Αθώος και για τις δύο κατηγορίες κρίθηκε την Τετάρτη ο Μαλτέζος επιχειρηματίας Γιόργκεν Φένεχ, ο οποίος κατηγορείτο ότι είχε εμπλακεί στη δολοφονία της δημοσιογράφου Ντάφνε Καρουάνα Γκαλίτσια, τον Οκτώβριο του 2017. Η απόφαση ελήφθη με πλειοψηφία 8-1 και για τις δύο κατηγορίες, σε μια εξέλιξη που ανατρέπει την εικόνα που είχε διαμορφωθεί γύρω από μία από τις πιο πολύκροτες υποθέσεις στην ιστορία της Μάλτας.
Το σώμα των ενόρκων, αποτελούμενο από έξι γυναίκες και τρεις άνδρες, χρειάστηκε λίγο περισσότερο από οκτώ ώρες για να καταλήξει στην απόφασή του. Η ετυμηγορία ανακοινώθηκε λίγο μετά τις 19:30, σε μια κατάμεστη αίθουσα του δικαστηρίου στη Βαλέτα.
Ο Φένεχ απαλλάχθηκε από την κατηγορία της συνέργειας στην εκούσια ανθρωποκτονία της Καρουάνα Γκαλίτσια, καθώς και από τη δεύτερη κατηγορία που αφορούσε τη σύνδεσή του με ένα ή περισσότερα πρόσωπα με σκοπό τη διάπραξη εγκλήματος. Εάν καταδικαζόταν για την πρώτη κατηγορία, αντιμετώπιζε ποινή μέχρι και ισόβιας κάθειρξης, ενώ η δεύτερη επισύρει μικρότερη ποινή.
Μετά την ανακοίνωση της απόφασης, η δικαστής Έντουινα Γκρίμα απάλλαξε αμέσως τον Φένεχ, τερματίζοντας και τυπικά μια δίκη που διήρκεσε περισσότερο από δύο μήνες και συνολικά 55 δικασίμους.
Η στιγμή της απόφασης
Η ανακοίνωση της ετυμηγορίας προκάλεσε έντονα και αντίθετα συναισθήματα μέσα στην αίθουσα. Συγγενείς του Φένεχ αντέδρασαν με ενθουσιασμό, ενώ μέλη της οικογένειας της Ντάφνε Καρουάνα Γκαλίτσια ξέσπασαν σε κλάματα.
Η απόφαση ήρθε μετά την ολοκλήρωση της τριήμερης αγόρευσης της δικαστού προς τους ενόρκους. Η Γκρίμα είχε ζητήσει από τους ενόρκους να εξετάσουν αποκλειστικά τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη δίκη και να αφήσουν στην άκρη τόσο τα συναισθήματά τους όσο και όσα είχαν ακούσει εκτός δικαστηρίου.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο γεγονός ότι δεν έπρεπε να αποπροσανατολιστούν από τα ονόματα άλλων προσώπων που εμφανίστηκαν στην υπόθεση, αναφέροντας χαρακτηριστικά τον πρώην προσωπάρχη του πρωθυπουργού Τζόζεφ Μουσκάτ, Κιθ Σέμπρι.
Η δικαστής υπενθύμισε επίσης στους ενόρκους ότι η ευθύνη τους ήταν να αποφασίσουν εάν η κατηγορούσα αρχή απέδειξε την ενοχή του Φένεχ πέρα από το απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης. Τους είχε προειδοποιήσει να μην επηρεαστούν από δημοσιεύματα, τίτλους των μέσων ενημέρωσης ή θεωρίες για «κρυφό χέρι» πίσω από τη δολοφονία.
Η υπόθεση της δολοφονίας
Η Καρουάνα Γκαλίτσια δολοφονήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2017, όταν βόμβα τοποθετημένη στο αυτοκίνητό της εξερράγη λίγο μετά την αναχώρησή της από το σπίτι της στο Μπιντνίτζα. Η 53χρονη δημοσιογράφος είχε γίνει γνωστή για τις έρευνές της γύρω από τη διαφθορά στην πολιτική και επιχειρηματική ζωή της Μάλτας.
Η υπόθεση προκάλεσε τεράστια πολιτική κρίση στη χώρα και διεθνή κατακραυγή, ενώ η δολοφονία της οδήγησε τελικά στην παραίτηση του τότε πρωθυπουργού Τζόζεφ Μουσκάτ.
Ο Φένεχ συνελήφθη τον Νοέμβριο του 2019, όταν επιχειρούσε να εγκαταλείψει τη Μάλτα με το πολυτελές σκάφος του. Η εισαγγελία υποστήριξε στη δίκη ότι ήταν ο άνθρωπος που παρήγγειλε και χρηματοδότησε τη δολοφονία, χρησιμοποιώντας ως ενδιάμεσο τον Μελβίν Θέουμα.
