Η διαμορφούμενη συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ παρουσιάζεται από την Ουάσιγκτον ως πλαίσιο αποκλιμάκωσης.
Ωστόσο, οι αναλύσεις των Wall Street Journal, Washington Post και New York Times αναδεικνύουν μια συμφωνία που προσφέρει άμεσα οικονομικά οφέλη στην Τεχεράνη, δημιουργεί πολιτικούς κινδύνους για τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και ενδέχεται να έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, ένα από τα πιο κρίσιμα στοιχεία της συμφωνίας είναι ότι το Ιράν θα μπορεί να «ξεκινήσει αμέσως να πωλεί πετρέλαιο και καύσιμα», με τις εξαιρέσεις από τις κυρώσεις να καλύπτουν όχι μόνο τις πωλήσεις πετρελαίου, αλλά και τις αναγκαίες υπηρεσίες «τραπεζών, μεταφορών και ασφάλισης» για την πραγματοποίησή τους.
Η εφημερίδα σημειώνει ότι αυτό παρέχει στην Τεχεράνη ένα πρώτο οικονομικό κίνητρο για τον τερματισμό της σύγκρουσης, ενώ η διαρκής άρση κυρώσεων θα εξαρτάται από τη συμμόρφωση του Ιράν σε ζητήματα όπως το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και το πυρηνικό του πρόγραμμα.
Ανώτερος Αμερικανός αξιωματούχος τόνισε ότι «όλα είναι στο τραπέζι και ταυτόχρονα τίποτα δεν είναι στο τραπέζι, εάν δεν συνοδεύεται από πραγματική απόδοση».
Η Wall Street Journal αναδεικνύει επίσης την πολιτική ευαισθησία της παροχής οικονομικής ανακούφισης στο Ιράν πριν από την εξασφάλιση σημαντικών παραχωρήσεων.
Ο Φαρζίν Ναντίμι, του Washington Institute, υποστήριξε ότι η Ουάσιγκτον εγκαταλείπει ένα βασικό μοχλό πίεσης, αλλά ότι ο Λευκός Οίκος φαίνεται να θεωρεί τέτοια κίνητρα αναγκαία: «Ο Λευκός Οίκος πιστεύει ότι τέτοιου είδους ανταλλάγματα είναι απαραίτητα για να πεισθεί το Ιράν να κάνει παραχωρήσεις».
Από την πλευρά της, η Σίμα Σάιν, πρώην ανώτερη αξιωματούχος της Mossad και νυν στέλεχος του Institute for National Security Studies στο Τελ Αβίβ, εκτίμησε ότι η νομιμοποίηση των ιρανικών πωλήσεων πετρελαίου μπορεί να είναι πιο πρακτική από την προσπάθεια καταστολής εξαγωγών που πιθανότατα θα επανεκκινούσαν μέσω λαθρεμπορίου. «Είναι καλύτερο να το νομιμοποιήσεις και να επωφεληθείς από αυτό», σημείωσε.
Η Washington Post εστιάζει στην προσπάθεια του Τραμπ να αποστασιοποιήσει τη συμφωνία από τις κατηγορίες ότι οι ΗΠΑ προσφέρουν απευθείας οικονομικά ανταλλάγματα στο Ιράν.
Μιλώντας στη Σύνοδο της G7 στη Γαλλία, ο Τραμπ δήλωσε: «Δεν επενδύουμε χρήματα στο Ιράν, παρεμπιπτόντως», χαρακτηρίζοντας «γελοίες» τις σχετικές αναφορές περί αμερικανικών επενδύσεων.
Αναγνώρισε ότι στο μέλλον ενδέχεται να υπάρξουν «τεράστιες ευκαιρίες» στο Ιράν λόγω της καταστροφής που προκάλεσε ο πόλεμος, αλλά επέμεινε ότι η άμεση προτεραιότητά του είναι η ασφάλεια, δηλώνοντας ότι «το μόνο που πραγματικά με ενδιαφέρει είναι το Ιράν να μην αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο».
Η διάσταση του πιθανού επενδυτικού ταμείου παραμένει, σύμφωνα με τη Washington Post, ένα από τα πιο ασαφή αλλά πολιτικά ευαίσθητα σημεία της υπό διαμόρφωση συμφωνίας.
Η εφημερίδα σημειώνει ότι η Χεζμπολάχ και άλλες πλευρές έχουν αναφερθεί σε ένα «επενδυτικό ταμείο ύψους 300 δισ. δολαρίων» για το Ιράν, ενώ ο Αντιπρόεδρος Τζ. Ντι Βανς, ερωτηθείς σχετικά, «δεν το διέψευσε».
Αντιθέτως, άφησε να εννοηθεί ότι η Τεχεράνη θα μπορούσε να έχει πρόσβαση σε τέτοιου είδους χρηματοδοτικό μηχανισμό, «χρηματοδοτούμενο από τον Συνασπισμό των Χωρών του Κόλπου, εφόσον τηρήσει τις δεσμεύσεις της.
Η Washington Post διευκρινίζει ότι ο Βανς φαινόταν να αναφέρεται στο Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου, δηλαδή στην ομάδα των έξι χωρών του Περσικού Κόλπου.
