκευής.
Ο κ. Χρίστου καταλήγοντας εξέφρασε και το μεγάλο του παράπονο για τη μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Σύμφωνα με τον ίδιο, ειδικά αυτή η αρμοδιότητα δεν έπρεπε να φύγει από τους δήμους, το ίδιο και η αδειοδότηση.
«Ο δήμος είναι η πρώτη επαφή του πολίτη, ο δήμος είναι κάθε μέρα στον δρόμο με χίλιους τρόπους, βλέπει, ακούει και παρεμβαίνει εκεί που πρέπει. Σήμερα έδωσαν την αρμοδιότητα σε ανθρώπους που, όση θέληση και να έχουν, δεν μπορούν να είναι συνεχώς εκεί να βλέπουν», τονίζει ο κ. Χρίστου. «Εδώ που φτάσαμε σήμερα, χρειάζεται ολιστικό πλάνο από το κεντρικό κράτος».