Ο Θέουμα, ο οποίος εξασφάλισε ασυλία προκειμένου να καταθέσει, είχε υποστηρίξει ότι ο Φένεχ έδωσε 150.000 ευρώ για την εκτέλεση του συμβολαίου θανάτου και ότι είχε εμπλακεί στη χρηματοδότηση της επιχείρησης. Η εκδοχή αυτή αποτέλεσε έναν από τους βασικούς άξονες της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής.
Η υπεράσπιση έδειξε προς τον Σέμπρι
Ο Φένεχ αρνήθηκε σταθερά ότι έδωσε εντολή για τη δολοφονία ή ότι είχε οποιονδήποτε ρόλο στην εκτέλεσή της. Η υπεράσπισή του προσπάθησε να μετατοπίσει την προσοχή στον Κιθ Σέμπρι, πρώην προσωπάρχη του Μουσκάτ.
Ο Φένεχ περιέγραψε τον Σέμπρι ως άνθρωπο με τον οποίο είχε στενή σχέση και υποστήριξε ότι λειτουργούσε ως ενδιάμεσος μεταξύ του Σέμπρι και του Θέουμα. Οι συνήγοροί του υποστήριξαν ότι οι Αρχές δεν διερεύνησαν επαρκώς τον ρόλο του Σέμπρι.
Ο ίδιος ο Σέμπρι αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή στη δολοφονία, ενώ η αστυνομία κατέθεσε ότι ουδέποτε θεωρήθηκε ύποπτος στην έρευνα για τη δολοφονία.
Η «17 Black» και το πολιτικό υπόβαθρο
Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρέθηκαν επίσης οι επιχειρηματικές και πολιτικές διασυνδέσεις του Φένεχ, ιδιαίτερα η εταιρεία 17 Black, η οποία είχε βρεθεί στο επίκεντρο των ερευνών της Καρουάνα Γκαλίτσια.
Η οικογένεια της δημοσιογράφου υποστηρίζει ότι η Ντάφνε ερευνούσε τις οικονομικές σχέσεις της 17 Black με πρόσωπα που συνδέονταν με την κυβέρνηση και ότι η δημοσιογραφική της έρευνα αποτελούσε το κίνητρο για τη δολοφονία της.
Η ίδια η δίκη ανέδειξε εκ νέου τις διασυνδέσεις ανάμεσα στον Φένεχ, τον Σέμπρι, τον πρώην υπουργό Ενέργειας Κόνραντ Μίτσι και άλλους παράγοντες της επιχειρηματικής και πολιτικής ζωής της Μάλτας.
Η οικογένεια: «Αρνήθηκαν τη δικαιοσύνη»
Μετά την απόφαση, η οικογένεια της Ντάφνε Καρουάνα Γκαλίτσια δήλωσε ότι «η δικαιοσύνη αρνήθηκε», εκφράζοντας την απογοήτευσή της για την αθώωση του Φένεχ.
Η οικογένεια υποστήριξε ότι η απόφαση αφήνει αναπάντητα ερωτήματα για όλους όσοι, όπως υποστηρίζει, «διευκόλυναν, επέτρεψαν ή προστάτευσαν» τους δολοφόνους της δημοσιογράφου.
Παράλληλα, κάλεσε τις Αρχές να προχωρήσουν στις υπόλοιπες ποινικές διαδικασίες που συνδέονται με την υπόθεση και τις καταγγελίες διαφθοράς γύρω από το σχέδιο Electrogas και την 17 Black.
Η οικογένεια υπογράμμισε ακόμη ότι, εννέα χρόνια μετά τη δολοφονία, οι θεσμικές αδυναμίες που επέτρεψαν την επίθεση εναντίον της Καρουάνα Γκαλίτσια δεν έχουν αντιμετωπιστεί επαρκώς.
Δεν τελειώνει εδώ η υπόθεση
Η αθώωση του Φένεχ δεν κλείνει όλες τις δικαστικές εκκρεμότητες που συνδέονται με την υπόθεση. Ο ίδιος αντιμετωπίζει ξεχωριστές διαδικασίες για φερόμενη δωροδοκία αστυνομικού που είχε αρμοδιότητα στην Οικονομική Αστυνομία και στην έρευνα γύρω από την 17 Black.
Παράλληλα, ο Κιθ Σέμπρι αντιμετωπίζει ξεχωριστή δίωξη σχετικά με καταγγελίες ότι διέρρευσε στον Φένεχ πληροφορίες από την έρευνα για τη δολοφονία.