Η αναφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο Τραμπ έκανε τις δηλώσεις του στο περιθώριο συναντήσεων με τον Εμίρη του Κατάρ, Ταμίμ μπιν Χαμάντ Αλ Θάνι, και τον Πρόεδρο των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, Μοχάμεντ μπιν Ζάγεντ Αλ Ναχιάν, αμφότερων χωρών-μελών του GCC.
H Washington Post υπενθυμίζει ότι η Ντόχα είχε πραγματοποιήσει μυστική προσέγγιση προς το Ιράν στην αρχή της σύγκρουσης, με στόχο να προστατεύσει το μεγάλο της συγκρότημα φυσικού αερίου από ιρανικά αντίποινα.
Ο Βανς δήλωσε επίσης ότι το Ιράν «δεν θα πάρει ποτέ ούτε δεκάρα» από χρήματα Αμερικανών φορολογουμένων, αφήνοντας όμως ανοικτό το ενδεχόμενο πρόσβασης σε τέτοιο ταμείο εφόσον η Τεχεράνη τηρήσει τις υποχρεώσεις της.
Η Washington Post υπογραμμίζει περαιτέρω την εσωτερική πολιτική πρόκληση για τον Τραμπ. Ορισμένοι Ρεπουμπλικανοί και Ισραηλινοί αξιωματούχοι παραμένουν επιφυλακτικοί, υποστηρίζοντας ότι η συμφωνία ενδέχεται να μην εξαλείφει πλήρως την ιρανική απειλή.
Ο Τραμπ δήλωσε ότι θα διαβιβάσει το κείμενο της συμφωνίας στο Κογκρέσο, λέγοντας ότι δεν το είχε σκεφτεί αλλά «του αρέσει η ιδέα», μετά τα αιτήματα βουλευτών για μεγαλύτερο έλεγχο.
Η συμφωνία, επομένως, φαίνεται να προχωρά υπό έντονη επιτήρηση, με τους υποστηρικτές της να προβάλλουν την αποκλιμάκωση και τους επικριτές της να προειδοποιούν κατά πρόωρων οικονομικών παραχωρήσεων προς την Τεχεράνη.
Οι New York Times τοποθετούν τη συμφωνία σε ευρύτερο παγκόσμιο πλαίσιο, υποστηρίζοντας ότι ο πόλεμος έχει «αλλάξει μόνιμα» την παγκόσμια τάξη και ότι οι οικονομίες δύσκολα θα «επιστρέψουν απλώς εκεί όπου βρίσκονταν».
Η σύγκρουση ανέδειξε την ευαλωτότητα των παγκόσμιων ενεργειακών συστημάτων, ιδίως την εξάρτηση της Ασίας, της Ευρώπης και άλλων περιοχών από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο της Μέσης Ανατολής.
Η εφημερίδα εκτιμά ότι το σοκ αναδιαμορφώνει τις ενεργειακές αγορές, επιταχύνει την αναζήτηση εναλλακτικών και ενισχύει τη θέση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, της πυρηνικής ενέργειας και εναλλακτικών προμηθευτών.
Ο Νταν Γουόλτερ, της Ember, χαρακτήρισε μιλώντας στους ΝΥ Τimes τη στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές «μεγάλη ανατροπή», σημειώνοντας ότι αυτό που κάποτε ήταν «οριακά ανταγωνιστικό» γίνεται πλέον «σαφώς φθηνότερο».
Οι New York Times υποστηρίζουν επίσης ότι η Κίνα μπορεί να είναι ένας από τους βασικούς ωφελημένους της κρίσης, λόγω της κυριαρχίας της στην παραγωγή ηλιακών πάνελ, μπαταριών, ανεμογεννητριών, καλωδίων και άλλων τεχνολογιών καθαρής ενέργειας.
Αναλυτές της Wood Mackenzie κατέληξαν ότι «η Κίνα φαίνεται να είναι ο απόλυτος νικητής». Την ίδια στιγμή, ο πόλεμος φαίνεται να έχει αποδυναμώσει την εμπιστοσύνη στη σταθερότητα των οικονομιών του Κόλπου και στον ρόλο των ΗΠΑ ως εγγυητή της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας.
Ο Mαουρίς Όμπστφιλντ, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, προειδοποίησε ότι τα Στενά του Ορμούζ ενδέχεται να μην επιστρέψουν ποτέ στη «βεβαιότητα της ελεύθερης διέλευσης» που θεωρούσαν δεδομένη οι αγορές. Πρόσθεσε ότι η συνεχιζόμενη ανθεκτικότητα του Ιράν συνιστά «τεράστιο πλήγμα στην παγκόσμια πίστη στις ΗΠΑ ως παρόχου ασφάλειας».
Αξιωματούχοι των ΗΠΑ και του Ιράν αναμένεται να υπογράψουν τη συμφωνία τους την Παρασκευή στη Γενεύη, όπως ανέφεραν αξιωματούχοι.
Η συμφωνία προβλέπει την επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ, μιας ζωτικής σημασίας θαλάσσιας οδού για τον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό.
Η τιμή του πετρελαίου, η οποία σημείωσε απότομη πτώση μετά την είδηση της ειρηνευτικής συμφωνίας και την προοπτική αύξησης της παγκόσμιας προσφοράς, υποχώρησε περαιτέρω την Τρίτη στα 80 δολάρια περίπου ανά βαρέλι.