Η δολοφονία της Καρουάνα Γκαλίτσια έχει ήδη οδηγήσει σε καταδίκες των φυσικών αυτουργών. Οι τρεις άνδρες που τοποθέτησαν και πυροδότησαν τη βόμβα έχουν καταδικαστεί, ενώ δύο ακόμη άνδρες που καταδικάστηκαν για την προμήθεια της βόμβας καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη.
Η αθώωση του Φένεχ, σχεδόν εννέα χρόνια μετά τη δολοφονία, αφήνει πλέον ανοιχτό το μεγαλύτερο ερώτημα της υπόθεσης: ποιος έδωσε τελικά την εντολή για τη δολοφονία της Ντάφνε Καρουάνα Γκαλίτσια και ποιο ήταν το πλήρες δίκτυο πίσω από αυτήν;
Repubblika: «Η αθώωση δεν διαγράφει τα στοιχεία»
Η οργάνωση Repubblika, που δραστηριοποιείται για το κράτος δικαίου στη Μάλτα, εξέφρασε πρώτα απ' όλα τη συμπαράστασή της στην οικογένεια.
Η οργάνωση ανέφερε ότι, έχοντας παρακολουθήσει τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν δημόσια στη δίκη, θεωρούσε ότι η εισαγγελία είχε παρουσιάσει μια σοβαρή και πειστική υπόθεση. Ωστόσο, αναγνώρισε ότι η τελική κρίση ανήκε αποκλειστικά στους ενόρκους και ότι αυτοί έκριναν πως δεν αποδείχθηκε η ενοχή πέραν εύλογης αμφιβολίας.
Ταυτόχρονα, όμως, έστειλε ένα ιδιαίτερα πολιτικό μήνυμα: η αθώωση δεν διαγράφει όσα ακούστηκαν στη δίκη ούτε τα συμπεράσματα της δημόσιας έρευνας για τη δολοφονία.
Η Repubblika ζητά πλέον ευρύτερο «εθνικό απολογισμό» για τη διαφθορά, την ατιμωρησία, την πολιτική επιρροή και τις αποτυχίες των κρατικών θεσμών. Καλεί επίσης σε πλήρη εφαρμογή των συστάσεων της δημόσιας έρευνας, ανεξάρτητη αστυνομία, αυστηρότερη νομοθεσία για την παρεμπόδιση της δικαιοσύνης και ουσιαστική προστασία των δημοσιογράφων.
Arnold Cassola: Να διερευνηθεί όλη η συνωμοσία
Ο επικεφαλής της οργάνωσης Momentum, Arnold Cassola, υποστήριξε ότι η αθώωση δεν πρέπει να σταματήσει τις έρευνες.
Ζήτησε να διερευνηθεί ολόκληρο το φερόμενο δίκτυο γύρω από τη δολοφονία, συμπεριλαμβανομένων των καταγγελιών για την παλαιότερη απόπειρα του 2015, τις διαρροές εμπιστευτικών πληροφοριών από κρατικούς θεσμούς και τυχόν παρεμβάσεις στις έρευνες.
Ιδιαίτερα αναφέρθηκε στον Κιθ Σέμπρι, ζητώντας πλήρη διερεύνηση των καταγγελιών που αφορούν τις σχέσεις του με τον Φένεχ και τον Μελβίν Θέουμα, καθώς και των καταγγελιών για διαρροή πληροφοριών και προσπάθειες επηρεασμού της έρευνας.
Institute of Maltese Journalists: «Κάποιος έδωσε την εντολή»
Ιδιαίτερα σκληρή ήταν και η αντίδραση του Institute of Maltese Journalists (IGM).
Το Ινστιτούτο εξέφρασε την απογοήτευσή του από την απόφαση, υπογραμμίζοντας ότι η αθώωση δεν κλείνει την υπόθεση.
Το IGM υποστήριξε ότι, εννέα χρόνια μετά τη δολοφονία, το έγκλημα παραμένει «άλυτο με την πλήρη έννοια» και ότι η απόφαση δεν αποτελεί τη λογοδοσία που περίμεναν πολλοί.
Ζήτησε από την αστυνομία να ακολουθήσει όλες τις νέες γραμμές έρευνας που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της δίκης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν πρώην ανώτατα πολιτικά πρόσωπα.
Το μήνυμα των δημοσιογράφων ήταν ιδιαίτερα χαρακτηριστικό: «Κάποιος, κάπου, έδωσε την εντολή για τη δολοφονία της Ντάφνε και αυτό το πρόσωπο ή τα πρόσωπα παραμένουν ελεύθερα».
Πηγές: newsbook.com.mt, timesofmalta.com, reuters.com, independent.com.mt






